Πρόλογος   Leave a comment

 

Πυρπολικό

 

AΔEΛΦOI ANAΓNΩΣTEΣ!

Ἐπειδὴ ἔλαβα αὐτείνη τὴν ἀδυναμία νὰ σᾶς βαρύνω μὲ τὴν ἀμάθειά μου (ἂν ἔβγουν εἰς φῶς αὐτὰ ὁποῦ σημειώνω ἐδῶ καὶ ξηγῶμαι πότε μὲ κόλλησε αὐτείνη ἡ ἰδέα, –ἀπὸ τὰ 1829, Φλεβαρίου 26, εἰς τὸ Ἄργος– καὶ ἀκολουθῶ ἀγῶνες καὶ ἄλλα περιστατικὰ τῆς πατρίδος) σᾶς λέγω, ἂν δὲν τὰ διαβάσετε ὅλα, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα κανένας ἀπὸ τοὺς ἀναγνῶστες νὰ φέρη γνώμη οὔτε ὑπέρ, οὔτε κατά. Ὅτι εἶμαι ἀγράμματος καὶ δὲν μπορῶ νὰ βαστήσω ταχτικὴ σειρὰ ῾σ τὰ γραφόμενα, καί…1 τότε φωτίζεται καὶ ὁ ἀναγνώστης.

Μπαίνοντας εἰς αὐτὸ τὸ ἔργον καὶ ἀκολουθώντας νὰ γράφω δυστυχήματα ἀναντίον τῆς πατρίδος καὶ θρησκείας, ὁποῦ τῆς προξενήθηκαν ἀπὸ τὴν ἀνοησίαν μας καὶ ῾διοτέλειά μας καὶ ἀπὸ θρησκευτικοὺς καὶ ἀπὸ πολιτικοὺς καὶ ἀπὸ ῾μάς τοὺς στρατιωτικούς, ἀγαναχτώντας καὶ ἐγὼ ἀπ᾿ οὖλα αὐτά, ὅτι ζημιώσαμε τὴν πατρίδα μας πολὺ καὶ χάθηκαν καὶ χάνονται τόσοι ἀθῶοι ἄνθρωποι, σημειώνω τὰ λάθη ὀλωνῶν καὶ φτάνω ὧν σήμερον, ὁποῦ δὲν θυσιάζομε ποτὲς ἀρετὴ καὶ πατριωτισμὸν καὶ εἴμαστε σὲ τούτην τὴν ἄθλια κατάστασιν καὶ κιντυνεύομεν νὰ χαθοῦμεν.

Γράφοντας αὐτὰ τὰ αἴτια καὶ τὶς περίστασες, ὁποῦ φέραμεν τὸν ὄλεθρον τῆς πατρίδας μας ὅλοι μας, τότε ὡς ἔχοντας καὶ ἐγὼ μερίδιον εἰς αὐτείνη τὴν πατρίδα καὶ κοινωνία, γράφω μὲ πολλὴ ἀγανάχτησιν ἀναντίον τῶν αἰτίων, ὄχι νά ῾χω καμμιὰ ἰδιαίτερη κακία ἀναντίον τους, ἀλλὰ ὁ ζῆλος πατρίδος μου δίνει αὐτείνη τὴν ἀγανάχτησιν καὶ δὲν μπόρεσα νὰ γράψω γλυκώτερα. Αὐτὸ τὸ χειρόγραφον, ἀπὸ τὴν περίστασιν ὁποῦ μου ἔγιναν πολλὲς καταδρομές, τὸ εἶχα κρυμμένο. Τώρα ὁποῦ τὸ ἔβγαλα, τὸ διάβασα ὅλο καὶ ἔγραψα ὡς τὰ 1850 Ἀπρίλη μήνα, καὶ διαβάζοντας τὸ εἶδα ὅτι δὲν ξηγῶμαι γλυκώτερα διὰ κάθε ἄτομον.

Πρῶτο λοιπὸν αὐτό, καὶ ὕστερα σὲ πολλὰ μέρη ῾παναλαβαίνω πίσω τὰ ἴδια (ὅτι εἶμαι ἀγράμματος καὶ δὲν θυμῶμαι καὶ δὲν βαστῶ σειρὰ ταχτική) καὶ τρίτο, ἐκεῖνα ὁποῦ σημειώνω εἰς τὴν πρωτοϋπουργίαν τοῦ Κωλέτη, ὁποῦ ἔκαμεν τόσα μεγάλα λάθη ἀναντίον τῆς πατρίδος του καὶ τῆς θρησκείας του καὶ τῶν συναγωνιστῶν του, ὅλων τῶν τίμιων ἀνθρώπων καὶ νὰ χύση τόσα ἄδικα αἵματα τῶν ὁμογενῶν του καὶ νὰ πάθη ἡ δυστυχισμένη τοῦ πατρίδα καὶ νὰ παθαίνη καὶ τώρα εἰς τὸν πεθαμό του ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς μαθητάς του καὶ συντρόφους του, ὁποῦ μας κυβερνοῦν, καὶ οἱ προκομμένες τοῦ οἱ Βουλὲς καὶ ἄλλοι τοιοῦτοι, ὁποῦ δὲν ἄφησαν λεπτὸ εἰς τὸ ταμεῖο, καὶ ὅλο τὸ κράτος τὸ ῾φεραν σὲ μίαν μεγάλη δυστυχία καὶ ἀνωμαλία, καὶ ἕνας μεγάλος στόλος τῶν σκύλων μας ἔχουν μπλόκον, ὁποῦ ῾ναι περίτου ἀπὸ τρεῖς μῆνες, καὶ μᾶς πῆραν ὅλα τὰ καράβια καὶ μᾶς κατακερμάτισαν ὅλο τὸ ἐμπόριον καὶ τζαλαπάτησαν τὴν σημαίαν μας καὶ πεθαίνουν τῆς πείνας οἱ ἀνθρῶποι τῶν νησιῶν καὶ ἐκεῖνοι ὁποῦ ῾χουν τὰ καράβια τοὺς γκιζεροῦν εἰς τοὺς δρόμους καὶ κλαῖνε μὲ μαῦρα δάκρυα.

Ὅλα αὐτὰ τὰ δεινὰ καὶ ἄλλα πλῆθος εἶναι ἔργα τοῦ Κωλέτη καὶ τῆς συντροφιᾶς του, ὁποῦ ἄφησε ἐντολὴ νὰ κυβερνιώμαστε μὲ αὐτὸ τὸ σύστημα καὶ μὲ τοὺς τοιούτους συντρόφους του. Καὶ ἀπὸ αὐτὸ παθαίνομεν καὶ τί θὰ πάθωμεν ἀκόμα ὁ Θεὸς τὸ γνωρίζει. Καὶ αὐτὰ ἦταν διὰ τοὺς ξένους σκοπούς του καὶ τὶς ῾διοτέλειές του καὶ γιὰ νὰ κατακερματίσουνε καὶ τὴν Τρίτη Σεπτεβρίου – ὁποῦ διαλαβαίνει περὶ θρησκείας καὶ ἄλλης σωτηρίας τῆς πατρίδος αὐτὸ τὸ Σύνταμα – καὶ τόχομεν εἰς τὸ χαρτὶ καὶ ἀντὶς νὰ μᾶς ὠφελήσῃ μᾶς ἀφανίζει ὁλοένα. Ὅλοι οἱ ἄλλοι, ὁποῦ γράφω ἐξ ἀρχῆς, εἶναι ἅγιοι ὀμπρὸς ῾σ αὐτὸν καὶ τὴν συντροφιά του τὴ σημερνή, μ᾿ ὅλον ὁποῦ τὰ λάθη τὰ πρῶτα ἐγέννησαν καὶ τοῦτα.

Διὰ ὅλα αὐτὰ γράφω ἐδῶ. Ὡς ἄνθρωπος μπορῶ νὰ πεθάνω καὶ ἢ τὰ παιδιά μου, ἢ ἄλλος τὰ ἀντιγράψη, γιὰ νὰ τὰ βγάλη εἰς φῶς, πρῶτο τους ἀνθρώπους, ὁποῦ γράφω μ᾿ ἀγανάχτησιν ἀναντίον τους, νὰ βάνη τὶς πράξες τοῦ κάθε ἑνοῦ καὶ τ᾿ ὄνομά του μὲ καλὸν τρόπον, ὄχι μὲ βρισές, διὰ νὰ χρησιμεύουν αὐτὰ ὅλα εἰς τοὺς μεταγενεστέρους καὶ νὰ μάθουν νὰ θυσιάζουν διὰ τὴν πατρίδα τους καὶ θρησκεία τους περισσότερη ἀρετή, νὰ ζήσουν ὡς ἀνθρῶποι ῾σ αὐτὴν τὴν πατρίδα καὶ μ᾿ αὐτὴν τὴν θρησκείαν. Χωρὶς ἀρετὴ καὶ πόνο εἰς τὴν πατρίδα καὶ πίστη εἰς τὴν θρησκεία τους ἔθνη δὲν ὑπάρχουν. Καὶ προσοχὴ νὰ μὴν τοὺς ἀπατάγη ἡ ῾διοτέλεια. Καὶ ἂν σκοντάψουν, τότε εἰς τὸν κρεμνὸν θὰ πηγαίνουν, καθὼς τὸ πάθαμεν ἐμεῖς. Ὅλο εἰς τὸν κρεμνὸν κυλάμεν κάθε ῾μέρα. Ὅταν λοιπὸν βγῆ αὐτὸ τὸ χειρόγραφον εἰς φῶς, διαβάζοντας τὸ ὅλο οἱ τίμιοι ἀναγνῶστες, ἀρχὴ καὶ τέλος, τότες ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ κάμη ὁ καθεὶς τῶν τὴν κρίση του εἴτε ὑπέρ, εἴτε κατά.

Ἀναρτήθηκε 28 Μαΐου 2011 ἀπὸ τὸν/τὴν Γιάννης Φαίλτωρ στὸ ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Κεφάλαιο Πέμπτο   Leave a comment

Τὰ ἐν Ἀθήναις ἀπ᾿ ἀρχῆς τῆς ἐπαναστάσεως. – Ἡ πρώτη καὶ ἡ δεύτερη πολιορκία τῆς Ἀκροπόλεως ὑπὸ τῶν ἐπαναστατῶν. – Κομματικαὶ ἔριδες μεταξὺ τῶν Ἀθηναίων. – Ὁ Ὑψηλάντης καὶ ὁ Νικήτας προσκαλοῦνται εἰς παραλαβὴν τὸν φρουρίου. – Κατάληψις αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ Ἀνδρούτσου. – Ὁ Γκούρας φρούραρχος καὶ ὁ Μακρυγιάννης ἐπόπτης τῶν φρουρῶν. – Καταπιέσεις Ἀνδρούτσου, Γκούρα καὶ Μαμούρη. – Δυὸ ἀθῶοι βασανιζόμενοι. – Καταχρήσεις περὶ τοὺς μισθοὺς τῶν στρατιωτῶν. – Ἀνεύρεσις θησαυροῦ. – Ἔρις Μακρυγιάννη καὶ Γκούρα. – Ἐνέργειαι τοῦ Μακρυγιάννη πρὸς ἐφοδιασμὸν τοῦ φρουρίου. – Στρατιωτικὴ ἐπιτροπὴ παρὰ τῷ Ἀνδρούτσῳ καὶ τῷ Γκούρᾳ. – Ὁ Μακρυγιάννης πολιτάρχης ἐν Ἀθήναις. – Μέτρα αὐτοῦ κατὰ τῆς ὁπλοφορίας, τῶν κλοπῶν καὶ ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἠθικῆς. – Μυστικαὶ προτάσεις τοῦ Ἀνδρούτσου πρὸς τὸν Μακρυγιάννην. – Ὁ Ὀδυσσεὺς ἀρχιστράτηγος τῆς ἀνατολικῆς Ἑλλάδος. – Ἐκστρατεία τοῦ Ὀδυσσέως ἐξ Ἀθηνῶν. – Μάχη εἰς Δαδί. – Αἱχμαλωσία Νικ. Σαρρῆ Ἀθηναίου. – Κίνδυνος τοῦ Ὀδυσσέως. – Ψευδεῖς συνθῆκαι τοῦ Ὀδυσσέως πρὸς τοὺς Τούρκους. – Φόνος Νικ. Σαρρῆ καὶ Μελέτη Βασίλη. – Καταπιέσεις τῶν χωρικῶν ὑπὸ τῶν περὶ τὸν Γκούραν. – Συμβουλαὶ Μακρυγιάννη πρὸς τὸν Γκούραν. – Ῥῆξις μεταξὺ αὐτῶν. – Ἀναχώρησις Μακρυγιάννη ἐξ Ἀθηνῶν. – Μετάβασις πρὸς τὸν Ὀδυσσέα εἰς Βελίτσαν. – Ἀψιμαχίαι πρὸς τοὺς Τούρκους. – Ῥῆξις μεταξὺ Ὀδυσσέως καὶ Γκούρα. – Σχέδιον ἐκστρατείας τοῦ Μακρυγιάννη εἰς Κρήτην. – Μετάβασις Μακρυγιάννη εἰς Κόρινθον καὶ Ναύπλιον. – Ἐπάνοδος εἰς Ἀθήνας. – Ἀναχώρησις εἰς Πελοπόννησον. – Παρέκβασις περὶ Κάρπου Παπαδοπούλου.


Τὴν πρώτη χρονιὰ πολιόρκησαν τοὺς ντόπιους Τούρκους εἰς τὸ κάστρον τῶν Ἀθηνῶν μαζὶ μ᾿ ὅση φρουρὰ ἦταν, τοὺς πολεμοῦσαν πολλὰ γενναίως. Καὶ τοὺς περιόρισαν εἰς τὸ κάστρο καὶ κάμαν καὶ ρεσάλτο μέσα εἰς τὸν Σερπετζὲ καὶ σκοτώθηκαν κι᾿ ἀπὸ τὸ ῾να τὸ μέρος κι᾿ ἀπὸ τ᾿ ἄλλο. Καὶ τὰ δυὸ μέρη πολεμοῦσαν γενναίως. Ἦρθε ὁ Ὀμέρπασσας Βεριόνης μὲ μίαν δύναμιν κ᾿ ἔκαμε πολὺν καιρὸν ῾στὴν Ἀθήνα, καὶ διάλυσε τὴν πολιορκίαν κ᾿ ἔπαθαν οἱ δυστυχεῖς Ἀθηναῖγοι πολλὰ δεινά, σκοτωμούς, σκλαβιὲς καὶ ζημιὲς πλῆθος. Φεύγοντας ὁ Βεργιόνης συνάχτηκαν πάλε ἡ χώρα καὶ τὰ χωριὰ καὶ πολιόρκησαν τοὺς Τούρκους, κατοίκους καὶ φρουρά, ὀπίσω ῾στὸ κάστρο στενά. Καὶ σώθη τὸ νερό τους καὶ ὁ ζαϊρές τους, τῶν Τούρκων, καὶ παραδόθηκαν μὲ συνθήκη. Κ᾿ ἢ συνθήκη ἔμεινε εἰς τὸ χαρτὶ μοναχά. Ρίχτηκαν ῾στοὺς παραδομένους κ᾿ ἔσφαξαν πλῆθος γυναικόπαιδα κι᾿ ἄντρες πολλούς. Γλύτωσαν καὶ καμπόσοι διὰ τὴν συνθήκη κι᾿ ἄλλοι εἰς τὰ προξενεῖα. Τὸ βίον τοὺς τὸ ῾καμαν δυὸ μερίδια, ἕνα νὰ πάρουν ἐκεῖνοι ὁποῦ τοὺς πολιορκοῦσαν καὶ τ᾿ ἄλλο νὰ μείνη διὰ τὸ κάστρο, νὰ πουληθῆ καὶ μὲ τὰ χρήματα νὰ τὸ ῾φοδιάσουνε ἀπ᾿ οὖλα τ᾿ ἀναγκαῖα. Κουβάλησαν τὸ βίον ἀπάνου ῾σ τὰ μαγαζειά, εἰς τὸ κάστρο. Τὸ δοκίμασαν ἕνα χέρι πρῶτα οἱ πρόκριτοι, ἦταν ὁ γέρο Ζαχαρίτζας κι᾿ ἀνιψιὸς τοῦ Νικολάκης, ἦταν οἱ Βλαχαῖγοι, ὁ Βρανᾶς κι᾿ ἄλλοι. Εἶχαν κι᾿ ἀρχηγὸν τὸν Μπατζακάτζα μ᾿ ἄλλους συντρόφους τοῦ στρατιωτικούς. Τραβήσανε οἱ νοικοκυραῖοι καὶ οἱ τίμιοι ἄνθρωποι ἀπὸ αὐτοὺς ὅσα δὲν τράβησαν ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Τελευταῖα τοὺς ἄφησαν κι᾿ ὅλο τοὺς τὸ πράμα εἰς τὴν ἐξουσίαν τοὺς οἱ νοικοκυραῖγοι κ᾿ ἔφυγαν διὰ τὰ νησιά. Μαζὶ μ᾿ ὅσους ἦταν τότε δημογέροντες ἦταν κ᾿ ἕνας τίμιος νοικοκύρης, τὸν εἶχαν εἰς τὸ βίον τοῦ κάστρου νὰ τὸ προσέχη, τὸν ἔλεγαν Χατζὴ Γιωργαντὰ Σκουζέ. Τοὺς ἄφησε κι᾿ αὐτὸς κρυφίως κ᾿ ἔφυγε. Καὶ τοὺς ἄφησε ἐλεύτερους νὰ κάμουν τοὺς σκοποὺς τοὺς εἰς τὸ βίον τοῦ κάστρου. Ἀφοῦ κάμαν ὅ,τι μπόρεσαν, εἶχαν ὑποψίαν ἀπὸ αὐτὸν νὰ μὴν μαρτυρήση ὕστερα τί λείπει, ὅτι ἤξερε τί βίον ἦταν. Νὰ πάρουνε αὐτεῖνοι, νὰ δώσουν κ᾿ ἐκεινοῦ δὲν ἤθελε, ὅτ᾿ ἦταν τίμιος ἄνθρωπος. Ἔφυγε. Στείλαν καὶ τὸν πήρανε ἀπὸ τὴν Κούλουρη μὲ δύναμη τ᾿ ἀρχηγοῦ τοὺς Μπατζακάτζα καὶ μὲ δική τους. ῾Στὸ δρόμο τὸ᾿ ῾κοψαν τὸ κεφάλι. Πιάσαν κι᾿ ἄλλους νοικοκυραίους, τοὺς φυλάκωσαν κι᾿ ὅ,τι ἄλλες καλωσύνες τοὺς ὑπαγόρευε ἡ ψυχὴ τοὺς τοὺς κάναν. Τότε ὅλοι οἱ τίμιοι νοικοκυραῖγοι κι᾿ ὁ Σαρρὴς καὶ οἱ Λεκκαῖγοι κι᾿ ὁ Μελέτης Χασιώτης κι᾿ ἄλλοι ἑνώθηκαν καὶ μὲ στρατήγημά τους πῆραν τὸ κάστρο καὶ διῶξαν ὅλους αὐτοὺς καὶ λευτέρωσαν καὶ τοὺς φυλακωμένους νοικοκυραίους ἀπὸ τὴν χάψη.

Ἀφοῦ πῆραν αὐτεῖνοι τὸ κάστρο, οἱ διωχμένοι πῆγαν εἰς τὸν Ὑψηλάντη καὶ Νικήτα καὶ εἶπαν νὰ τοὺς παραδώσουνε τὸ κάστρο ὁποῦ ῾χαν τὰ κλειδιὰ μαζί τους, καὶ τὸ κάστρο τὸ βαστοῦσαν ἄλλοι. Πῆρε τὰ κλειδιὰ ὁ Ὑψηλάντης κι᾿ ὁ Νικήτας κ᾿ ἦρθαν μ᾿ ἀσκέρια δικά τους, κι᾿ αὐτεῖνοι οἱ φίλοι μαζί, καὶ τήραγαν τὸ κάστρο ἀπὸ κάτου τὴν χώρα, ποὺ τὸ βαστοῦσαν ἄλλοι κι᾿ αὐτεῖνοι βαστοῦσαν τὰ κλειδιά. Τότε συναχτήκανε ὅλοι οἱ νοικοκυραῖοι καὶ οἱ ἀρχηγοὶ ὁποῦ ῾χαν τὸ κάστρο κι᾿ ἀποφάσισαν ὅλοι συνφώνως νὰ τὸ δώσουνε τοῦ Δυσσέα καὶ νὰ τὸν κάμουν ἀφέντη δικόνε τους γιὰ νὰ λευτερωθοῦν ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ὅλο τὸ παρτίδο τοὺς ἀποφασίζουν τότε καὶ μένει ῾στὸ κάστρο ὁ Σαρρὴς κι᾿ ὁ Γιωργάκη Λέκκας κι᾿ ἄλλοι ἀπὸ τὰ χωριά, καὶ στέλνουν τὸν Μῆτρο Λέκκα καὶ Βασίλη Μελέτη Χασιώτη κ᾿ ἔρχονται γυρεύοντας κι᾿ ἀνταμώνουν τὸν Δυσσέα. Ἀφοῦ τοῦ ξηγηθήκανε τὰ αἴτια καὶ τοῦ εἶπαν πὼς τὸν θέλουν ἀφέντη, αὐτὸς γύρευε κάστρο εἰς τὸν οὐρανὸ κι᾿ ὅταν τὸ ῾βρε εἰς τὴν γῆς, ἔτρεξε σὰν τὸ ὄρνιον εἰς τὸ ψοφίμι. Ἦρθε εἰς τὴν Γραβιά, ὁποῦ ἤμαστε κ᾿ ἐμεῖς μὲ τὸν Γκούρα ἤφερε καὶ τοὺς στελμένους Ἀθηναίους διὰ νὰ πᾶμε εἰς τὴν Ἀθήνα. Τοὺς ἀποκριθήκαμε αὐτεινῶν καὶ τοῦ Δυσσέα, δὲν ἀφίνομε τοὺς Τούρκους εἰς τὸ προσκέφαλό μας καὶ νὰ πᾶμε νὰ κλειστοῦμε εἰς ἕνα κάστρο καὶ ν᾿ ἀφήσωμε νὰ σκλαβωθοῦν οἱ ἄνθρωποι. Τὸ φιλονικήσαμε πολύ. Ἐγὼ ἤμουν ἀνάντιος κι᾿ ὅσους εἶχα μαζί μου ἦταν σύνφωνοι μ᾿ ἐμένα, καθὼς κι᾿ ὅλοι οἱ Σαλωνίτες. Μᾶς εἶπε ὁ Δυσσέας νὰ πᾶμε νὰ μεράσουμε τὸ βίον τοῦ κάστρου καὶ νὰ πάρωμεν τὸ μερίδιόν μας, ὅτι φυλάγαμε ἐμεῖς τὰ στενὰ καὶ δὲν πῆγαν τροφὲς ῾στοὺς κλεισμένους Τούρκους καὶ παραδόθη τὸ κάστρο, καὶ νὰ πάρωμε τὸ μερίδιόν μας. Τοῦ λέγω: «Μηνάχουμε σίγουρα τὰ κεφάλια μας κι᾿ ὅ,τι φοροῦμε, καὶ γυρεύομε νὰ πᾶμε καὶ δι᾿ ἄλλα; Ἀφοῦ ὅμως τὸ φιλονικήσαμεν καὶ μᾶς εἶπαν κι᾿ αὐτός, ὁ Δυσσέας, καὶ οἱ στελμένοι τὴν ἀκαταστασίαν τους, τῶν Ἀθηναίγων, καὶ τὸν σκοτωμὸ τοῦ τίμιου ἀνθρώπου καὶ τῶν νοικοκυραίων τὰ δεινά, κι᾿ ἀπὸ αὐτὰ μπορεῖ νὰ γένη σὰν τὸν Ἀχιλλέα μὲ τῆς Κόρθος τὸ κάστρο, καὶ εἰς τὴν Ρούμελη ἄλλο κάστρο δὲν εἴχαμε, τότε δι᾿ αὐτὸ ἀποφασίσαμε καὶ πήγαμε εἰς τὴν Ἀθήνα.

Ηὕραμε ἐκεῖ τὸν Ὑψηλάντη καὶ Νικήτα. Στάθηκαν ὀλίγες ἡμέρες κ᾿ ἔφυγαν. Διόρισε ὁ Δυσσέας τὸν Γκούρα φρούραρχον κ᾿ ἐμένα νὰ προσέχω τοῦ κάστρου τὶς βάρδιες καὶ νὰ φέρνω γύρα νύχτα καὶ ἡμέρα. Αὐτὸ τὸ καψοβιὸν τὸ ῾βγαλαν εἰς τὸ παζάρι νὰ τὸ πουλήσουνε: τὸ καλύτερο λελούδι, διαμάντι, τοῦ Δυσσέα, τ᾿ ἄλλο τοῦ Γκούρα. Δία ῾φόδιασμα τοῦ κάστρου λίγα χρήματα πιάσανε. Κ᾿ ἔμεινε ἄδειον καὶ ξερὸν τὸ κάστρο. Ὅταν ἦρθαν εἰς τὴν Γραβιὰ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ἀθηναίων καὶ μᾶς παρακινοῦσε ὁ Δυσσέας νὰ πᾶμε εἰς τὴν Ἀθήνα, μᾶς ἔλεγε κιντυνεύει τὸ κάστρο καὶ δὲν ἔχομε ἄλλο εἰς τὴν Ρούμελη παρμένο καὶ νὰ πᾶμε νὰ τὸ ῾φοδιάσουμε. Ἀφοῦ ἤρθαμε εἰς τὴν Ἀθήνα, τὸ καλύτερο πράμα ὁποῦ θὰ ῾πιανε χρήματα, τζιβαϊρικό, μαργαριτάρι, ἀσήμι τὸ ῾θελαν διὰ λογαριασμό τους. Τ᾿ ἄλλα πουλήθηκαν χωρὶς τιμή, ὅτι δὲν ἄξιαζαν. Καὶ τὸ κάστρο ἀφόδιαστον. Εὐτὺς ὁποῦ ῾ρθαν καὶ περίλαβαν τὸ κάστρο, ἔβαλαν τοὺς ἀνθρώπους τους κι᾿ ἁρπάζανε ὅ,τι βρίσκανε καὶ τὸ πουλούγανε. Ὁ Μαμούρης ἦρθε τότε εἰς τὴν Ἀθήνα μὲ μίαν ξύλινη πιστιόλα καὶ εἰς τὰ χωργιά, ὁποῦ τὸν διόρισαν ντερβέναγα, τζάκιζε τοὺς ἀνθρώπους σὰν ἕναν τύραγνον τοῦ Ἀλήπασσα, ὁποῦ τὸν ἔλεγαν Ἰσοὺφ Ἀράπη καὶ τζάκιζε τὰ κόκκαλα τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸ τζεκούρι, ἔτζι τζάκιζε κι᾿ ὁ Μαμούρης τοὺς χωργιάτες ὅσοι δὲν ἦταν φίλοι του. Καὶ γύμνωναν τοῦ κάστρου τὸ βίον καὶ τῶν χωριῶν. Τότε, σᾶς λέγω ὡς τίμιος ἄνθρωπος, μίαν παλιοπιστιόλα εἶχε, τηρᾶτε, ρωτᾶτε τὴν ἔχει τώρα; Ρωτᾶτε καὶ διὰ τὶς τυραγνίες του. ῾Στὰ Μισόγεια, ῾στὴν Κερατιά, ἑνοῦ δημογέροντα, Ἀναγνώστη Νυδραῖον τὸν λένε, πόσες τζικουργιὲς τὸ᾿ ῾δῶσε κι᾿ ἂν εἶδε ὑγείαν εἰς τὸ ἑξῆς ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος, κι᾿ ἄλλοι πολλοὶ τοιοῦτοι δαρμένοι καὶ τζερεμετισμένοι.

Ὁ Δυσσέας κι᾿ ὁ Γκούρας ἀφοῦ ἦρθαν ῾σ αὐτοὺς τοὺς στραβοὺς ἀνθρώπους, ὁποῦ γύρευαν ἀφεντάδες καὶ τοὺς ηὕρανε, τότε τὸ μέρος ὁποῦ τοὺς φώναξε, τοὺς νοικοκυραίους καὶ τὸν Σαρρὴ καὶ Μελέτη Χασιώτη, ὅτ᾿ ἦταν τίμιοι ἄνθρωποι, μὲ τρόπον τοὺς σκότωσαν, τοὺς Λεκκαίους κι᾿ ἄλλους πολλούς τους κατάτρεξαν καὶ τὰ πρωτεῖα τὰ εἶχαν ἐκεῖνοι ὁποῦ τοὺς μοιάζαν εἰς τὴν ἀρετή, οἱ Ζαχαρίτζηδες, οἱ Βλαχαῖγοι. Ἔκαμε καὶ συμπεθεριὰ ὁ Μαμούρης, πῆρε τὴν ἀδελφή του Βλάχου. Ἦταν μὲ αὐτοὺς ὁ Βαρελάς, ἦταν ἕνας Σουρμελὴς λογιώτατος, ἦρθε τότε ἀπόξω ὁποῦ σπούδαζε, μπερμπάντης, κακῆς διαγωγῆς. Οἱ καπεταναῖοι μας αὐτείνη τὴν συντροφιὰ εἶχαν.

Ἔτυχε τότε καὶ ἦρθαν δυὸ χριστιανοὶ ἀπὸ τὸ Μισίρι καὶ εἶχαν χρήματα κι᾿ ἄρματα καλά, ἦρθαν κι᾿ αὐτεῖνοι νὰ δουλέψουν τὴν πατρίδα, νὰ χαροῦνε τὴν προκομμένη μας λευτερίαν. Δία νὰ τοὺς πάρουν τ᾿ ἄρματα καὶ χρήματά τους οἱ ἀρχηγοί μας τοὺς λένε ὅτ᾿ εἶναι τζασίτες καὶ τοὺς βάνουν ῾στοὺς παιδεμούς, οὔτε ὁ Χριστὸς δὲν δοκίμασε ὅσα δοκίμασαν αὐτεῖνοι οἱ δυό. Καὶ σᾶς λέγω τοὺς παιδεμοὺς νὰ φωτιστῆτε κ᾿ ἐσεῖς οἱ μεταγενέστεροι αὐτείνη τὴν ἀρετή, καὶ τότε εἲστ᾿ ἐλεύτεροι, ἂν ἔχετε τὴν ἀρετή μας, νὰ κάνετε τὰ ἴδια. Πρῶτα τους δέσαν, τὸ κεφάλι ἔσωσε τὸν κῶλον, καὶ ξύλο καταδίκι, κι᾿ ἄλλους τοιούτους παιδεμοὺς χερότερους, κι᾿ ἀλλοῦ κοντὰ πῆραν ἕνα μαντέρι καὶ τὸ ῾βαλαν δίπλα, τοῦ μάκρου, ψηλὰ ὡς ἕνα μπόι, ἀπάνου σὲ δυὸ φοῦρκες, κι᾿ ἀπάνου εἰς τὸ μαντέρι ξάπλωσαν τοὺς ἀνθρώπους τοῦ μάκρου καὶ δέσιμον καλό, κρέμονταν τὰ χέρια τους καὶ ποδάρια κάτου. Κ᾿ ἐκεῖ ὁποῦ κρέμονταν τὰ χέρια καὶ ποδάρια, πῆραν καὶ μεγάλες μπόμπες, τὶς μεγαλύτερες ὁποῦ ῾ταν εἰς τὸ κάστρο, τὸ λιγώτερον πήγαινε ἡ κάθε μιὰ ἀπὸ σαράντα ὀκάδες, καὶ κρέμασαν ἀπὸ τέσσερες τοῦ κάθε ἀνθρώπου εἰς τὰ χέρια του καὶ ποδάρια του. Ὁ ἕνας σὲ καμπόσο διάστημα τελείωσε κι᾿ ὁ ἄλλος ἑτοιμάζεταν. Ἤμουνε εἰς τὸ παζάρι, γύρισα εἰς τὸ κάστρο καὶ εἶδα τὸν πεθαμένον καὶ τὸν ἄλλον, τὸν μισοζώντανον. Τότε ἔκοψα τὶς μπόμπες καὶ κατέβασα τὸν ἄνθρωπον καὶ τὸν πῆρα εἰς τὸ κονάκι μου καὶ ἤφερα τὸν Κούρταλη τὸν γιατρὸ καὶ τὸν περικάλεσα καὶ τὸν περιποιήθηκε, καὶ σακατεύτηκε, ἔσπασε καὶ μὲ καιρὸν ἀνάλαβε, μόνον ἦταν πάντα κατεβασμένος. Καὶ τὸν πῆρα καὶ τὸν εἶχα μαζί μου πολλὰ χρόνια, τιμιώτατος ἄνθρωπος, νέος ὡς εἰκοσιπέντε χρονῶν. Αὐτείνη τὴν λευτερίαν ηὕρανε, ὁποῦ ῾ρθανε γυρεύοντας.

Ἀφοῦ ἤρθανε οἱ ἀρχηγοί μας σὲ κάστρο καὶ σὲ πολιτεία, ὁποῦ ηὗραν ραγιάδες καὶ μπλέξανε μὲ τὴν μπερμπάντικη συντροφιὰ τῶν ντόπιων, κακομεταχειρίζονταν καὶ τοὺς συντρόφους, ὅ,τι τῖποτας, ξύλο καὶ διώξιμον, κ᾿ ἡ πρόφαση αὐτείνη νὰ τρῶνε τὸν μιστόν τους. Ἡ Διοίκηση καὶ ἡ πολιτεία πλέρωνε μιστοὺς καὶ οἱ πρόσοδοι ὅλης της Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος ἦταν εἰς τὴν ἐξουσίαν τοὺς διὰ νὰ πλερώνουν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ὁποῦ δούλευαν τὴν πατρίδα. Κι᾿ ὅποιος εἶχε δέκα, τοὺς ἔκανε ἑκατὸ ῾στὸν λογαριασμόν, καὶ πάλε ἐκεῖνοι οἱ δέκα ἀπλέρωτοι, κι᾿ ἂν θὰ τοὺς πλέρωναν, κάλπικα εἰκοσάρια. Ηὔραν μαστόρους καλπουζάνους καὶ τοὺς βάλαν εἰς τὸ κάστρο καὶ κόβαν μοννέδα κάλπικη. Καὶ μάθαν αὐτὰ τὰ πράματα καὶ τοὺς νοικοκυραίους, ὁποῦ πεθύμησαν τὴν ἐξουσίαν τους καὶ στείλαν καὶ τοὺς κάλεσαν δι᾿ ἀφεντάδες τους. Τοὺς φκειάσανε καθὼς ὁ Μεμεταλὴς ἔφκειασε τοὺς Ἀραπάδες καὶ τοὺς εἶχε ὑποτάξη τέλεια, ξύλο λοιπὸν καντάρι κι᾿ ἄλλα βασανιστήρια. Καὶ τραβοῦσαν ὅλα αὐτὰ οἱ δυστυχεῖς Ἀθηναῖγοι διὰ νὰ ὑπάρξουν μαζὶ μὲ τὴν ἄλλη πατρίδα ἐλεύτεροι. Καὶ θυσιάζαν τὸ ἐδικόν τους καὶ ὑπόφερναν ὅλα αὐτὰ τὰ δεινά.

Ἕνα Τουρκόπουλο ἤξερε μίαν κρυψιώνα, ὁποῦ ῾χε βίον τῶν Τούρκων μέσα, καὶ τὸ Τουρκόπουλον τὸ μαρτύρησε ἑνοῦ ἀξιωματικοῦ, Μῆτρο Λελούδα τὸν λένε, βίον εἶχε πολὺ μέσα, καθώς μου εἶπε ὁ ἴδιος αὐτὸς ὁ ἀξιωματικός. Αὐτὸ τὸ ῾μαθε ὁ Γκούρας καὶ φοβερίζει τὸν ἀξιωματικὸ νὰ μὴν μπερδευτῆ σὲ αὐτὸ καὶ νὰ μὴν εἰπῆ κανενοῦ τίποτας. Αὐτὸς ὅμως μου τὸ εἶπε ἐμένα. Ἐγὼ καθόμουν μαζὶ μὲ τὸν Γκούρα ῾σ ἕνα κονάκι, εἰς τὸ κάστρο, τοῦ λέγω τοῦ Γκούρα: «Τὸ βίον αὐτὸ νὰ τὸ βγάλωμε καὶ νὰ γένει τρία μερίδια, τὸ πρῶτο μερίδιον τοῦ κάστρου, νὰ τὸ ῾φοδιάσουμε, τ᾿ ἄλλο τὸ μερίδιον νὰ πάρη ὁ Δυσσέας, νὰ δώση τῶν ἀνθρώπων του, καὶ τ᾿ ἄλλο τοῦ λόγου σου, νὰ τὸ μεράσης τῶν ἀνθρώπων τῶν δικῶνε σου, νὰ τοὺς εὐκαριστήσετε καὶ μὴ μαλλώνετε καὶ δέρνετε τοὺς συντρόφους κάθε τόσον. Ὅτι οἱ Τοῦρκοι ζύγωσαν εἰς τὸν Ρωπὸ καὶ Φήβα καὶ ῾σ ἄλλα κοντινὰ μέρη. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ῾φοδιάσουμε τὸ κάστρο καὶ τοὺς ἀνθρώπους νὰ τοὺς ψυχώσουμε, νὰ μὴν τὸ πάθωμε σὰν τὴν Κόρθο». Ἐνῶ τοῦ μιλοῦσα πατριωτικῶς κι᾿ ὡς φίλος του στενός, αὐτός μου λέγει: «Εἰς αὐτὰ δὲν ἔχω κανέναν σύντροφον, σὲ κρυψιῶνες καὶ τέτοια, καὶ νὰ τηράξη καθεὶς τὴν δουλειά του. Καὶ νὰ εἰπῆς τοῦ Λελούδα νὰ φύγη ἀπὸ ῾δώ, νὰ μὴ μὲ κάμη ἄπιστον καὶ τὸν σκοτώσω». Τοῦ λέγω: «Μπορεῖ νάχωμε αὐτείνη τὴν τύχη, ἐδῶ ποὺ μᾶς φέρατε, νὰ μᾶς σκοτώσετε ἢ νὰ εἴμαστε εἵλωτές σας». Τὸν ἄφησα κ᾿ ἔφυγα κι᾿ ἀπὸ τὸ κονάκι του καὶ πῆγα σὲ δικό μου. Σύναξα τοὺς ἀξιωματικούς του Δυσσέα, τοὺς μίλησα ὅτι ἐδῶ ὁποῦ ῾ρθαμε θὰ ντροπιαστοῦμε καὶ θὰ πάρωμε καὶ τούτους τοὺς δυστυχεῖς Ἀθηναίους εἰς τὸ λαιμό μας, ὁποῦ ξοδιάζουν καὶ τρῶμε ἐμεῖς καὶ πλερώνουν αὐτοί. Ἀλλὰ θὰ κιντυνέψη καὶ γενικῶς ἡ πατρίδα, ὅτι τὸ κάστρο εἶναι ἀνεφόδιαστο καὶ ὕστερα ἀφοῦ ἰδοῦμε Τούρκους, θὰ τ᾿ ἀφήσουμε ἀπολέμητο νὰ φύγωμε, καὶ εἶναι ἁμαρτία καὶ ντροπή μας. Ποῦ θὰ ζήσουμε ὕστερα ἀπὸ τὴν κατηγόρια τοῦ κόσμου; Μοῦ λένε ὅλοι αὐτεῖνοι: «Ἐνέργα ὅ,τι γνωρίζεις καὶ εἴμαστε ὅλοι μ᾿ ἐσένα». Τότε ἔφερα καὶ τοὺς ἀξιωματικούς του Γκούρα, τὸ ἴδιον μου εἴπανε καὶ αὐτεῖνοι. Τοὺς σύναξα ὕστερα ὅλους, τοῦ Δυσσέα τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τοῦ Γκούρα, καὶ τοὺς ὅρκισα νὰ εἶναι αὐτὸ μυστικὸν καὶ ν᾿ ἀγροικηθῆ καθεὶς καὶ μὲ τοὺς στρατιῶτες του. Τοὺς ξαναντάμωσα, μοῦ εἴπανε ὅτ᾿ εἶναι ὅλοι σύνφωνοι. Τότε τοὺς λέγω: «Νὰ κάμωμε μίαν ἐπιτροπὴ νὰ τηράξη δι᾿ αὐτὸ καὶ νὰ μιλήση καὶ μὲ τοὺς μεγαλύτερούς μας. Μπῆκε ἡ ἐπιτροπὴ ἕξι ἀπὸ τοῦ Δυσσέα τοὺς ἀξιωματικοὺς κ᾿ ἕξι ἀπὸ τοῦ Γκούρα, κάνουν κ᾿ ἐμένα πρόεδρόν τους. Εἶχα ῾νεργήση κ᾿ ἔγιναν οἱ καλύτεροι καὶ οἱ δυνατώτεροι, ἀπὸ τὸ ῾να μέρος κι᾿ ἀπὸ τ᾿ ἄλλο, καὶ οἱ πειο τίμιοι πατριῶτες ἀπὸ αὐτοὺς ἂν τύχη τίποτας, νὰ μὴ μ᾿ ἀφήσουνε μοναχό μου καὶ κιντυνέψω. Τότε παίρνω τὴν ῾πιτροπή ὅλη καὶ πᾶμε εἰς τὸν Δυσσέα, στέλνομε, φωνάζομε καὶ τὸν Γκούρα, κι᾿ ὅλοι μαζί, τοὺς λέγω: «Ὅσα μας εἴπατε εἰς τὴν Γραβιὰ ὅλα ἐδῶ τὰ λησμονήσατε, τὸ βίον τοῦ κάστρου ἐχάθη, αὐτὸ εἶναι ἀνεφόδιαστον, σᾶς μιλεῖ κανένας: ξύλο καὶ διώξιμον καὶ φοβερισμοὺς διὰ σκότωμα. Δι᾿ αὐτὰ ὅλα συστήσαμε μίαν ἐπιτροπὴ καὶ εἴμαστε ὅσους λέπετε, μιλῶ ἀπὸ ὅλους της ῾πιτροπής κι᾿ ἀπ᾿ ὅσους μας στείλαν, μπουλουχτσῆδες καὶ στρατιῶτες. Πρώτη ζήτησή μας εἶναι νὰ ῾φοδιάστε τὸ κάστρο ἀπ᾿ οὖλα τ᾿ ἀναγκαῖα, ὅτ᾿ οἱ Τοῦρκοι μας τρογυρίζουν κι᾿ ἀπολέμητο κάστρο δὲν τὸ δίνομε. Ἂν θέλετε νὰ τὸ ῾φοδιάσετε ἐσεῖς, σὲ ὀχτὼ ἡμέρες νὰ εἶναι ἕτοιμο διὰ πόλεμον κι᾿ ἀπὸ αὔριον θ᾿ ἀρχίσετε νὰ μπάσετε νερό, ξύλα, δαδὶ καὶ ζαϊρέδες, εἰδὲ καὶ δὲν θέλετε, τὸ ἐφοδιάζομε ἐμεῖς μὲ τοὺς Ἀθηναίους, κι᾿ ὅποτε κάμη χρεία, κλειόμαστε κι᾿ ἀπὸ τὰ δυὸ μέρη καὶ πολεμοῦμε, καὶ δὲν τὸ παραδίνομε τῶν Τούρκων ἀπολέμητο. Τώρα, καθὼς βρίσκεται, τὸ παίρνουν οἱ Τοῦρκοι χωρὶς ντουφέκι. Νὰ μᾶς δώσετε ὡς τὸ βράδυ ἀπάντησιν δι᾿ αὐτό. Καὶ τοὺς στρατιῶτες ἄλλη βολὰ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς δέρνετε καὶ νὰ τοὺς διώχνετε καὶ νὰ τοὺς φοβερίζετε διὰ σκότωμα, ἂν φταίξουν, τοὺς παιδεύει ἡ ῾πιτροπή». Καὶ σηκωθήκαμε καὶ φύγαμε. Τὸ βράδυ πήγαμε, ὑποσκέθηκαν ὅσα τοὺς εἴπαμε. Κι᾿ ἐφόδιασαν τὸ κάστρο κ᾿ ἔδωσε ὁ Δυσσέος χίλιους μαμουτιέδες ἐξ ἰδίων του, ὅτι δὲν ἔσωσαν τὰ χρήματα, καὶ τοῦ λείπουν ὡς σήμερα καὶ τοὺς ζητάγει ἡ φαμελιά του. Τότε ἀρχίσαμε νὰ εἴμαστε ἥσυχοι κι᾿ ἀγαπημένοι.

Ὅλοι οἱ Ἀθηναῖγοι μὲ ζήτησαν νὰ κατεβῶ εἰς τὴν χώρα ὡς πολιτάρχης. Μὲ κατέβασαν μὲ σαράντα ἀνθρώπους κάτου, ἦταν καὶ ἡ ἐπιθυμιά τους νὰ λείψω ἀπὸ τὸ κάστρο. Ἀφοῦ κατέβηκα κάτω εἰς τὴν πολιτεία, τότε οἱ φίλοι πῆραν τὸ Τουρκόπουλον ὁποῦ ῾ξερε τὴν κρυψιώνα καὶ τὸ φοβέρισαν νὰ μὴ μαρτυρήση ἐκεῖνο τὸ μέρος ὁποῦ ῾ταν ἡ κρυψιώνα, ἀλλὰ νὰ εἰπῆ ψέματα καὶ νὰ μαρτυρήση ἄλλο μέρος. Τότε προσκάλεσαν τοὺς δημογέροντας καὶ πῆραν ἀργάτες καὶ πῆγαν κ᾿ ἔσκαψαν ὅλο τὸ κάστρο, καὶ ῾σ ἐκεῖνο τὸ μέρος, ὁποῦ ἦταν ὁ θησαυρός, δὲν τοὺς πήγαιναν νὰ σκάψουν. Μὲ καιρὸ ὅμως φάνηκε ἄδειος ὁ τόπος, τί ἦταν μέσα, τί δὲν ἦταν κανένας δὲν ξέρει.

Ὅταν κατέβηκα εἰς τὴν χώρα, γκιζεροῦσαν οἱ κάτοικοι καὶ οἱ στρατιῶτες μὲ τὰ ντουφέκια εἰς τὸν νῶμον, ἔβαλα ντελάλη ν᾿ ἀφήσουνε ὅλοι τ᾿ ἄρματα κι᾿ ἀναλαβαίνω νὰ τοὺς φυλάγω ἐγώ. Δὲν ἄκουσαν, οὔτε τοῦ πέρασε κανενοῦ ἀπὸ τὴν ἰδέα του νὰ μένη ξαρμάτωτος. Βαριώνταν ἀναμεταξύ τους, πληγώνονταν, τοὺς διάταξα ἄλλη μιὰ φορᾶ, δὲν ἄκουγαν. Τότε κάτι παντίδοι βάρεσαν μὲ τὸ μαχαίρι ἕναν νοικοκύρη. Τοὺς ἔπιασα καὶ τοὺς ἔδωσα ἕνα στυλιάρι καλὸ καὶ τοὺς ἔβαλα χάψη. Ὅσο ὁποῦ γιατρεύτηκε ὁ πληγωμένος κάθονταν κάψη. Ὕστερα πλέρωσαν τὰ ἔξοδα τῆς γιατρειᾶς του καὶ τοὺς ἀπόλυσα.

Αὐτὰ ὁποῦ εἴδανε – δὲν τοὺς ἄρεσε ἡ εὐταξία. Συναχτήκανε ὅλοι οἱ συντρόφοι καὶ γύρευαν αἰτίες τότε νὰ χτυπήσουνε δολερῶς ἐμένα. Ἐγὼ εἶχα πάγη εἰς τοὺς δημογέροντες ἕνα βράδυ, κι᾿ αὐτεῖνοι ἔπιασαν ἕνα μέρος ῾στὸ Κάτου σαντιρβάνι, ὁποῦ ῾ναι τὸ τζαμὶ καὶ καφφενέδες, εἶχαν πιάση ὅλα τὰ πόστα γύρω, νὰ περάσω, νὰ μὲ βαρήσουνε. Ἀφοῦ ἀκολουθοῦσε αὐτό, ὁ Δυσσέας κι᾿ ὁ Γκούρας γύρευαν ἀφορμὴ διὰ ὅλους αὐτούς, τοὺς παληκαράδες Ἀθηναίους. Τότε θὰ γίνεταν ἕναν κακὸν ῾στὴν πολιτείαν ἀπὸ τὴν ἀνοησίαν αὐτεινῶν τῶν ἀνθρώπων. Πάγω μόνος μου ἐκεῖ ὁποῦ ῾ταν συνασμένοι νὰ μὲ βαρήσουνε. «Ἦρθα τοὺς λέγω· καὶ κάμετέ με, ὅ,τι ἀγαπέτε. (Δὲν μιλοῦσε κανένας). Καφετζή, πάρε μίαν μπότζα ρακί, κέρασέ τους νὰ κάμουν κέφι. (Ἔπιαν τὸ ρακί). Τοὺς λέγω, ἀδελφοί, ἡ παλαβιὰ χάνει κ᾿ ἐκεῖνον ὁποῦ ὁδηγάη νὰ τὴν κάμουν κ᾿ ἐκείνους ὁποῦ θὰ τὴ ῾νεργήσουνε. Δὲν βλέπετε, δυστυχισμένοι, ποῦ καταντήσετε ἀπὸ τὴν ἀνοησίαν σας; Σκοτωθήκετε εἰς αὐτὸ τὸ κάστρο κι᾿ ἀφανιστήκετε διὰ νὰ γίνετε σκλάβοι ἀλλουνῶν. Αὐτὰ πάθετε ἀπὸ τὴν ἀνοησίαν τὴν δική σας κι᾿ ἀπὸ ῾κείνους ὁποῦ σας ὁδηγοῦσαν. Αὐτοί σας ὁρμηνεύουν καὶ τώρα καὶ κάνετε ἄτιμα πράματα, καὶ σκοτώνεστε ἀναμεταξύ σας, κι᾿ ὅποιος θέλει τὴν ἡσυχίαν σας τὸν φοβερίζετε. Ὁρίστε ὁποῦ ῾ρθα μόνος μου, ρίξετε, βαρῆτε με… Τηρᾶτε, δύστυχοι, νὰ μὴν σᾶς μάθῃ ὁ Δυσσέας κι᾿ ὁ Γκούρας, καὶ γυρεύουν πρόφασιν νὰ σᾶς ρημάξουν». Πῆραν τὴν εὐκαρίστησιν καὶ σηκώθηκαν κ᾿ ἔφυγαν. Καὶ μὲ περικάλεσαν νὰ μὴν μαθευτῇ αὐτό, ὅτ᾿ ἦταν πιωμένοι καὶ τὰ ῾καμαν ὅλα.

Τὸ ῾μαθαν ἐκεῖνοι καὶ στέλνουν καὶ χαψώνουν ἀπὸ αὐτοὺς καμπόσους κ᾿ ἕναν ἀγωνιστῆ, Σαράντη Μπανάνα τὸν λένε. Τὸν πῆραν καὶ τὸ᾿ ῾κάμαν μαρτύρια καὶ τὸ᾿ ῾βαλαν καὶ γκιουλέδες καμένους εἰς τὸν λαιμὸν καὶ φαίνονται τὰ σημάδια ὡς σήμερον. Τὸ ῾μαθα ἐγὼ καὶ πῆγα καὶ τὸν ἔσωσα.

Ἕνας ἔκλεψε ἕναν γροῦπον μὲ χρήματα κ᾿ ἐκεῖνος ὁποῦ τὰ εἶχε χάση ἦρθε καὶ μοῦ εἶπε τὸν κλέφτη. Τὸν φώναξα καὶ τοῦ εἶπα μὲ τὸ καλὸ νὰ τοῦ δώσῃ τὰ χρήματα πίσου, καὶ νὰ τοῦ δώσω καὶ τὸ παχτζίσι του. Δὲν στάθη τρόπος νὰ τὰ μαρτυρήσῃ, τὸν παίδεψα, δὲν μαρτύραγε. Λέγω τῶν ἀξιωματικῶν μου: «Θὰ τὸν δέσω εἰς τὸ κλαρὶ καὶ θὰ βγάλω τὸ τὸ μαχαίρι πὼς θὰ τὸν κόψω. Ἐσεῖς θὰ μοῦ κάμετε ριτζᾶ κ᾿ ἐγὼ θὰ σᾶς βαρέσω ἀπὸ ῾να δυὸ ξυλιὲς καὶ θὰ σᾶς βγάλω ὄξω ἀπὸ τὸ σαράγι, διὰ νὰ ἰδῇ αὐτὸς ὁποῦ βαρῶ ἐσᾶς τοὺς ἀξιωματικοὺς ν᾿ ἀπολπιστῇ ἀπὸ ριτζάδες, κι᾿ ἂν ἔχῃ κάμη τὴν κλεψιά, νὰ τὴν μαρτυρήσῃ». Ἀκολουθήσαμε αὐτό, τὸν ἔδεσα εἰς τὸ κλαρὶ καὶ τοῦ εἶπα: «Νὰ μοῦ δώσεις τὰ χρήματα καὶ νὰ σοῦ δώσω τὰ βρετικά σου, ὅτι τἅβρες, δὲν τὰ ῾κλεψες, καὶ νὰ φᾶμε ψωμὶ μαζὶ καὶ νὰ πᾶς εἰς τὴν δουλειά σου». Αὐτὸς δὲν στέργεταν μὲ κάναν τρόπον, νὰ μὴ μαθευτῇ ὅτ᾿ εἶναι κλέφτης. Τότε ἔβαλα ῾σ ἐνέργεια ὅλα αὐτά, βάρεσα τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀπὸ ῾να δυὸ ξυλιές, χωρὶς βλάβη, νὰ ἰδῇ αὐτός, τοὺς ἔβγαλα ἔξω κ᾿ ἔκλεισα τὴν πόρτα, μείναμε οἱ δυό μας. Τότε, ἀφοῦ βλέπει τὸ μαχαίρι ὁποῦ ῾λαμπε: Νὰ πάγω νὰ σοῦ τὰ δώσω, καπετᾶνε, καὶ νὰ μοῦ δώσῃς τὰ βρετικά! φωνάζει. – Καὶ τὰ βρετικὰ σοῦ δίνω καὶ ψωμὶ θὰ φᾶμε μαζὶ κ᾿ ὕστερα θὰ πᾶς εἰς τὴν δουλειά σου, ἅμα θὰ σ᾿ ἀπολύσω, καὶ τοιούτως ὁρκίστηκα». Πῆρε τοὺς ἀνθρώπους τῆς φρουρᾶς ὁποῦ τὸ᾿ ῾δωσα, πῆγε σὲ μίαν κοπριά, τά ῾χε χωμένα καὶ μαγαρισμένα ἀπὸ πάνου. Τότε κατὰ τὸν ὅρκο μου, «Ὅσο νὰ σ᾿ ἀπολύσω, τοῦ εἶπα, θὰ τρῶμε μαζί». Ἐγὼ εἶχα ἀνάγκη νὰ τὸν βαστήσω μαζί μου πέντ᾿ ἕξι ἡμέρες, νὰ μάθω γνώση αὐτόν, νὰ μὴ ματακλέψῃ ξένα χρήματα, καὶ νὰ λάβουν προσοχὴ κ᾿ οἱ ἄλλοι. Τὸ παζάρι εἰς τὴν Ἀθήνα, ὁποῦ συνάζονται τὰ χωριὰ κι᾿ ἄλλος κόσμος καὶ ψωνίζουν, γίνεται τὴν Δευτέρα, τὸν κλέφτη τὸν ἔπιασα τὴν Τρίτη, τὸν εἶχα ἀνάγκη ἕξι ῾μέρες ὡς τὴν Δευτέρα. Τὸν πῆρα, ἀφοῦ ἔλαβα τὰ χρήματα σωστὰ καὶ τὰ ῾δωσα τοῦ ἀνθρώπου ὁποῦ τά ῾χασε, καὶ φάγαμε ψωμὶ κατὰ τὴν συνφωνίαν μας. Τοῦ φκειάνω κ᾿ ἕνα γκιουλὲ ὡς πέντε ὀκάδες καὶ βάνω ἀπάνου εἰς τὸν γκιουλὲ αὐτά: «ὁποῖος θέλει νὰ κλέβῃ καθὼς ἡ ἀφεντειά του, ἂς τηράγῃ τὸν ἴδιον, κι᾿ ἂς κλέβη ὅποιος ἀγαπάῃ». Τοῦ πέρασα εἰς τὸν λεμὸν τὸν γκιουλέ, καὶ τὰ γράμματα ἀπάνου, τὸν πῆγα εἰς τὴν μέση τὸ παζάρι, ὁποῦ ῾ναι ἡ καμάρα τοῦ παζαριοῦ, τὸ᾿ ῾δωσα μόνος μου ἑκατὸ ξυλιὲς καὶ καμπόση ὥρα κρεμασμένος ἀπὸ τὰ χέρια ὅτι ἐκεῖνα ἔκλεψαν. Τὸν κατέβαζα, πηγαίναμε τρώγαμε ψωμί. Τὸ δειλινὸ μισὴ ὥρα κρεμασμένος καὶ δέκα ξυλιὲς ὅσο ὁποῦ ῾ρθε ἡ Δευτέρα. Τελειώσαμε, φάγαμε μαζί, ἔπιαμε ὡς ἀδελφοί, τὸ᾿ ῾δωσα καὶ τ᾿ ἀγώγι καὶ τὸν ἔδιωξα. Εἰς τ᾿ Ἀνάπλι τὸν ἀντάμωσα καὶ μὄκαμε ἕνα τραπέζι καὶ μοῦ συχώρεσε τὴν μάννα καὶ τὸν πατέρα, ὅτι ἔγινε τίμιος ἄνθρωπος καὶ καζάντησε ἀπὸ τὴν δουλειά του. Καὶ τ᾿ ἀργαστήρια τῶν Ἀθηναίων μέναν ἀνοιχτὰ τὴν νύχτα καὶ κλεψιὲς δὲν ματάγιναν.

Ἦταν καὶ κάτι ἀρχοντόπουλα κι᾿ ἀγαποῦσαν τὶς γυναῖκες, στανικῶς πιάσαν ἕνα κορίτζι νὰ τὸ διατιμήσουν. Πῆγα καὶ τοὺς ἔπιασα, τὴν εἶχαν κρυμμένη σὲ μίαν κασσέλα μέσα, μαζὶ μὲ τὴν κοντόσα, καὶ τὴν φοβέριζαν νὰ μὴν μιλήσῃ, ὅτι τὴν σκοτώνουν. Ἐψάξαμε, τὶς ηὕραμε μέσα, καὶ σὲ μία σακκούλα ηὕραμε ἀρκετὰ χρήματα. Πῆρα τὴν σακκούλα καὶ τοὺς λέγω: «Ἐσεῖς νοικοκυρόπουλα εἶστε, νὰ βοηθήσετε κ᾿ ἐσεῖς νὰ λευτερωθῇ ἡ πατρίδα, ἢ παντίδοι; Νὰ σᾶς πιάσῃ στανικῶς τὴν ἀδελφή σας τόσες ἡμέρες νὰ κάνῃ ἕνας τὸ κέφι του καλὰ σᾶς ἔρχεται; Δὲν τὸν σκοτώνετε τὸν αἴτιον; – Ναί, ἔλεγαν. – Ἐγὼ δὲν σᾶς πειράζω, οὔτε θέλω νὰ μαθευτῆτε. Τὸ κορίτζι νὰ τὸ δικιώσετε. Ὅπου βρῆτε γυναίκα ὁποῦ σᾶς θέλῃ μοναχή της, νὰ πᾶτε ἐλεύτερα, στανικῶς σκοτωνόμαστε». Παίδεψα τὴν κοντόσα.1 Πῆρα τρία γρόσια ἀπὸ τὴν σακκούλα ὁποῦ ῾χα βρῆ, τὴν δική τους, καὶ τοὺς τὴν ἔδωσα πίσου. Δὲν ματακολούθησε τίποτας ἄτιμον. Κι᾿ ἀσφαλίστη ὁ τόπος ἡσυχίαν, τιμὴ καὶ πλούτη. Καὶ ἦταν ἡ μεγαλυτέρα εὐταξία καὶ εἰρήνη. Καὶ εἶχαν πολὺ ἀγάπη ῾σ ἐμᾶς ὅλοι οἱ Ἀθηναῖοι κ᾿ ἐμεῖς μεγάλο σέβας εἰς αὐτοὺς τοὺς πατριῶτες.

Μίαν βραδειὰ τρώγαμε ψωμὶ εἰς τὸ κάστρο μὲ τὸν Γκούρα καὶ φαμελιάν του, ἔστειλε καὶ μὲ ζήτησε ὁποῦ τρώγοντας, ἦρθε ὁ Δυσσέας. Βῆκε ἡ γυναίκα σὲ καμπόσο ὄξω. Λέγει ὁ Δυσσέας: «Κάτι θὰ μιλήσουμε. – Ἂν ἔχετε μυστικά, τοῦ λέγω, βγαίνω κ᾿ ἐγὼ ἔξω νὰ σᾶς ἀφήσω μόνους σας. – Ὄχι, μοῦ λέγει, θὰ μιλήσουμε οἱ τρεῖς» Ἀνοίγει τὸ παλεθύρι, μοῦ λέγει: «Τήρα κάτου Μακρυγιάννη». Ἐγὼ ὑποπτεύθηκα νὰ μὴν ρίξουν κάτου ἀπὸ τὸ κάστρο. Τοῦ λέγω: «Τί νὰ τηράξω, τὸν τόπο τὸν ξέρω ἀπὸ μακρυά. – Τήραξε, τί βλέπεις; μοῦ εἶπε. – Σπίτια, τοῦ λέγω. – Καὶ κάτου, παρακάτου βλέπεις τὶς ἐλιὲς καὶ τὰ περιβόλια. Ὅλα δικά μας εἶναι, διὰ ῾κεῖνο σᾶς ἤφερα εἰς τὴν Ἀθήνα. – Τοῦ λέγω, ἂς εἶσαι καλά, καπετᾶνε, ὁποῦ μᾶς θυμᾶσαι. – Ἔχασες τὰ δικά σου, μοῦ εἶπε, παίρνεις ἄλλα περισσότερα. Διὰ νὰ τὰ πάρωμε ὅμως χρειάζεται νὰ κάμωμε ἕνα πράμα, νὰ παστρέψωμε καμμιὰν εἰκοσιαριὰ ἀγκάθια ἀπὸ τούτους τοὺς γκαγκαραίους. Ὅποτε θέλῃς ἐσύ, γίνεται. – Νὰ ἰδοῦμε ἂν εἶναι καλό, τοῦ εἶπα, νὰ τὸ στοχαστοῦμε πρῶτα. Αὐτὰ τ᾿ ἄτομα εὐτὺς κατεβαίνω κάτου καὶ χωρὶς νὰ μὲ νοιώσῃ κανένας, ὅσους γνωρίζεις μῦυ δίνεις ἕναν κατάλογον, στέλνω ἀπὸ ῾ναν ἄνθρωπον, φωνάζει τὸν κάθε ἕναν, πηγάδια εἰς τὸ Σαράι εἶναι πλῆθος, τὸν ρίχνω καὶ ὕστερα τὸν ἄλλον καὶ δὲν θὰ πάρῃ χαμπέρι ἕνας τὸν ἄλλον, οὔτε θὰ μᾶς νοιώσῃ κανένας. – Αὐτὸ εἶναι καλό, μοῦ λέγει, καὶ νὰ τὸ ἀκολουθήσης. – Τοῦ λέγω, τὸ ἀκολουθῶ. Ὅμως θὰ κάμωμε πατρίδα μ᾿ αὐτά, θὰ λευτερωθοῦμε ἔτζι; Αὐτὰ εἶναι τυραγνικὰ πράματα καὶ δὲν σοῦ φέρνουν ὑπόληψη. Χάνεται τ᾿ ὄνομά σου. Δὲν θὰ εἰποῦνε ὅτι ὁ Γκούρας τὸ ῾καμε, οὔτε ὁ Μακρυγιάννης, «τὄκαμε ὁ Δυσσέας», θὰ εἰποῦνε. Ἐσὺ εἶσαι ὁ ἀρχηγός μας καὶ διὰ σένα θὰ εἰποῦνε. Ξέρεις τί σὲ συβουλεύω; Νὰ πάρῃς χίλιους, δυὸ χιλιάδες ἀσκέρι – νὰ εἶμαι ὁ χερότερος ἐγὼ – καὶ νὰ πᾶς νὰ πολεμήσῃς διὰ τὴν πατρίδα, νὰ τὴν σώσης, καὶ ἐσὺ νὰ δοξαστῇς καὶ νὰ σὲ λένε εὐεργέτη, κατὰ τ᾿ ὄνομα ὁπόχεις. Καὶ τέτοια θέλω νὰ κάνῃς ἐσὺ κι᾿ ὄχι ν᾿ ἀκῶ τυραγνικὰ πράματα. Κι᾿ αὐτὰ νὰ μὴ μάτα τὰ εἰπῇς. Κ᾿ ἐγὼ βίον δὲν θέλω». Τότε λέγει ὁ Γκούρας: «Βρέ, τί σὲ πονεῖ τὸ κεφάλι σου καὶ μιλεῖς μὲ τὸν Μακρυγιάννη; Αὐτὸς καμμίαν ῾πιτροπὴ θέλει νὰ φκειάνῃ ν᾿ ἀνακατώνῃ τοὺς ἀνθρώπους καὶ μὲ τοὺς Ἀθηναίους του ἔχει τὸ εἶναι του. – Σύντροφός σας, τοῦ λέγω, εἶμαι εἰς τὰ καλά, νὰ λευτερώσουμε τὴν πατρίδα, δι᾿ αὐτείνη πῆγαν νὰ μὲ σκοτώσουν τόσες φορὲς κι᾿ ἄφησα τὴν κατάστασή μου καὶ χρήματά μου κ᾿ ἔχω ὁμολογίες παλιὲς περίτου ἀπὸ σαράντα χιλιάδες γρόσια. Κι᾿ ἀφοῦ ἔχασα ὅλα αὐτά, ὅταν παίρνετε ἐσεῖς μιστὸν κάθε μήνα ἀπὸ τοὺς πολίτες, ἐδῶ καὶ εἰς τὸ Σάλωνα, ἐγὼ κάθομαι εἰς τὴ μπάντα μου καὶ παίρνω ἀπό ῾να ντεσκερέ. Σᾶς κρένω ῾λικρινῶς κι᾿ ὡς ἀδελφός σας, ὅτι ἀπὸ σᾶς λευτερώνεται ἡ πατρὶς κι᾿ ἀπὸ σᾶς χάνεται. Καὶ τὴν ῾πιτροπή τὴν ἔκαμα διὰ τὴν δόξα τὴν ἐδική σας, κι᾿ ἄλλη βολὰ θὰ τὸ ἰδῆτε, τώρα δὲν φαίνεται. Κι᾿ αὐτὰ ὁποῦ μου εἴπετε νὰ μὴν τὰ εἰπῆτε κανενοῦ σηκώθηκα κ᾿ ἔφυγα.

Οἱ Τοῦρκοι εἶχαν παραδοθῆ ἐξ αἰτίας τοῦ νεροῦ. Κοντὰ εἰς τὰ τείχη τοῦ κάστρου ἦταν ἕνα πηγάδι σκεπασμένο καὶ οἱ στραβοὶ δὲν τὸ ῾βλεπαν. Τὸ ηὕρανε οἱ Ἕλληνες καὶ στάθη ὁ Δυσσέας κι᾿ ὅλοι ἐμεῖς καὶ συνάξαμε τοὺς δύστυχους Ἀθηναίους κι᾿ ἀγωνίστηκαν τόσες μῆνες καὶ πλέρωναν κ᾿ ἔγινε μία ντάπια φοβερὴ κ᾿ ἔγινε ἕνα μὲ τὸ κάστρο καὶ τὸ νερὸ μπῆκε μέσα. Ἦταν ῾σ αὐτὸ πηγάδι καὶ μία ἐκκλησιούλα, τὸ νερό του γλυφό, ὅμως γερό. Ἂν ἔλειπε αὐτὸ τὸ πηγάδι, θὰ τὸ παθαίναμεν ἐμεῖς χερότερα ἀπὸ τοὺς Τούρκους.

Τὸν Δυσσέα τὸν ζήλευαν ὅλοι οἱ ἀρχηγοὶ καὶ τὸν κατάτρεχαν εἰς τὴν Ἀθήνα. Οἱ Ἀθηναῖοι κι᾿ ἄλλοι καμπόσοι ἀπὸ ἄλλες ἐπαρχίες τὸν χεροτόνησαν ἀρχιστράτηγον τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος. Τότε τὸν ζήλευαν περισσότερον οἱ ὀχτροί του. Εἶναι ἀλήθεια, ἦταν γνωστικώτερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ὅμως ὅποτε εὕρισκε ἄνθρωπον νὰ τοῦ μιλήσῃ φρόνιμα καὶ πατριωτικῶς, τὸν κατάτρεχε. Ἄκουγε κι᾿ αὐτὸς κι᾿ ὁ Γκούρας τὸ κακό. Κ᾿ ἐκεῖνοι ὁποῦ τοὺς πλησιάζαν ἔκαναν μὲ τὸ μέσο τὸ δικό τους τὰ κακά τους θελήματα.

Ἕνας παπὰς ἀπὸ τὰ χωριὰ τῆς Φήβας ἦταν φίλος τῶν Τούρκων πολὺ ἀγαπημένος, κ᾿ ἔκανε τὸν ἅγιον εἰς τοὺς Ρωμαίους καὶ πήγαινε σὲ ὅλα τὰ ὀρδιὰ καὶ πολιτεῖες καὶ νησιὰ κ᾿ ἔβλεπε καὶ μάθαινε ὅλα τὰ μυστικὰ τῶν Ἑλλήνων καὶ πάγαινε καὶ τὰ πρόδωνε τῶν Τούρκων. Κι᾿ ἀπὸ τὶς προδοσὲς αὐτεινοῦ πολλοὶ Ἕλληνες σκοτώθηκαν ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Τὸν μάθαν ἔπειτα οἱ Ἕλληνες, τὸν μαρτύρησαν χριστιανοὶ ὁποῦ ῾ταν πλησίον εἰς τοὺς Τούρκους, καὶ τὸν πιάσανε καὶ τὸν φέρανε εἰς τὴν Ἀθήνα εἰς τὸν Δυσσέα καὶ τὸν ἔχτισε ζωντανό, καὶ χτισμένος τελείωσε. Καὶ πῆραν μέτρα οἱ τοιοῦτοι εἰς τὸ ἑξῆς.

Τὸν Ὀκτώβριον μήνα, τὰ 1822, οἱ πρόκριτοι Ταλαντιοῦ, Λιβαδειᾶς κι᾿ ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέρη γράφουν εἰς τὸν Δυσσέα, ὁποῦ ῾ταν εἰς τὴν Ἀθήνα, καὶ τοῦ λένε: «Δώδεκα χιλιάδες Τοῦρκοι καὶ περίτου ἦρθαν καὶ ἔπιασαν τοὺς τόπους μας, χῶρες καὶ χωριά. Αὐτὸ μαθαίνοντας ἐμεῖς ἀπὸ τὶς βάρδιες ὁποῦ ῾χαμε ῾σ τὰ στενά, ἀφήσαμε ὅλο τὸ βίον καὶ ζωντανά μας, καὶ μὲ τὰ παιδιά μας πιάσαμε τὰ βουνά, καὶ τώρα ὁποῦ ἀρχινάγει ὁ χειμώνας θὰ χαθοῦμε ὅλοι ἀπὸ τὸ κρύο, τὴν γύμνια καὶ πείνα, καὶ δὲν βαστᾶμε αὐτό, κ᾿ ἐπίτηδές σου στέλνομε νὰ κοπιάσῃς μίαν ὥρα ἀρχύτερα, ὅτ᾿ εἴμαστε χαμένοι καὶ ἡ παρουσία σου θὰ μᾶς παρηγορήσῃ καὶ θὰ μᾶς σώσῃ». Εὐτὺς ὅπου τόλαβε ὁ Δυσσέος τὸ γράμμα αὐτό, σύναξε ὅλους τους Ἀθηναίους ἀπὸ χώρα καὶ χωριὰ καὶ τοὺς τὸ διάβασε. Καὶ τοὺς λέγει: «Νὰ συναχτοῦμε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα κι᾿ ἀπάνου νὰ πᾶμε ἐκεῖ ὁποῦ ῾ναι καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ δικοί μας ἄνθρωποι, τ᾿ ὀρδί, καὶ νὰ γίνωμε ἕνα σῶμα νὰ τοὺς πολεμήσωμε. Ἀλλοιῶς ἂν κάμωμε, οἱ Τοῦρκοι εἶναι πολλοὶ κ᾿ ἔχουν καὶ τὰ χωριὰ καὶ χῶρες πιασμένες κ᾿ ἔχουν καὶ ζαϊρέδες. Καὶ δὲν θ᾿ ἀφήσουνε ποδάρι ὡς τὴν Ἀθήνα, ὅλα αὐτὰ τὰ μέρη θὰ τὰ πλύνουν. Καὶ θὰ βγοῦνε κι᾿ ἀπὸ Ἔγριπον, ὁποῦ ῾ναι μία μεγάλη δύναμη, καὶ θὰ μᾶς ἀφανίσουνε. Καὶ διὰ ῾κεῖνο κινήθηκαν τὸν χειμώνα καὶ μᾶς πῆραν ὅλες τὶς τροφὲς κ᾿ ἐμᾶς μας ἔρριξαν εἰς τὰ βουνὰ καὶ δὲν θὰ νταγιαντήσουμε». Οἱ καϊμένοι οἱ φιλόπατροι οἱ Ἀθηναῖοι, χώρα καὶ χωριά, ἀποφάσισαν κ᾿ ἔδωσαν τρακόσους Ἀθηναίους κι᾿ ὁ Σαρρὴς κεφαλὴ τοὺς μ᾿ ἄλλους ἀξιωματικούς. Θὰ ῾διναν πολλὰ περισσότερους, ὅμως φυλάγαμε κι᾿ ἄλλα πόστα ἐδῶ διὰ τοὺς Ἐγριπαίους Τούρκους. Καὶ μὲ μεγάλον ζῆλον καὶ πατριωτισμὸν συνάχτηκαν εὐτὺς καὶ διόρισε κι᾿ ὁ Δυσσέας ἀνθρώπους δικούς του μὲ τὸν Γιωργάκη Λεπενιωτάκη, γενναῖον καὶ καλὸν πατριώτη. Καὶ συνάχτηκαν αὐτοί, κι᾿ ὅλοι μαζί, μὲ τοὺς Ἀθηναίους, κίνησαν τὸν ἴδιον μήνα καὶ πῆγαν εἰς τῆς Λιβαδειᾶς τὰ μέρη. Ἀνταμώθηκαν καὶ μὲ τοὺς ἄλλους δικούς μας ἐκεῖ. Οἱ Τοῦρκοι ἔγιναν δυὸ κολῶνες, μιὰ κινήθη ἀπὸ τὴν Γραβιὰ καὶ ἡ ἄλλη ἀπὸ τὸν Ζεμενὸ Ἀράχωβας καὶ μπῆκαν εἰς τὸ Σάλωνα συνχρόνως. Οἱ Τοῦρκοι εἶχαν γελάση τοὺς Ἕλληνες, ὅτι ἔβγαλαν καὶ λέγαν ὅτι θὰ κινηθοῦν διὰ Φήβα κι᾿ Ἀθήνα, καὶ οἱ Ἕλληνες εἶχαν τὴν προσοχὴ τοὺς αὐτοῦθε, καὶ μ᾿ αὐτείνη τὴν εὐκαιρίαν μπῆκαν οἱ Τοῦρκοι ἀπολέμητοι καὶ μὲ λίγην ζημίαν τοὺς (κλέφτικο χτύπημα). Κεφαλὲς τῶν Τούρκων ὁ Μεμὲτ πασσᾶς κι᾿ ὁ Τζελαλεντίμπεγης κι᾿ ἄλλοι σερασκέρηδες. Οἱ Ἕλληνες πιάσανε ὅλοι τὸν Ἁγιλιά, μιὰ ὥρα μακρυὰ ἀπὸ τὸ Σάλωνα, θέση δυνατή. Πῆγαν οἱ Τοῦρκοι τρεῖς φορὲς καὶ πολέμησαν εἰς τὸν Ἁγιλιά, καὶ τὶς τρεῖς φορὲς τοὺς χάλασαν οἱ Ἕλληνες.

Οἱ Τοῦρκοι μάθανε ὅτι ὅλες οἱ ἐπαρχίες οἱ γειτονικὲς ῾κονόμησαν τὶς φαμελιές τους καὶ συνάζονταν ὅλοι τώρα νὰ πᾶνε νὰ πολεμήσουνε συνχρόνως τοὺς Τούρκους εἰς τὸ Σάλωνα. Αὐτὸ μαθαίνοντας οἱ Τοῦρκοι, κάψαν ὅλα τὰ χωριὰ τοῦ Σαλώνου καὶ τὸ Σάλωνα καὶ φύγαν κρυφίως ἀπὸ τὸ μέρος τῆς Γραβιᾶς καὶ πέσαν εἰς τὸν κάμπον ἄβλαβοι, καὶ πῆγαν πάλε εἰς τὶς θέσες τοὺς οἱ Τοῦρκοι Λιβαδειᾶς, Μπουντουνίτζας, ὅλα αὐτὰ τὰ μέρη τοῦ κάμπου.

Ὁ Δυσσέος ἦταν ἀκόμα εἰς τὴν Ἀθήνα καὶ τόγραψαν τὸ πάεισιμον τῶν Τούρκων εἰς Σάλωνα, καὶ κινήθη διὰ Σάλωνα μὲ πολλὰ ὀλίγους, καὶ εἰς τὸν δρόμον ἔμαθε τὸ φευγάκι τους. Ὁ Δυσσέας ἔμεινε εἰς τῆς Λιβαδειᾶς τὰ μέρη καὶ γράφει τῶν ἀνθρώπωνέ του νὰ πᾶνε εἰς τὸ Δαδὶ ν᾿ ἀνταμωθοῦν. Πάγει κι᾿ ὁ Δυσσέας ἐκεῖ (χωριὸν τῆς Λιβαδειᾶς εἰς τὰ πρόποδα τοῦ Παρνασοῦ, κεφαλοχώρι, ὡς πέντε ὧρες ἀπὸ τὴν Λιβαδειά). Ἀφοῦ πῆγε ὁ Δυσσέας εἰς τὸ Δαδί, συνάχτηκαν καὶ οἱ ἄνθρωποί του καὶ οἱ Λιβαδίτες κι᾿ Ἀθηναῖγοι. Ὁ Δυσσέας μὲ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ τράβησε καὶ πῆγαν πανουκέφαλα τοῦ χωριοῦ, εἰς τὸ μοναστήρι ἡ Παναγιὰ (γερώτερη ἡ θέση ἐκείνη διὰ πόλεμον), καὶ εἰς τὸ Δαδὶ ἔμεινε ὁ Σαρρὴς μὲ τοὺς Ἀθηναίους. Ἄλλοι λένε ὅτι ἔμεινε μόνος του ὁ Σαρρής, ἄλλοι ὅτι παθητικῶς τὸν ἄφησε ὁ Δυσσέας, ὅτι τὸν κατάτρεχε κι᾿ αὐτὸς κι᾿ ὁ Γκούρας νὰ τὸν σκοτώσουνε (καὶ τὸν σκότωσαν ὕστερα).

Ἀφοῦ λοιπὸν ἔμεινε ὁ Σαρρὴς καὶ οἱ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ Ἀθηναῖγοι εἰς τὸ Δαδί, ὁ τόπος ἐκτεταμένος, λίγοι οἱ ἄνθρωποι, τοὺς ρίχτηκαν οἱ Τοῦρκοι πολλοὶ καὶ μὲ τὸ πρῶτο τους ἔρριξαν εἰς φυγή. Σκοτώθηκαν Ἕλληνες καμμιὰ δεκαπενταριά, πιάσαν καὶ τὸν Σαρρὴ ζωντανόν.

Μὲ τὸν χαλασμὸν αὐτεινῶν ψύχωσαν οἱ Τοῦρκοι πολύ, ρίχτηκαν καὶ εἰς τὸ μοναστήρι καὶ ζῶσαν τὸν Δυσσέα στενὰ ὁποῦ ῾ταν πολλὰ ὀλίγοι ἐκεῖ καὶ οἱ Τοῦρκοι πολλοί. Τόκαμαν πολλὰ γερούσια τοῦ Δυσσέα μὲ τοὺς ὀλίγους ὁποῦ ῾χε εἰς τὸ μοναστήρι. Τοὺς βάστηξαν οἱ Ἕλληνες γενναίως. Τοὺς πῆραν ὅμως μίαν θέσιν, σκότωσαν τὸν Μήνιο Κατζικογιάννη καπετάνο τῆς Φήβας, λάβωσαν καὶ τὸν Ἀλέξη Ταργατζίκη, γενναῖον πατριώτη καὶ τίμιον. Τότε ρίχτηκαν οἱ Τοῦρκοι μ᾿ ὁρμὴ νὰ πιάσουν τὸν Δυσσέα, τζάκισαν οἱ ἄνθρωποί του καὶ μπῆκαν εἰς φυγὴ καὶ κιντύνεψε ἀπὸ τὴν τρίχα ὁ Δυσσέας, ἔφυγε ξυπόλυτος. Τέλος κι᾿ αὐτὸς καὶ οἱ ἄνθρωποί του σώθηκαν καὶ πῆγαν εἰς τὴν Ἀράχωβα. Καὶ εἰς τὴν Ἀράχωβα πῆγε κι᾿ ὁ Νάκο Πανουργιᾶς μὲ τοῦ Σαλώνου τοὺς ἀνθρώπους καὶ κατέβηκαν μὲ τὸν Δυσσέα εἰς τὴν Ἁγιὰ Ρουσαλή. Οἱ Τοῦρκοι ἦταν εἰς Βελίτζα κι᾿ ὁλόγυρα ῾σ αὐτὰ τὰ μέρη.

Τότε ὁ Δυσσέας, ἀφοῦ εἶδε τοὺς Τούρκους δυνατοὺς πολὺ καὶ οἱ Ἕλληνες ἀδύνατοι καὶ κρύγοι, ὅτι σκόρπησαν μὲ τὶς φαμελιὲς τοὺς οἱ περισσότεροι καὶ χειμώνας, καὶ θὰ τοὺς κατασκλαβώσουνε καὶ θὰ πᾶνε οἱ Τοῦρκοι ὡς τὴν Ἀθήνα, καὶ μποροῦσε καὶ εἰς τὴν Πελοπόννησο, ὅτ᾿ ἦταν κι᾿ ἄλλοι πολλοὶ Τοῦρκοι εἰς Ἔγριπον, τότε, διὰ νὰ προλάβη ὅλα αὐτὰ τὰ κακά, τοὺς ἄρχισε τοὺς Τούρκους ὁ Δυσσέας μ᾿ ὁμιλίες, πὼς θὰ προσκυνήση, κ᾿ ἔστειλε τὸν γραμματικόν του καὶ τοὺς εἶπε νὰ πάψουν τὸν πόλεμο καὶ νὰ μιλήσουνε. Οἱ Τοῦρκοι ἀκολούθησαν αὐτό. Κι᾿ ὁ Δυσσέας τοὺς ἤφερνε γύρα, κ᾿ ἔστειλε παντοῦ σὲ ὅλους τους γειτόνους του νὰ ῾ρθούνε μὲ δύναμες, καὶ ἔδινε καιρὸν καὶ παραμεροῦσαν οἱ ἀδύνατοι μ᾿ ὅ,τι ζωντανά τους μέναν εἰς τὰ ψηλώματα. Τότε ὁ πασσᾶς κι᾿ ὁ Τζελαλεντίμπεγης, φίλος του Δυσσέα ἀπὸ τὸν Ἀλήπασσα, ζήτησαν ν᾿ ἀνταμωθοῦν ῾σ ἕνα μέρος μ᾿ αὐτόν. Ἀνταμώθηκαν, τοῦ εἴπανε νὰ προσκυνήση ὁ Δυσσέας μ᾿ ὅλους τους κατοίκους κι᾿ ὅ,τι θέλη τοῦ γίνεται ἀπὸ τὸν Σουλτάνο. Δολερῶς ὁ Δυσσέας τοὺς ὑποσκέθηκε αὐτά, μὲ ψευτιές. Τοὺς ζήτησε πρῶτα ἀσφάλειαν δική του καὶ τῶν κατοίκων. Μείναν οἱ Τοῦρκοι σύνφωνοι εἰς αὐτό, ὅ,τι συνφωνῖαν θέλη κάνουν, διὰ τὴν σιγουρτὰ τοὺς ὅμως νὰ προσκυνήσουνε οἱ κάτοικοι κι᾿ ὁ Δυσσέας. Μείναν σύνφωνα καὶ τὰ δυὸ μέρη. Φκειάνουν οἱ Τοῦρκοι ἕνα συνφωνητικόν, τὸ δίνουν νὰ τὸ ὑπογράψη ὁ Δυσσέας. Ἀφοῦ τὸ διάβασε, λέγει τῶν Τούρκων: «Αὐτὸ δὲν σημαίνει, νὰ τὸ ὑπογράψω ῾γω μόνος μου, θέλει νὰ εἶναι καὶ ὅλοι οἱ κάτοικοι, νὰ κάμωμε σίγουρα πράματα, νὰ μὴν ἔβγω ψεύτης οὔτε εἰς τὸν Σουλτάνο, οὔτε εἰς τοῦ λόγου σας. Καὶ διὰ νὰ γένουν αὐτὰ πρέπει νὰ συναχτοῦν οἱ κάτοικοι ἐδῶ, νὰ θαρρύνουν. Λοιπὸν νὰ φύγετε οἱ Τοῦρκοι διὰ τὸ Ζιτούνι καὶ σᾶς δίνω ρεέμια». Καὶ βάλαν καὶ μία διορίαν εἰς αὐτό, ὅσο νὰ τελειώση. Καὶ τοὺς ἔδωσε τρία ἀσήμαντα ρεέμια, τοὺς εἶπε ὁ Δυσσέας τί νὰ λένε τῶν Τούρκων, τί μεγάλοι ἄνθρωποι καὶ σημαντικοὶ εἶναι. Καὶ μὲ ταῦτο μείναν εὐκαριστημένοι οἱ Τοῦρκοι καὶ πῆγαν ὅλοι εἰς τὸ Ζιτούνι καὶ κάθισαν κάνα δυὸ μήνους ἐκεῖ. Καὶ διαλύθηκαν. Φύγαν καὶ τὰ ρεέμια κρυφὰ καὶ ἦρθαν εἰς τὸν Δυσσέα. Καὶ οἱ κάτοικοι συνάχτηκαν πίσου εἰς τὸν τόπο τους καὶ τήραγαν τὴν δουλειά τους. Εἶχε μιλήση ὁ Δυσσέος τῶν Τούρκων ὅ,τι ζωντανά, καματερὰ κι᾿ ἄλλα, πῆραν τῶν κατοίκων νὰ τ᾿ ἀφήσουνε ὀπίσου, νὰ θαρρύνουν οἱ κάτοικοι διὰ νὰ προσκυνήσουνε. Κι᾿ ἄφησαν πολλά. Αὐτοὺς λένε ἀνθρώπους σημαντικούς, καὶ καλὸ κάν᾿ νε καὶ κακό. Εἶναι ὅμως λιγώτερον τὸ κακὸ αὐτεινῶν καὶ πολὺ τὸ καλό, σώνουν πατρίδα, ῾στὸ καλό, ῾στὸ κακό, βλάβουν ἄτομα. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι καὶ διὰ τὸ καλὸ καὶ διὰ τὸ κακό. Ὅταν κάνη λίγο κακὸ καὶ μεγάλο καλό, ὁ Θεὸς τὸν συχωράγει.

Ὅταν ἀνταμωθήκαμε μὲ πολλοὺς ἀξιωματικούς του Δυσσέα καὶ κατοίκους, ὁποῦ ἦταν ὅλοι παρόν, μοῦ τὰ εἶπαν αὐτὰ κι᾿ ἀπὸ γράμματα ποὺ μόστειλαν τὰ γράφω ὅλα. Μάλιστα ἕνας ἀξιωματικός του Δυσσέα ἀγαπημένος του, γενναῖος, τίμιος (τὸν εἶχα ὁρκισμένον μέλος τῆς ῾πιτροπής) μοῦ εἶπε κι᾿ αὐτὸς αὐτά, τὸν λέγαν Χρῆστο Τζάμη, καὶ μοῦ εἶπε, ὅταν ἦταν ὁ Δυσσέος εἰς τὴν Ἀθήνα, εἶπε τοῦ Γκούρα νὰ προσέχη ἀπὸ ῾μένα νὰ μὴν τοῦ πάρω τὸ κάστρο μὲ τὴν ῾πιτροπή μου. Καὶ μὲ πρόσεχαν πολύ. Θὰ μ᾿ ἔπαιρνε μαζί του ὁ Δυσσέος, κι᾿ ὡς ἀγαπημένος τῶν πολιτῶν μ᾿ ἄφησε διὰ τὴν ἡσυχίαν.

Ὁ Σαρρής, ὁποῦ ῾ταν σκλάβος, ἔφυγε ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴν χάψη μὲ τὰ σίδερα εἰς τὰ ποδάρια, ἀπὸ τὴν Λάρσα. Ἄξιον καὶ γενναῖον παληκάρι, γλύτωσε ἀπὸ τοὺς Τούρκους, τὸν φάγαν οἱ ἄλλοι, τὸν σκότωσαν. Τὸν κιντύνευαν καὶ πρωτύτερα νὰ τὸν σκοτώσουν κ᾿ ἔβαλαν κ᾿ ἐμένα νὰ τὸν σκοτώσω. Ἐγὼ ὡς παληκάρι τὸν σεβόμουν καὶ τὸν ἀγαποῦσα ὡς ἀδελφό μου καὶ τοῦ τὸ εἶπα κ᾿ ἔφυγε δυὸ τρεῖς μῆνες εἰς τὰ νησιά. Τὸ ῾μαθαν αὐτεῖνοι ὅτι τοῦ εἶπα ἐγὼ κ᾿ ἔφυγε. Σὲ τρεῖς μῆνες γύρισε πίσου εἰς τὴν πατρίδα του. Μ᾿ ἔστειλαν ἐμένα καὶ βήκα διὰ δουλειὰ εἰς τὰ χωριά, ἦρθα καὶ τὸν ηὗρα σκοτωμένον. Καὶ τοῦ πῆραν καὶ τὸν βίον του. Ὑστερώτερα βρέθη σκοτωμένος κι᾿ ὁ Μελέτης Βασιλείου Χασιώτης, ὁποῦ ῾ρθε εἰς τὴν Γραβιὰ νὰ μᾶς πάρη εἰς τὴν Ἀθήνα. Πολέμαγαν νὰ σκοτώσουνε καὶ τοὺς Λεκκαίους καὶ σώθηκαν εἰς τὴν Πελοπόννησο. Καὶ ῾περασπίζομουν ἐγὼ τὶς φαμελιές τους. ῾Νεργοῦσαν καὶ διὰ ῾μένα μὲ τρόπον νὰ μὲ σκοτώσουνε. Πάντοτες εἶχα τὸ νοῦ μου. Κι᾿ ὁ Θεὸς μὲ γλύτωσε.

Ἀφοῦ ἦταν ὁ Μαμούρης ἔξω ντερβέναγας (καὶ τζάκιζε τοῦ φίλους του μὲ τὸ τζεκούρι, ὁποῦ τὸν ἔφεραν ἐδῶ), εἶχε καὶ κολτζῆδες εἰς τὰ χωριὰ ὁποῦ περιέρχονταν. Πῆγαν εἰς τὸ Μενίδι αὐτεῖνοι, μέθυσε ὁ ἀξιωματικός, γράφει τοῦ Γκούρα ὅτι οἱ Μενιδιάτες θὰ κάμουνε ἐπανάστασιν ἀναντίον του. Τότε στέλνει μὲ φωνάζει σουρουπώνοντας νὰ πάγω ῾στὸ Μενίδι. Μὄδωσε κι ἀνθρώπους, πῆρα καὶ τοὺς δικούς μου νὰ πιάσω τοὺς αἴτιους ὁποῦ θὰ μοῦ εἰπῆ ὁ ἀξιωματικός, νὰ τοὺς δέσω, κι᾿ ἂν δὲν σταθοῦν, σκότωμα καὶ κάψιμον ὅλο τὸ χωριόν. Πῆρα τοὺς ἀνθρώπους ὅπως διατάχτηκα καὶ πῆγα τὴν νύχτα. Βλέπω ἀπ᾿ ὅσους ἀνθρώπους μου ῾χε δομένους ὁ Γκούρας εἶχαν καὶ ζῶα καμπόσοι καὶ σακκιά. Κοντὰ εἰς τὸ χωριὸν τοὺς ρωτάγω: «Τάχουμε, μοῦ λένε, νὰ φορτώσουμε πλιάτσικα. Τί ῾ναι αὐτεῖνοι, τοὺς λέγω, ὁποῦ θὰ – Τ᾿ εἶναι ἐκεῖνοι, τοὺς λέγω, ὅπου θὰ γυμνώσουμε, Τοῦρκοι; Αὐτεῖνοι εἶναι Ἕλληνες, συναγωνισταί μας, κι᾿ ἂν πορευτοῦμε τοιούτως, τί Ρωμαίικον θὰ κάμωμε; Δὲν σώθηκαν οἱ Τοῦρκοι ἀκόμα καὶ θὰ μᾶς κάμουν πλιάτσικα ἐμᾶς. Καὶ τί στοχάζεστε, θὰ μπορέσουμε νὰ γυμνώσουμεν τοὺς Μενιδιάτες; Αὐτὸ εἶναι τόσα ντουφέκια, κεφαλοχώρι. Ν᾿ ἀκούσετε ἐμένα ὡς μεγαλύτερον, κι᾿ ὅπως ἰδῶ ἐγὼ τὰ πράματα, θὰ σᾶς ὁδηγήσω, ὅτι δὲν σκοτώνομαι ἐγὼ μ᾿ Ἕλληνες, τοὺς ἀδελφούς μου». Τοὺς κακοφάνη καμποσουνῶν, τοὺς εἶπα: «Σύρτε μόνοι σας κ᾿ ἐγὼ γυρίζω πίσω». Τότε κλίναν νὰ μ᾿ ἀκούσουνε. Ἅμα ἔφτασα ῾στὸ χωριό, διὰ νυχτὸς πῆγα εἰς τὸ κονάκι τοῦ ἀξιωματικοῦ, τὸν παίρνω κρυφὰ καὶ τοῦ λέγω: «Τ᾿ εἶναι τὸ λάθος ὁποῦ ῾καμες κ᾿ ἔγραψες αὐτὰ τὰ ψέματα τοῦ Γκούρα καὶ μ᾿ ἔστειλε νὰ ξετάξω καὶ νὰ σὲ πιάσω; – Ἤμουν μεθυσμένος, μοῦ λέγει, κ᾿ ἔκαμα αὐτὸ τὸ λάθος. – Δό᾿ μοῦ τὸ ἐνγράφως νὰ πάγω νὰ τοῦ κάμω ριτζᾶ, νὰ τοῦ μιλήσω ἐγὼ νὰ σὲ συχωρέση». Τὸ παίρνω ἐνγράφως, βάνω μάρτυρες κι᾿ ὅσους ἦταν ἐκεῖ, ἔστειλα καὶ εἰς τὸ χωριὸν μὲ τρόπον κ᾿ ἔπιασα καμμιὰ δεκαριὰ χωριάτες, τοὺς πῆρα διὰ νυχτὸς χωρὶς νὰ μάθη κανένας, τοὺς ἤφερα εἰς τὴν Ἀθήνα, τοὺς διάταξα τί νὰ εἰποῦνε τοῦ Γκούρα κι᾿ ὅτι τοὺς ἀφάνισα ἀπὸ τὸ ξύλο καὶ παιδεμοὺς κι᾿ ἀπὸ τὸ πολὺ δέσιμον. Κι᾿ ὅταν παρουσιαστοὺν εἰς τὸν Γκούρα, νὰ φωνάζουν ἀναντίον μου. Τοὺς ἀφίνω εἰς τὸ Κονάκι, στέλνω τοῦ Γκούρα καὶ σμίγομε ὁληνύχτα, τοῦ δίνω τὸ γράμμα, τὸ διαβάζει, τοῦ μιλῶ καὶ καμπόσα, τοῦ λέγω: «Τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ἔχω δεμένους ὅλους καὶ νὰ σοῦ τοὺς φέρω καὶ κᾶμε τοὺς ὅ,τι θέλης. – Σὲ περικαλῶ, μοῦ λέγει, κᾶμε ὅ,τι μπορέσης καὶ μ᾿ ὅ,τι τρόπον νὰ τοὺς στείλης πίσου, νὰ μὴ μαθευτῆ αὐτό». Πῆγα, ηὗρα τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ἔλυσα καὶ τὴν ἴδια νύχτα πῆγαν εἰς τὰ σπίτια τους.

Ἔρχονται καὶ τοῦ λένε ἕνα παρόμοιον σὲ καμπόσον καιρὸν διὰ τὴν Χασιά, τὸ χωριόν, ὅτι οἱ Χασιῶτες σήκωσαν κεφάλι. Πήγανε ὁ Μαμούρης κι᾿ ὁ Κατζικογιάννης, ὅτι ἐγὼ ἔφυγα ἀπὸ τὰ τοιούτα, καὶ πιάνουν τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς ἀφανίζουνε, καὶ τοὺς πῆραν τὸ βίον τους, πάτησαν κορίτζα καὶ τόσα ἄλλα κακά.

Ὅταν ἦρθε ὁ Κιτάγιας, ηὖρε ἀνθρώπους φορτωμένους λιθάρια εἰς τὰ χωριά, ὁποῦ τοὺς τυραγνοῦσαν αὐτεῖνοι διὰ χρήματα, καὶ τοὺς ξεφόρτωσε ὁ Κιτάγιας καὶ στουπίρησε κι᾿ αὐτός, ὁποῦ ἦταν Τοῦρκος. Καὶ δι᾿ αὐτὰ προσκύνησαν τὰ χωριὰ τῆς Ἀθήνας καὶ βαστάχτη ὁ Κιτάγιας καὶ σκοτώθηκαν τόσος κόσμος κι᾿ ἀφανίστη ὁ τόπος ὅλως διόλου καὶ ξανὰ τὸν ἀγοράσαμε πίσω ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ἂν δὲν προσκυνοῦσαν οἱ χωριάτες, δὲν μποροῦσαν οἱ Τοῦρκοι νὰ κάμουν τίποτας. Αὐτεῖνοι ξέραν ὅλους τους τόπους καὶ παίρναν τοὺς Τούρκους καὶ πήγαιναν κι᾿ αὐτεῖνοι μαζὶ καὶ πολεμοῦσαν καὶ νταγιάνταγαν τοὺς Τούρκους ἀπὸ ζαϊρέ, καὶ τοὺς ψύχωναν καὶ τοὺς ὁδηγοῦσαν σὲ ὅλα τὰ μονοπάτια. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἱστορικόν.

Τοιοῦτοι ἄνθρωποι θέλουν νὰ πλουτήνουν, ὅταν δὲν εἶναι καιρὸς διὰ πλούτη, ἀλλὰ εἶναι καιρὸς ν᾿ ἀγωνιστοῦν καὶ ὕστερα ἔρχονται τὰ πλούτη καὶ ἡ δόξα μαζί. Ἐμεῖς τοὺς συντρόφους μας τοὺς δένομε καὶ τοὺς φορτώνομε λιθάρια κ᾿ ἔρχονται οἱ Τοῦρκοι καὶ τοὺς ξεφορτώνουν. Ἐμεῖς τοὺς τίμιους φίλους μας καὶ καλοὺς πατριῶτες τοὺς σκοτώνομε, τοὺς παντίδους τοὺς σεβόμαστε, κι᾿ ἀφίνομε τὸ Στραβοσουρμελὴ νὰ κλέβη τὴν ντογάνα, νὰ μᾶς δίνη κ᾿ ἐμᾶς καὶ νὰ τρώγη καὶ αὐτός, καὶ νὰ γράφη ψευτιὲς κ᾿ ἐπαίνους. Καὶ μὲ τοὺς κόλακας καὶ κλέφτες κι᾿ ἀπατεῶνες βέβαια ἡ πατρὶς κιντύνεψε καὶ θὰ κιντυνέψη. Τὰ σημειώνω κ᾿ ἐγὼ ἐδῶ ἴσως ἐσεῖς οἱ μεταγενέστεροι, σὰν ἰδῆτε τὴν ἀρετή μας, θὰ εἶστε ῾λικρινώτεροι διὰ τὴν πατρίδα. Γλυκώτερον πράμα δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν πατρίδα καὶ θρησκεία. Ὅταν δι᾿ αὐτὰ τὸν ἄνθρωπον δὲν τὸν τύπτη ἡ συνείδησή του, ἀλλὰ τὰ δουλεύη ὡς τίμιος καὶ τὰ προσκυνή, εἶναι ὁ πλέον εὐτυχῆς καὶ πλέον πλούσιος.

Τὸν ἀδελφό μου τὸ Γκούρα τὸν ἔπιασα μία ἡμέρα καὶ τοῦ εἶπα, ὡς ἀδελφός του ῾λικρινής, καμπόσες διάτες, ὅ,τι μο᾿ ῾κόβε τὸ κεφάλι μου. Τοῦ εἶπα: «Ἐδῶ εἰς τὴν Ἀθήνα εἶναι πλούτη καὶ δόξα συντροφεμένα, εἶναι κι᾿ ἀτιμία κι᾿ ἁρπαγή, κι᾿ ὅποιο ἀπ᾿ αὐτὰ ἀγαπάγη μπορεῖ νὰ πάρη ὁ καθείς, καὶ καταξοχὴ ἐσὺ ὁποῦ μπορεῖς νὰ ὠφελήσης καὶ νὰ ζημιώσης εἰς τὴν θέσιν ὁποῦ ῾ναι ἡ πατρίδα. Ἡ πατρίς μας (τοῦ εἶπα) ἔχει μεγάλον ἀγώνα κ᾿ ἔχει τὴν ἀνάγκη μας νὰ τὴν δουλέψωμε τώρα καὶ νὰ μᾶς δοξάση, ὅταν ἡσυχάση, ἀναλόγως τὸν καθέναν κατὰ τὴν θέσιν ὁποῦ βρίσκεται καὶ τὴν ἰκανότη ὁποῦ ἔχει καὶ τὴν ἀρετὴ ὁποῦ θὰ δείξη. Τώρα ἡ πατρὶς εἶναι εἰς αὐτείνη τὴν κατάστασιν, κ᾿ ἐδῶ εἰς τὴν Ἀθήνα φαίνεται καὶ ἡ δούλεψη τοῦ κάθε ἑνοῦ καὶ ἡ κατάχρηση, ὅτι καθημερινῶς ἔρχονται ξένοι ἄνθρωποι καὶ παρατηροῦνε τοὺς σημαντικοὺς ἀνθρώπους, ἂν πατριωτικῶς δουλεύουν ἢ δολερῶς. Κι᾿ ἀπὸ αὐτὰ φωτίζονται οἱ ξένοι, ἂν δουλεύωμε διὰ λευτεριά, μᾶς βοηθοῦνε οἱ φιλάνθρωποι, κι ἂν δουλεύωμε διὰ ληστείαν, μᾶς μουτζώνουν. Κι᾿ ἂν φερθῆς πατριωτικῶς καταξοχὴ ἐσύ, ὁποῦ ῾σαι κεφαλὴ ἐδῶ, νὰ ἡ δόξα σου, νὰ ἡ εὐτυχία τῆς πατρίδος – νὰ καὶ ἡ δυστυχία αὐτεινῆς κ᾿ ἐμᾶς, ἂν φερθῆς ἀλλοιώτικα». Κάμποσον καιρὸ μὲ ἄκουσε. Ὕστερα ἐκεῖνοι ποὺ τὸν τρογύριζαν εἶχαν ἀνάγκη νὰ βαίνουν νὰ ψήνη αὐτὸς τὸ σφαχτὸ κι᾿ αὐτοὶ χαζίρι νὰ τὸ τρῶνε. Πιάστηκα δι᾿ αὐτά, μαλλώσαμε, ἦρθε νὰ μὲ πολεμήση, κλείστηκα κάτου εἰς τὸ σπίτι μου, ἦρθαν καὶ οἱ Ἀθηναῖοι, πολλοί, μ᾿ ἐμένα νὰ μοῦ βοηθήσουν, ἂν μ᾿ ἀκολουθήση τίποτας. Δὲν ἤθελα νὰ βάλω τοὺς ἀνθρώπους σὲ κακὴ θέση, καὶ ὕστερα νὰ πάθουν αὐτεῖνοι γιὰ ῾μένα. Ἦρθε ὁ Ζαχαρίτζας ὁ Νικολάκης κι᾿ ἄλλοι, τοὺς κατάλαβαν ὕστερα ὅτι οὔτε φίλους σέβονται, οὔτε ὀχτρούς.

Τότε, νὰ μὴν γένη κάνα δυστύχημα, πῆρα καμμιὰ ἑκατὸν πενηνταριὰ ἀνθρώπους καὶ πῆγα εἰς τὴν Κούλουρη νὰ περάσω εἰς τὴν Διοίκησιν, ν᾿ ἀκούσω τὶς διαταγές της. Ἔστειλε ὁ Γκούρας εἰς τὴν Κούλουρη νὰ μὲ γυρίσουν ὀπίσου, μοῦ μίλησαν οἱ Ἀθηναῖοι, οἱ Φηβαῖγοι, οἱ Λιβαδίτες, δὲν γύρισα. Μὲ περικάλεσαν, ἦρθε κι᾿ ὁ Νικήτας μὲ Πελοποννήσιους. Γύρευαν νὰ βγοῦνε ἔξω καὶ νὰ μὴν πάγω ἐγὼ μὲ στρατέματα μέσα εἰς τὴν Πελοπόννησο καὶ δειλιάζουν ὂσ᾿ ἦταν μὲ τὸν Νικήτα νὰ βγοῦνε εἰς τὴν Ρούμελη. Τότε διὰ νὰ μὴ γένη καὶ αὐτό, σηκώθηκα καὶ πῆγα κι᾿ ἀνταμώθηκα μὲ τὸν Δυσσέα. Πιάσαμε τὴν Βελίτζα. Ἔρχονταν ἕνα πλῆθος Τοῦρκοι μὲ ζαϊρέδες καὶ πολεμοφόδια, μὲ γκαμήλια, μ᾿ ἄλλα φορτηγὰ καὶ ρίξαν ὀρδὶ τὸ βράδυ εἰς τὸν κάμπο τῆς Λιβαδειᾶς, εἰς τοῦ Κατίκου τὸ χάνι, νὰ μείνουν ἐκεῖ. Τοὺς ριχτήκαμε τὴν νύχτα καὶ τοὺς δώσαμε ἕνα ντουφεκίδι καὶ τοὺς πήραμε γκαμήλια πλῆθος, ἄλογα καὶ ζαϊρέδες. Καὶ κατασκορπίστηκαν οἱ Τοῦρκοι. Ὕστερα πιάστη ὁ Δυσσέας μὲ τοὺς συντρόφους τοῦ διὰ τοὺς μιστούς, ἤθα τὸν σκοτώσουνε. Τοὺς ἔφυγε καὶ κόλλησε εἰς τὴν σπηλιά του. Μ᾿ ἔστειλαν ὅλοι οἱ σύντροφοι καὶ τοῦ μίλησα, δὲν θέλησε νὰ κάμη τίποτας. Κι᾿ ἀναχώρησαν διὰ τὸ Σάλωνα, καὶ μείναμε πολλὰ ὀλίγοι μ᾿ αὐτόν. Κι᾿ αὐτὸς ἔκατζε εἰς τὴν σπηλιὰ κ᾿ ἐμεῖς βάναμε ἕναν γεροντότερον κεφαλή, Μαργετίνη τὸν ἔλεγαν, καὶ βαρούσαμε κλέφτικα τοὺς Τούρκους ὁποῦ ῾ρχονταν μὲ ζαϊρέδες διὰ μέσα. Ὕστερα πήγαμε εἰς τὴν Πέτρα καὶ ρίξαμε ὀρδὶ πανουκέφαλα κι᾿ ὅταν διάβαιναν Τοῦρκοι μὲ ζαϊρέδες, τοὺς χτυπούσαμε. Καὶ σταθήκαμε καμπόσον καιρὸν ἐκεῖ.

Γράφουν τοῦ Δυσσέα φίλοι του ἀπὸ τὴν Ἀθήνα ὅτι τὸν Γκούρα τὸν γύρισε ὁ Κωλέτης καὶ οἱ ἄλλοι καὶ εἶναι ἀναντίος του. Μὲ φωνάζει ὁ Δυσσέας καὶ μοῦ λέγει αὐτὸ καὶ νὰ πάρω τοὺς ἀνθρώπους μου καὶ νὰ μοῦ δώση κι᾿ ἄλλους δικούς του νὰ πάγω εἰς τὴν Ἀθήνα, νὰ κάμω καὶ παρτίδο μυστικὸν ἐκεῖ, νὰ εἴμαστε ἀναντίον τοῦ Γκούρα. Κι᾿ ἂν μπορέσωμε, νὰ τοῦ πάρωμε καὶ τὸ κάστρο. «Αὐτὰ δὲν μπορῶ νὰ τὰ κάμω ἐγώ, τοῦ λέγω, δὲν ῾πιτηδεύομαι, ν᾿ ἀνοίξη κάνα δυστύχημα ῾στὴν Ἀθήνα νὰ κιντυνέψουν οἱ ἀθῶοι, ὁποῦ τοὺς κυβέρνησε ὁ παγιωμός μας εἰς τὴν πατρίδα τους, ὁποῦ ὅσα τραβοῦν μ᾿ ἐμᾶς δὲν τράβησαν μὲ τοὺς Τούρκους». Μοῦ ἔπεσαν, «Δὲν θέλω νὰ πάγω!» Νὰ μὴν εἰπῶ κανενοῦ τίποτας, – τὸ βάσταξα μυστικόν, «Ἐγώ μου λέγει τότε ὁ Δυσσέας, στέλνω τὸν Στάθη Κατζικογιάννη» (τὸν εἶχε καὶ συγγενῆ). Πηγαίνοντας εἰς τὴν Ἀθήνα, τὸν γύρισε ὁ Γκούρας καὶ οἱ συντρόφοι του μὲ τὸ πνεῦμα τους. Καὶ τὸν πάντρεψε ὁ Γκούρας καὶ τὄδωσε καὶ τὴν γυναικαδέλφην τοῦ γυναίκα. Αὐτὰ μαθαίνοντας ὁ Δυσσέας, ἀπολπίστη, καὶ δούλευε ἀναντίον τοῦ πολιτικὴ Βλάχικη (δολεροὶ συνβοῦλοι τοῦ Γκούρα, ἀπὸ τοὺς συντρόφους τοῦ Κωλέτη καὶ συντροφιά). Τότε ἔρχεται ὁ Δυσσέας εἰς τὴν Πέτρα καὶ μᾶς πῆρε ὅλους καὶ πήγαμε εἰς τὴν Κούλουρη. Ἦταν ἐκεῖ τὸ Βουλευτικὸν σῶμα κ᾿ Ἐκτελεστικόν. ῾Γγίχτηκε ὁ Δυσσέας μὲ τοὺς ἀνθρώπου τοῦ ἐκεῖ διὰ τοὺς βαθμούς. Γύρευαν νὰ τὸν σκοτώσουνε, ὅτι τοὺς ἀδίκησε. Ἔπεσα ἐκεῖ, τοὺς μίλησα καὶ ἡσύχασαν.

Ἤθελα νὰ φύγω ἀπὸ κοντά του. Τότε ἦταν ὁ Τουμπάζης ἐκεῖ καὶ σύναζε ἀνθρώπους διὰ τὴν Κρήτη. Μὲ σύστησαν ἐμένα εἰς αὐτόν, μοῦ εἶπε νὰ μὲ κάμη ἀρχηγὸν τῆς ἐκστρατείας εἰς τὴν Κρήτη καὶ νὰ συνάξω χίλιους πεντακόσιους ἀνθρώπους, νὰ μοῦ δώση χρήματα νὰ τοὺς συνάξω. Τοῦ ὑποσκέθηκα, μίλησα μὲ πολλοὺς ἀξιωματικούς του Δυσσέα κι᾿ ἀλλουνῶν. Μὲ μαρτύρησαν εἰς τὸν Δυσσέα, μοῦ παραπονεύτηκε κι᾿ αὐτὸς καὶ οἱ ἄλλοι ὅτι θὰ τοὺς πάρω τοὺς ἀνθρώπους. Πῆγαν εἰς τὴν Διοίκησιν καὶ μίλησε τοῦ Τουμπάζη ἡ Διοίκηση, κ᾿ ἔμεινε διὰ τὸ παρόν.

Τότε ἡ Διοίκηση κι᾿ ὁ Δυσσέας ἔστειλαν τὸν Νικήτα κ᾿ ἐμένα καὶ πήγαμε εἰς Κόρθο νὰ μιλήσουμε τῶν Τούρκων ὁποῦ βαστοῦσαν τὸ κάστρο τῆς Κόρθος, νὰ μᾶς τὸ δώσουν. Οἱ Τοῦρκοι μας ἔβαλαν εἰς τὸ κανόνι, ὁποῦ δὲν εἴδαμε πούθε νὰ κάμωμε. Δὲν ἦταν ὁ Ἀχιλλέας, ὁ φρούραρχος τῆς Διοίκησης, ὁποῦ τ᾿ ἀφίνει ῾φοδιασμένο καὶ φεύγει, εἶναι Τοῦρκος, πολεμάγει διὰ τὴν πίστη του. Ὁ Τοῦρκος ἔτρωγε ποντίκια καὶ μᾶς γάμησε τὸ κέρατο μὲ τὰ κανόνια καὶ μπόμπες. Ὁ Ἀχιλλέας, ἀρνιὰ καὶ κριάρια μέσα, τ᾿ ἀφίνει ὅλα καὶ πάγει νὰ ῾βρη τοὺς συντρόφους τοῦ ὁποῦ τὸν διορίσαν.

Ὁ Νικήτας πῆγε διὰ τ᾿ Ἀνάπλι κ᾿ ἐγὼ γύρισα καὶ εἶπα αὐτὰ εἰς τὴν Διοίκηση καὶ ὕστερα πῆγα εἰς τὴν Ἀθήνα. Σὲ καμπόσες ἡμέρες ἀκολούθησε μία ταραχὴ εἰς τὴν Κούλουρη ἀναντίον τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ Δυσσέας ἔστειλε ἐμένα νὰ τοὺς βοηθήσω, ἐγὼ πῆγα καὶ ἡσύχασα τὰ πράματα ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦ κακοφάνη τοῦ Δυσσέα. Τότε σηκώθηκα κ᾿ ἐγὼ μίαν νύχτα, πῆρα τοὺς ἀνθρώπους μου κι᾿ ἄλλους καμπόσους αὐτεινοῦ καὶ τοῦ Γκούρα καὶ διὰ νυχτὸς πῆγα εἰς τὸν Δράκον κι᾿ ἀπὸ κεῖ ἔπιασα εὐτὺς καΐκια καὶ μπαρκαριστήκαμε καὶ πέρασα εἰς τὴν Πιάδα τὰ 1823 Ὀκτωβρίου 25. Ἐβήκα εἰς τὴν Πιάδα. Ἔστειλε ὁ Δυσσέας κοντά μου νὰ γυρίσω κι᾿ ὅ,τι θέλω νὰ μοῦ δώση, ὅτ᾿ ἦταν ἀδύνατος. Τοῦ εἶπα ἐκείνου ὁποῦ ἦρθε νὰ τοῦ εἰπῆ νὰ κάτζη μὲ τὸν Κάρπον του. Αὐτὸς ἦταν ἕνας παπὰς (ἦρθε ἀπὸ τὴν Ρουσσία), ὅλους τους ἀνθρώπους τοὺς ἀνακάτωνε εἰς τὸν Δυσσέα. Τὸ᾿ ῾δίωξε ὅλον τὸν ταϊφά του, δόλιος καὶ αἱμοβόρος, ὁποῦ τὸ᾿ ῾λεγες νὰ κάμη κάναν Τοῦρκον χριστιανόν, αὐτὸν τὸν Τούρκευε χερότερα. Ἀφοῦ κυβέρνησε τ᾿ ἀσκέρι τοῦ Δυσσέα καὶ τὸν ἔκαμε νοικοκύρη μὲ τὶς διάτες του, μπῆκε ὕστερα εἰς τὸ ταχτικὸ κ᾿ ἔκοψε τὰ γένια του. Μ᾿ ἀνακάτεψε εἰς τὴν Ἀθήνα μὲ τὸν Δυσσέα, καὶ κοντέψαμε κάποτε νὰ σκοτωθοῦμε οἱ δυό μας εἰς τὸ παζάρι διὰ τὸ ψωμί, τὸ ταΐνι, κι᾿ ἂν δὲν μό᾿ ῾δινε τὰ ταΐνια, (ὅτι τὰ μέραζε μόνος του ὁ Δυσσέας) θὰ σκοτωνόμαστε ἐξαιτίας αὐτεινοῦ τοῦ ποταποῦ. Κι᾿ ἀπὸ αὐτὰ ἔφυγα.

ΣHMEIΩΣH

1. Ὕστερα ἔκαμε παρόμοια καὶ τὴν κρέμασε ὁ Γκούρας.

Ἀναρτήθηκε 25 Ὀκτωβρίου 2011 ἀπὸ τὸν/τὴν Γιάννης Φαίλτωρ στὸ ΒΙΒΛΙΟ Α, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Κεφάλαιο Τέταρτο   Leave a comment

Τὰ ἀπὸ τοῦ 1822 ἔτους. – Ὁ Δράμαλης πασσᾶς ἐν Λαμίᾳ. – Ἐκστρατεία Δημητρίου Ὑψηλάντου καὶ Νικήτα Σταματελοπούλου εἰς τὴν Ῥοῦμελη. – Πολιτικαὶ ραδιουργίαι κατ᾿ αὐτῶν. – Ὑποδοχὴ παρὰ τῷ Ὀδ. Ἀνδρούτσῳ καὶ τοῖς ἄλλοις ὁπλαρχηγοῖς. – Ὁ Μακρυγιάννης ὁπλαρχηγὸς χωρίων τινῶν τῶν Σαλώνων. – Ἐκστρατεῖαι εἰς Στυλίδα καὶ Ὑπάτην. – Μάχαι εἰς Ἁγίαν Μαρίναν καὶ Στυλίδα. – Ἀποχώρησις τῶν Ἑλλήνων ἐξ Ἁγίας Μαρίνης διὰ θαλάσσης. – Ἔρις Ὀδυσσέως Ἀνδρούτσου πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον. – Παραίτησις τοῦ Ἀνδρούτσου ἐκ τῆς χιλιαρχίας. – Ῥαδιουργίαι τοῦ Ἀρείου Πάγου κατὰ τοῦ Ἀνδρούτσου. – Θλιβεραὶ σκέψεις τοῦ Μακρυγιάννη περὶ τῆς κατὰ τῶν ἐπισήμων στρατιωτικῶν καταδρομῆς. – Περὶ Ἀλέξη Νούτσου καὶ Χρήστου Παλάσκα. – Παραμοναὶ τῆς τοῦ Δράμαλη ἐκστρατείας κατὰ τῆς Πελοποννήσου. – Μάχη εἰς Ντερβὲν-Φούρκα. – Μάχη εἰς Ἀλαμάναν. – Ἀναδρομὴ εἰς τὰς κατὰ τὸ πρώτον ἔτος γενομένας μάχας τῆς Ἀλαμάνας, Γραβιᾶς καὶ Βασιλικῶν. – Νέα ἐκστρατεία κατὰ τῆς Ὑπάτης. Ἐπίθεσις τῶν Ἑλλήνων κατὰ τῆς πόλεως. – Ἀνέκδοτον περὶ Μήτρου Καθάριου. – Κατάληψις τοῦ φρουρίου τῆς Ὑπάτης. – Περιπέτειαι τοῦ Μακρυγιάννη. – Ἀποκλεισμὸς τῶν ἐν τῷ φρουρίῳ ὑπὸ τῶν Τούρκων. – Ἔξοδος τῶν Ἑλλήνων καὶ σωτηρία. – Φόνος Ἀλέξη Νούτσου καὶ Χρήστου Παλάσκα. – Πρώτη ἔρις μεταξὺ Ἀνδρούτσου καὶ Γκούρα. – Συμφιλίωσις αὐτῶν διὰ τοῦ Μακρυγιάννη. – Εἰσβολὴ τοῦ Δράμαλη. – Μάχαι ἐν τῇ ἀνατολικῇ Ἑλλάδι πρὸς διακοπὴν τοῦ ἐπισιτισμοῦ τῶν εἰσβαλόντων.


Τὰ 1822, τὸν Φλεβάρη μήνα, οἱ Ρουμελιῶτες βιάζαν τοὺς Πελοποννήσιους νὰ βγοῦνε εἰς τὴν Ρούμελη νὰ συναγωνιστοῦν μαζί, ὅτ᾿ ἦταν πολλοὶ οἱ Τοῦρκοι καὶ ἦρθε καὶ ὁ Δράμαλης εἰς τὸ Ζιτούνι μὲ μεγάλη δύναμη. Τότε διατάττει ἡ Διοίκηση τὸν Νικήτα Σταματελόπουλον μ᾿ ἕνα σῶμα νὰ βγῆ εἰς τὴν Ρούμελη ὁποῦ ῾ναι ἀνάγκη. Ὁ Ὑψηλάντης ἦταν μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ εἶδε τὰ αἰστήματά τους ὁλουνῶν αὐτεινῶν ὁποῦ κυβερνοῦσαν, κι᾿ ὡς ἄνθρωπος μὲ συνείδησιν1 – ἔβλεπε τοὺς συντρόφους τοῦ γιομάτους κακία καὶ πάθη καὶ ἰδιοτέλειαν καὶ ἀναντίον τῆς ἀρετῆς, ὅ,τι ἄνθρωπος κι᾿ ἂν ἔρχονταν νὰ ὑπερετήση τὴν πατρίδα του, πολιτικός, στρατιωτικός, θρησκευτικός, αὐτεῖνοι τὸν πολεμοῦσαν διὰ τὸ ἔτσι θέλω – ἀποφάσισε λοιπὸν δι᾿ αὐτὰ ὅλα νὰ παρατηθῆ ὁ Ὑψηλάντης ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ μαζὶ μὲ τὸν Νικήτα νὰ πᾶνε εἰς τὴν Ρούμελη, νὰ σμίξουν καὶ τὸν Δυσσέα, νὰ κουβεντιάσουνε καὶ μ᾿ ἄλλους ἀρχηγοὺς τῆς Ρούμελης, ν᾿ ἀγωνιστοῦν συνφώνως διὰ τὴν πατρίδα, νὰ μὴν κιντυνέψη καὶ χαθῆ ἀδίκως. ῾Στοὺς συντρόφους του ἢ ἀπαραίτηση τοῦ Ὑψηλάντη καὶ νὰ πάγη εἰς τὸ στρατόπεδον δὲν τοὺς ἄρεσε, νὰ μὴν τύχη καὶ δοξαστῆ αὐτὸς καὶ μαρτυρήση καὶ τοὺς καλούς τους σκοποὺς ὁποῦ ῾χαν διὰ τὴν πατρίδα καὶ κατεξοχὴ διὰ τὸ στρατιωτικόν. Δία ὅλα αὐτά, νὰ μὴν ῾πιτύχη ὁ Ὑψηλάντης, λένε τοῦ Νικήτα καὶ τὸν βάνουν σὲ σύλογα. «Τώρα ὁποῦ θὰ βγῆς ἔξω μὲ τὸ σῶμα σου νὰ μὴν πάρεις καὶ τὸν Ὑψηλάντη μαζί σου, ὅτι θὰ εἰποῦνε οἱ ἄνθρωποι εἰς τὴν Ρούμελη ὅτι ὁ Ὑψηλάντης εἶναι ἀρχηγὸς κ᾿ ἐσὺ εἰς τὴν ὁδηγίαν αὐτεινοῦ καὶ χάνεις τὴν ὑπόληψή σου». Ὁ Νικήτας ἀγαθὸς πατριώτης, δὲν τοὺς ἄκουσε, ἑνώθη μὲ τὸν Ὑψηλάντη κ᾿ ἐβήκαν μαζὶ εἰς τὴν Ρούμελη. Σὰν δὲν ῾πέτυχαν τὸν σκοπὸν τοὺς οἱ καλοὶ πατριῶτες νὰ τοὺς διαιρέσουνε, γράφουν ἕνα γράμμα τοῦ Δυσσέα καὶ τοῦ λένε: «Ὁ Νικήτας κι᾿ ὁ Ὑψηλάντης ἑνώθηκαν οἱ δυὸ κ᾿ ἔχουν ἕνα σῶμα κ᾿ ἔρχονται ἀναντίο σου νὰ σὲ βαρέσουνε, νὰ μείνουν αὐτεῖνοι εἰς τὸ ποδάρι σου». Ἀφοῦ πῆγαν εἰς Ρούμελη, ἔγραψε ὁ Δυσσέας τοὺς ἔβαλαν ῾σ ἕνα χωριὸν μακρυὰ ἀπὸ αὐτόν. Ὕστερά τους παράγγειλε νὰ πᾶνε πρὸς ἀντάμωσίν του μ᾿ ὀλίγους ἀνθρώπους. Ἀφοῦ ἀνταμώθηκαν οἱ τρεῖς, τοὺς λέγει: «Ἐσένα, Ὑψηλάντη, δὲν σὲ γνωρίζω, τὸ Νικήτα τὸν ἔχω ἀκουστά, δὲν εἴχαμεν γνωριμιά. Καθώς μου γράφουν οἱ φίλοι, ἂν εἶστε τοιοῦτοι, φευγᾶτε νὰ μὴν σκοτωθοῦμεν ἀναμεταξύ μας ἀδίκως, ἂν εἶστε φίλοι μου καὶ φίλοι τῆς πατρίδος, ἐλᾶτε νὰ φιληθοῦμεν καὶ νὰ γενοῦμεν ἀδέλφια, ν᾿ ἀγωνιστοῦμεν διὰ τὴν πατρίδα μας, ὅτι κιντυνεύει». Ἔβγαλε ὁ Δυσσέας τὸ γράμμα καὶ τοὺς ἔδειξε, ὁποῦ τὸ᾿ ῾γραφαν ἀναντίον τους. Ἔβγαλε κι᾿ ὁ Νικήτας τὸ δικόν του, εἶπε κι᾿ ὁ Ὑψηλάντης τὸν πατριωτισμόν τους, τῶν κυβερνήτων μας. Πιάστηκαν καὶ οἱ τρεῖς καὶ φιλήθηκαν κι᾿ ὁρκίστηκαν νὰ εἶναι ἀχώριστοι διὰ τὸ καλὸ καὶ στερέωσιν τῆς πατρίδος, ν᾿ ἀγωνιστοῦνε δι᾿ αὐτείνη καὶ νὰ ἑνωθοῦν καὶ μὲ τοὺς ἄλλους. Καὶ τοὺς παράγγειλαν ὁλουνῶν τῶν ἀρχηγῶν ν᾿ ἀνταμωθοῦν ῾σ ἕνα μέρος νὰ μιλήσουνε καὶ νὰ ἑνωθοῦνε καὶ νὰ κινηθοῦν ἀναντίον τῶν Τούρκων.

Ἐπῆγαν ὅλοι κι᾿ ἀνταμώθηκαν, ὅλοι οἱ ἀρχηγοὶ τῆς ἀνατολικῆς Ἑλλάδος, ἀνταμώθηκαν εἰς τουρκοχώρι, γνωρίστηκαν μὲ τὸν Ὑψηλάντη καὶ Νικήτα καὶ μιλήσανε νὰ κινηθοῦν διὰ τὴν πατρίδα. Μετρήθηκαν πόσα στρατέματα μπορεῖ νά ῾χουν ὅλοι, καὶ μετρήθηκαν τὸ ὅλο καὶ ἦταν ὡς ἑφτὰ χιλιάδες. Κι᾿ ἀποφάσισαν νὰ ἑτοιμαστοῦν νὰ κινηθοῦν διὰ τὴν Ἁγιαμαρίνα καὶ Στυλίδα καὶ Πατρατζίκι. Κι᾿ ὁ Ἀργειοπάγος νὰ τοὺς ἑτοιμάση τὰ καράβια καὶ τ᾿ ἀναγκαῖα τοῦπολέμου.

Ἀφοῦ ἀνάλαβα κ᾿ ἐγώ, ὁποῦ ἤμουν ἀστενῆς, μοῦ παράγγειλε ὁ Γῶγος ἐπίτηδες νὰ πάγω ἐκεῖ. Αὐτὸ μαθαίνοντας οἱ πατριῶτες, μὲ παρακίνησαν νὰ μὴν πάγω ἐκεῖ, νὰ μείνω ἐδῶ ὁποῦ ῾ναι ἡ πατρίδα μου, κ᾿ ἕνας ἀγώνας εἶναι κ᾿ ἐκεῖ κ᾿ ἐδῶ. Τότε τοῦ παράγγειλα τοῦ Γώγου, ὅτι εἶμαι ἀστενῆς καὶ δὲν πάγω.2 Ἀφοῦ ἔμεινα ῾στὴν ἀνατολικὴ Ἑλλάδα, γράφτηκα ὅτι θέλω δουλέψη τὴν πατρίδα μου μὲ πίστη κι᾿ ἀμιστί. Οἱ ἄλλοι ὅλοι, οἱ ἀρχηγοὶ καὶ στρατιῶτες, πλερώνονταν ἀπὸ τοὺς κατοίκους. Θέλησαν καὶ τέσσερα χωριὰ τοῦ Σαλώνου Σερνικάκι, Κούσκι, Ἁγιώργης, Σεργούνι νὰ μὲ βάλουν κεφαλή τους, νὰ τοὺς συνάζω νὰ πηγαίνωμεν εἰς τὰ δεινὰ κι᾿ ἀγῶνες τῆς πατρίδος, τὸ φτόνησαν οἱ ἄλλοι οἱ ἀρχηγοὶ αὐτό, νὰ μὴν τοὺς λιγοστέψω τὸν ραγιά τους. Ὅμως τὰ χωριὰ ἐπίμεναν καὶ τὰ τέσσερα συνφώνως, καὶ τὰ σύναζα καὶ πηγαίναμεν ὅθεν ἦταν ἀγώνας καὶ πηγαίνανε καὶ οἱ ἄλλοι. Ἔγινε τὸ σκέδιον νὰ κινηθοῦν ἀναντίον τῶν Τούρκων. Ὁ Ἀργειοπάγος ἑτοίμασε τὰ καράβια. Πέρασε ὁ Δυσσέας, ὁ Νικήτας κι᾿ ὁ Γιωργάκη Δυοβουνιώτης δι᾿ Ἁγιαμαρίνα καὶ Στυλίδα. Ὁ Πανουργιᾶς κι᾿ ὁ Ὑψηλάντης ἀποφασίστη νὰ καθίσουνε εἰς τὴν Δρακοσπηλιά, οἱ ἄλλοι, Σαφάκας, Καλτζοδῆμος, Κοντογιανναῖγοι, Δυοβουνιώτης, Γιολντασαῖοι νὰ πᾶνε εἰς Πατρατζίκι. Καὶ τὸ σκέδιόν τους ἦταν νὰ βαρέσουνε ὅλοι μαζὶ εἰς τὴν Στυλίδα καὶ Ἁγιαμαρίνα καὶ Πατρατζίκι τὸ Μεγάλο Σαββάτο συνφώνως, ἐκείνη τὴν ἡμέρα, νὰ μεραστοῦν οἱ Τοῦρκοι. Καὶ κινήθη ὁ καθεὶς διὰ τὴν διορισμένη τοῦ θέσιν. Ἐβήκαν εἰς τὴν Στυλίδα κι᾿ Ἁγιαμαρίνα τὴν διορισμένη ῾μέρα, τὰ ῾βραν πιασμένα ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ τὰ δυὸ μέρη, τοὺς πολέμησαν γενναίως, ἄλλους κάψαν εἰς τὰ σπίτια, ἄλλους κυργέψαν, ἄλλους σκοτῶσαν καὶ πῆραν καὶ τὶς δυὸ θέσες οἱ Ἕλληνες. Οἱ ἄλλοι ὁποῦ πῆγαν εἰς Πατρατζίκι δὲν βάρεσαν ντουφέκι τὸ Μεγάλο Σαββάτο, ὁποῦ βάρεσαν οἱ ἄλλοι εἰς Ἁγιαμαρίνα κι᾿ ἀλλοῦ. Τότε ἡ Τουρκιὰ ἔπεσε, ὅλη ἡ δύναμη, ἀπάνου τοὺς μὲ καβαλλαρία, μὲ πεζούρα, μὲ κανόνια, μὲ πρώτη ὁρμὴ τῶν Τούρκων, καὶ τοὺς πῆγαν μέσα εἰς τὰ ταμπούρια τοὺς τοὺς Ἕλληνες, κ᾿ ἔφκειασαν χαρακώματα οἱ Τοῦρκοι, ὅτ᾿ ἦταν πολλὴ δύναμη καὶ μὲ τ᾿ ἀναγκαῖα τους, καὶ οἱ δικοί μας δὲν εἶχαν οὔτε ψωμί.

Ἀφοῦ εἶδε ὁ Δυσσέας ὅλη αὐτείνη τὴν δύναμη ἀπάνου τους, τοὺς ἔστειλε ἄνθρωπο εἰς τὸ Πατρατζίκι καὶ τοὺς περικάλεσε νὰ βαρέσουνε κατὰ τὴν συνφωνίαν τοὺς κ᾿ ἔτζι νὰ μεραστῆ ἡ δύναμη τῶν Τούρκων. Τρόμαξαν λοιπὸν νὰ βαρέσουνε, χωρὶς ὄρεξη, τὴν Τρίτη της Λαμπρῆς. Ἀφοῦ ὅμως εἶδαν οἱ Τοῦρκοι αὐτείνη τὴν ἀδιαφορία ἐκείνων ῾στὸ Πατρατζίκι καὶ τὴν διχόνοιαν, λίγη προσοχὴ εἶχαν ἐκεῖ, κι᾿ ὁ πόλεμος πεισματώδης, νύχτα καὶ ἡμέρα πολεμοῦσαν εἰς Ἁγιαμαρίνα, κι᾿ ἀφανίστηκαν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὸν σκοτωμὸν τοῦ ντουφεκιοῦ καὶ γρανάτων, καὶ καταπληγώθηκαν καὶ γιατρὸν δὲν εἶχαν, καὶ ταίνιασαν ἀπὸ τὴν πείνα. Μισῆ χούφτα ἀραποσίτι παίρναν κ᾿ ἔτρωγαν δεκαφτὰ μερόνυχτα. Εἶχαν τὸν Ἄργειον Πάγον νὰ τοὺς προμηθεύη τ᾿ ἀναγκαῖα τοῦ πολέμου κι᾿ αὐτεῖνοι, οἱ ἀφεντάδες, κάθονταν εἰς τὰ καράβια κ᾿ ἔτρωγαν κ᾿ ἔπιναν, κ᾿ ἐκείνους ὁποῦ κιντύνευαν διὰ τὴν πατρίδα τοὺς προμήθευαν διχόνοιαν καὶ διαίρεσιν ἀναμεταξύ τους. Ἀφοῦ τ᾿ ἀσκέρια εἴδανε ὁποῦ λαβώνονταν οἱ ἄνθρωποι καὶ πέθαιναν ἀδίκως, καὶ νηστικοὶ καὶ διψασμένοι, ἀγανάχτησαν ἀναντίον τῶν ἀρχηγῶν τους, ὁποῦ τοὺς πῆγαν εἰς τὸ μακελλειὸ χωρὶς καμμίαν ἑτοιμασίαν, καὶ τοὺς βιάσανε εἴτε νὰ τοὺς πάνε φελοῦκες νὰ μπαρκαριστοῦν, εἴτε νὰ φύγουν μὲ γερούσι τῆς στεργιᾶς. Παραγγέλνει αὐτὸ ὁ Δυσσέος τ᾿ Ἀργειοπάγου, δὲν τοῦ ἀποκρίνονται τίποτας, ἀλλὰ φώναξε τοὺς καραβοκυραίους ὁ Ἄργειος Πάγος καὶ τοὺς λέγει νὰ μὴν πλησιάση κανένας μὲ φελούκα εἰς τ᾿ ὀρδὶ – καὶ ἂς χαθοῦνε ὅλοι. Εἶχαν πάθος μὲ τὸν Δυσσέα κι᾿ ἀποφάσιζαν οἱ καλοὶ πατριῶτες διὰ τὴν ἰδιαιτέρα τους διχόνοιαν μὲ ἕνα ἄτομο, νὰ χαθοῦνε τρεῖς χιλιάδες στράτεμα καὶ περίτου. Καὶ ἡ πατρὶς αὐτὸ τὸ στράτεμα μόνον εἶχε εἰς τὴν ἐξουσίαν της, ὅτι οἱ ἄλλοι γύρευαν βαθμοὺς καὶ ταξίματα καὶ κάθονταν ἄνεργοι. Καὶ σὰν χάνονταν αὐτεῖνοι, ποιοὶ θὰ πολεμοῦσαν τοὺς Τούρκους; Ἐκεῖνοι ὁποῦ πολεμοῦσαν ἐκεῖ πολέμησαν καὶ ὕστερα τὸν Δράμαλη εἰς Πελοπόννησο κ᾿ ἔξω εἰς τὴν Ρούμελη, τοὺς ζαϊρέδες ὁποῦ θὰ ῾μπαζαν οἱ Τοῦρκοι, τοὺς σκότωναν αὐτοὺς εἰς τὰ στενὰ καὶ δὲν πῆγαν οἱ ζαϊρέδες εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ χάθη ὁ Δράμαλης. Ἂν εἶχε ζαϊρέ, τί λόγο εἶχε νὰ χαθῆ; Οἱ φίλοι Ἀργειοπαγίτες, κιότεψαν ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξωμεν, μὲ τὸ φτάσιμον τοῦ Δράμαλη, καὶ θὰ ῾καναν δούλεψη τῶν Τούρκων ν᾿ ἀφήσουνε νὰ σκοτωθοῦνε οἱ κεφαλὲς καὶ νὰ χαθῆ τὸ στράτεμα ἐκεῖνο – καὶ θὰ ἦταν σίγουροι αὐτεῖνοι κι᾿ ἀσφαλισμένοι, σὰν ἀφεντάδες ὁποῦ ἦταν, κοντὰ εἰς τοὺς Τούρκους.3

Τότε ὁ Δυσσέος, ἀφοῦ εἶδε ὅτι ὁ Ἀργειοπάγος θέλει νὰ χαθοῦνε καὶ τ᾿ ἀσκέρι θύμωσε ἀναντίον τους, τῶν ἀρχηγῶν, καὶ ἤθελαν νὰ τοὺς σκοτώσουνε, ἀποφάσισε ν᾿ ἀφήση τὴν θέση, εἶχε κάτι καραβοκυραίους φίλους του κ᾿ ἔστειλε καὶ πῆγαν κρυφίως τὴν ἄχλιαν κατάστασίν τους καὶ τὴν νύχτα τοῦ πῆγαν φελοῦκες κ᾿ ἔβαλε ἀνθρώπους καὶ πῆγαν κ᾿ ἔφεραν κι᾿ ἄλλες κι᾿ ἄρχισε τὸ μπαρκάρισμα μυστικῶς ὅλη νύχτα, νὰ μὴ νοιώσουν οἱ Τοῦρκοι τίποτας. Μπαρκάρισε πρῶτα τοὺς λαβωμένους κι᾿ ἄρρωστους, ὕστερά τους κιοτῆδες καὶ ὕστερα μπαρκάρισε τοὺς ἄλλους. Ἀπὸ τὴν μίαν αὐγὴ ὡς τὴν ἄλλη μπαρκαρίζονταν, κι᾿ ἀλλοῦ ὕστερα στάθη μὲ τὸν Νικήτα κι᾿ ἄλλους κ᾿ ἔβαλαν φωτιά, καὶ τότε πῆραν χαμπέρι οἱ Τοῦρκοι κ᾿ ἔρριχναν κανόνια κοντά τους. Καὶ σώθηκαν ὅλοι εἰς τὰ καράβια. Τότε οἱ Ἀργειοπαγίτες ἔστειλαν τοὺς καραβοκυραίους καὶ τὸν ἀρχηγὸ τῆς φρουρᾶς τους καὶ τοῦ εἶπαν τοῦ Δυσσέου νὰ τὸν πάνε εἰς τὸ καράβι, πὼς ἔχουν νὰ μιλήσουνε, καὶ μ᾿ ἀπιστιὰ νὰ τὸν σκοτώσουνε. Κι᾿ αὐτεῖνοι ὡς πατριῶτες δὲν θέλησαν νὰ γένη αὐτό, ὅτι κιντύνευε ἡ πατρὶς τότε, εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ καντιποτένιους ἀνθρώπους κι᾿ ὄχι ἀπὸ τὸν Δυσσέα ὁποῦ ῾τρεμε ἡ Τουρκιά, ὁποῦ ῾λεγαν πὼς εἶχε ἑξήντα χιλιάδες στράτεμα, καὶ εἶχε φτερὰ εἰς τὰ ποδάρια. Λίγο τοὺς ἔμελλε τοὺς καλοὺς πατριῶτες ὅτι θὰ κιντύνευε ἡ πατρίς. Κι᾿ ἂν ἦταν κακὸς ὁ Δυσσέας, αὐτεῖνοι ὡς γνωστικοὶ μποροῦσαν νὰ τὸν συβουλέψουν νὰ γένη κι᾿ αὐτὸς καλὸς καὶ τὰ δεινά της πατρίδος νὰ λιγόστευαν.

Ἀφοῦ μπαρκαρίστηκαν, δὲν τοὺς μίλησε τίποτας τῶν Ἀργειοπαγίτων ὁ Δυσσέας. Ἐβήκαν εἰς Μπουντουνίτζα τὸ στράτεμα ὅλο. Ἀπὸ ῾κεῖ ὁ Δυσσέας τοὺς ἔκαμεν μία ἀναφορὰ καὶ βάνει καὶ τὸ δίπλωμα μέσα, ὁποῦ τὸν εἶχε κάμη ὁ Ἀργειοπάγος χιλίαρχον, καὶ τοὺς γράφει: «Πρὸς τὸν σεβαστὸν Ἄργειον Πάγον. Ὅσες ἀντενέργειές μου κάμετε καὶ σκέδια ἀναντίον μου, διὰ νὰ χαθῶ κ᾿ ἐγώ, νὰ χαθῆ κι᾿ ὅλο τὸ στράτεμα ἐξ αἰτίας μου, μοῦ εἶναι γνωστὰ ὅλα αὐτά. Σᾶς εἶχα εἰς τὸ χέρι, καὶ σᾶς ἔχω, νὰ σᾶς κάμω ὅ,τι θέλω, δὲν καταδέχομαι, ὅτ᾿ εἶστε κυβερνῆται τῆς πατρίδος μου. Σὰν γνωρίζετε ὅτ᾿ εἶμαι κακὸς ἄνθρωπος καὶ κιντυνεύει ἡ πατρὶς ἐξ αἰτίας μου, τραβιῶμαι ῾σ ἕνα μέρος καὶ δὲν ἀνακατώνομαι. Καὶ στεῖλτε λάβετε τοὺς ἀνθρώπους καὶ βάλτε ὅποιον θέλετε κεφαλὴ σ αὐτούς. Λάβετε καὶ τὸ δίπλωμά σας ὀπίσου καὶ εἰς τὸ ἑξῆς δὲν ἀνακατώνομαι σὲ τίποτα, νὰ μὴν κιντυνεύη ἡ πατρὶς διὰ ῾μένα καὶ κάθε ὀλίγον κιντυνεύουν νὰ χαθοῦν καὶ οἱ ἀγωνισταί». Ἀπάντηση τ᾿ Ἀργειοπάγου: «Πρὸς τὸν Δυσσέα Ἀντρίτσο: Ἐλάβαμε τὴν ἀναφορά σου καὶ δίπλωμα, κόπιασε εἰς τὴν δουλειά σου καὶ στέλνομε καὶ κυβερνοῦμε τοὺς ἀνθρώπους». Τὸν Δυσσέα ἐγὼ τὸν ἔχω ἐχθρό, γύρευε νὰ μὲ σκοτώση, ὅμως σημειώνω αὐτὰ ἐδῶ, γιατί τ᾿ ἄκουσα ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν Νικήτα, ἀπὸ τὸν γραμματικόν του κι᾿ ἀπ᾿ ἄλλους ἀξιωματικούς. Ὁ Ὑψηλάντης κι᾿ ὁ Πανουργιᾶς μαθαίνουν τὴν ἀπάντηση τ᾿ Ἀργειοπάγου, ρωτᾶν τὸν Δυσσέα τί εἶναι αὐτό. Τοῦτος τότε τοὺς ἔδειξε τὴν κόπια τῆς ἀναφορᾶς του καὶ τὴν ἀπάντησίν τους, τῶν Ἀργειοπαγίτων. Λέγει ὁ Ὑψηλάντης: «Ἐγώ σου τὰ εἶπα ὅλα, ὅταν σμίξαμε, αὐτὰ ἔβλεπα ὁποῦ ῾νεργούσαν μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὁποῦ ἤμουν μέλος κ᾿ ἐγώ, καὶ σηκώθηκα κ᾿ ἔφυγα κ᾿ ἦρθα ν᾿ ἀνταμωθοῦμε ὅλοι μαζὶ νὰ δουλέψωμε πιστά, ἴσως καὶ σώσουμε τὴν πατρίδα, ὅτι κιντυνεύει ἀπὸ ῾μάς τοὺς ἴδιους, καὶ θὰ χαθῆ κατὰ τὸν πατριωτισμὸν ὁποῦ δείχνεται εἰς τοὺς ἀγωνιστᾶς καὶ εἰς τοὺς τίμιους ἀνθρώπους».

῾Σ αὐτὰ ὅλα ἔφταιγε ὁ Κωλέτης. Ἀπὸ τὸν Ἀλήπασσα – ἦταν γιατρὸς τοῦ Μουχτάρπασια– γνώριζε τὸν Δυσσέα τί νοῦ εἶχε, ἦταν ὁ καλύτερος ἀπ᾿ ὅλους τους ἄλλους στρατιωτικούς. Δὲν μποροῦσε νὰ τὸν παίξη αὐτὸν ὁ Κωλέτης. Κ᾿ ἤθελε νὰ τὸν βγάλη ἀπὸ τὴ μέση καὶ νὰ κάμη τοὺς δικούς του, σκοπούς. Ὁ Κωλέτης εἶναι ἀπὸ τοὺς Καλαρρύτες. Ὅταν χαλάστηκαν οἱ Καλαρρύτες ἀπὸ τοὺς Τούρκους, πέρασε ἀπὸ τὸ Γῶγο κι᾿ ἀλλουνοὺς ἀρχηγοὺς τῆς δυτικῆς Ἑλλάδος καὶ πῆρε συστατικὰ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι γνωρίζαμε αὐτὸν καὶ τὸν κάναμε ἀντιπρόσωπό μας. Οἱ Πελοποννήσιοι καὶ οἱ ἄλλοι ἄμαθοι καὶ ἄπραγοι ῾σ τὰ πολιτικά, τότε αὐτός, πανοῦργος, ἑνώθη μὲ τοὺς ξεκλησμένους ἀνθρώπους κ᾿ ἔπαιξε τὴν πατρίδα ὅπως ἦταν ἡ ὄρεξή του. Μαθητὴς τῶν Τούρκων καὶ κατεξοχὴ τοῦ τύραγνου Ἀλήπασσα, τέτοια φῶτα σὰν ἐκεινοῦ θὰ δώση εἰς τὴν πατρίδα καὶ τέτοια ἔργα νὰ ῾νεργήση.

Ὅταν κιντυνεύει ἡ πατρίς, αὐτὸς κατατρέχει τοὺς ἄξιους ἀνθρώπους, τοὺς κατατρέχει αὐτὸς καὶ οἱ φίλοι του, ὁποῦ ῾ναι Ἀργειοπαγίτες. Ὅτι ὁ Δυσσέας δὲν τὸν γνώριζε ὡς πληρεξούσιον κι᾿ ὅποιον κεντρὶ τὸν ἀγκυλώση – ἐκεῖνο τήραγε κι᾿ ὁ Κωλέτης νὰ ξερριζώση, τοὺς ἄλλους τοὺς γέλαγε μὲ κούφια καρύδια – λόγια παχειὰ καὶ μὲ λιθάρια ῾στὸν τουρβὰ τοὺς ἀνάπευε. Νὰ μὴν τοῦ κόψη τὸ βυζὶ τοῦ Κωλέτη ὁ Δυσσέας, θὰ τὸν φάγη κι᾿ ἂς κιντυνέψη καὶ ἡ πατρίς. Αὐτὸς τί τὸν μέλει; ῾σ ἄλλον πασιὰ γίνεται γιατρός, γράφει καὶ τοῦ Κιτάγια νὰ εἶναι εἰς τὴν εὔνοιά του. Ἀλοίμονο εἰς τὴν πατρίδα κ᾿ ἐμᾶς, ὁποῦ θὰ χαθοῦμε μαζὶ μ᾿ αὐτείνη.

Ἀφοῦ ἔμαθε ὁ κόσμος, ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς Λιβαδιᾶς κι᾿ ἀσκέρια, τί ἔγραψε ὁ Δυσσέας τ᾿ Ἀργειοπάγου καὶ τὴν ἀπάντησιν ὀπίσου εἰς τὸν Δυσσέα, πῆγαν ὅλοι καὶ τὸ᾿ ῾πεσαν εἰς τὸ λαιμό του, τὸ ἴδιον κι᾿ ὁ Ὑψηλάντης καὶ Νικήτας κι᾿ ἄλλοι, κ᾿ ἔμεινε. Τότε ὁ Ἀργειοπάγος μαθαίνοντας αὐτό, στέλνει ἕναν γραμματικόν του πιστὸν εἰς τὸν Νικήτα καὶ τοῦ λέγει νὰ σκοτώση τὸν Δυσσέα ὁ Νικήτας καὶ νὰ βάλουν αὐτὸν ἀρχηγόν. Ὁ γραμματικὸς εἶχε κ᾿ ἕνα γράμμα ἀπὸ αὐτοὺς καὶ τοῦ εἶχαν εἰπῆ νὰ τὸ διαβάση ὁ ἴδιος γραμματικός, (ὅτι δὲν ξέρει γράμματα ὁ Νικήτας). Ὅταν τὸ διάβασε καὶ τοῦ εἶπε καὶ στοματικῶς, τότε τοῦ λέγει ὁ Νικήτας: «Νὰ σὲ σκοτώσω δὲν καταδέχομαι, ἕναν τοιοῦτον ἄνθρωπον, καὶ φεύγα νὰ μὴν σὲ μάθη ὁ Δυσσέας καὶ σὲ σκοτώση καὶ μαγαρίση τὰ χέρια του σὲ τέτοιους κακοὺς πατριῶτες, ὁποῦ κιντυνεύει ἡ πατρὶς καὶ θέλουν νὰ σκοτώσουνε τοὺς ἀνθρώπους ὁποῦ εἶναι ἐλπίδα νὰ τὴν σώσουνε». Ὁ γραμματικὸς εἶδε αὐτὴ τὴν συμπάθεια ἀπὸ τὸν Νικήτα καὶ τοῦ λέγει: «Κάτι νὰ σοῦ ξηγηθῶ, καὶ μὴν μὲ προδώσης, τοῦ λέγει: ἐμένα μο᾿ ῾λεγαν ὅτι ἐσεῖς ὅλοι εἶστε θερία καὶ πίστευα τὰ λόγια αὐτεινῶν. Ἐσεῖς κι᾿ ὄντως θὰ σώσετε τὴν πατρίδα. Αὐτεινῶν, τοῦ λέγει, εἶμαι πιστός τους καὶ συγγενὴς ἑνοῦ ἀπὸ αὐτοὺς καὶ ῾σ ὅ,τι ῾νεργάγη ἡ Διοίκηση κι᾿ ὁ Ἀργειοπάγος ἐμένα στέλνουν, καὶ τὰ σκέδιά τους κι᾿ ὅ,τι ῾νεργούνε τὰ ξέρω ὅλα, κ᾿ εἶναι αὐτά, νὰ βαίνουν ἕναν τὸν ἄλλον νὰ σκοτώνη καὶ νὰ σᾶς σκοτώσουνε ὅλους καὶ τότε νὰ βάλουν δικούς τους ἀνθρώπους. Καὶ δὲν θ᾿ ἀφήσουνε, ἂν μπορέσουνε, κανέναν ἀπό σας». Καὶ τοῦ λέγει ὅλα τους τὰ σκέδια κι᾿ ὁρκίζει αὐτὸν καὶ τὸν Δυσσέα νὰ μὴν εἰποῦμε τίποτας, ὅτι τὸν σκοτώνουν κι᾿ αὐτόν, ὅτ᾿ εἶναι τοιούτως ὁρκισμένοι. «Καὶ νὰ παραγείλετε αὐτό, τοὺς λέγει καὶ τοῦ Κολοκοτρώνη κι᾿ ὅλων τῶν σημαντικῶν ἀρχηγῶν». Τότε τοὺς τὰ εἶπε κι᾿ ὁ Ὑψηλάντης κ᾿ ἔστειλαν τὸ γράμμα τοῦ Κολοκοτρώνη καὶ μίλησαν καὶ τῶν ἀλλουνῶν καὶ πῆραν μέτρα.4

Καὶ πότε θέλουν νὰ κάνουν αὐτά; Ὅταν ὁ Δράμαλης κι᾿ ἄλλοι πασσάδες μὲ τόσες χιλιάδες φοβερίζουν τὴν δυστυχισμένη πατρίδα καὶ κιντυνεύει. Ἄχ, πατρίδα μου, δὲν θὰ σ᾿ ἀφήσουν ζωντανή, ὅτι αὐτεῖνοι σὲ κυβερνοῦν κι᾿ ἄλλοι τοιοῦτοι κι᾿ ἀπ᾿ αὐτοὺς κρέμεσαι. Ἡ ψυχὴ τοὺς ὁλουνῶν εἶναι ἡ ἴδια, δόλον θυσιάζουν διὰ ἐσένα πλῆθος, κι᾿ ἀρετὴ καὶ πατριωτισμὸν τελείως. Καὶ κιντυνεύεις, μ᾿ αὐτὰ δὲν θὰ πᾶς ὀμπρός. Πότε γύρευαν νὰ σκοτώσουνε τοὺς ὁπλαρχηγούς σου; Ὅταν ἐσύ, πατρίδα, εἶσαι εἰς τὸν γκρεμνὸ νὰ τζακιστής, νὰ χαθῆς. Καὶ βέβαια δὲν θὰ γλύτωνες τότε, ὅτι ἐκεῖνοι ὁποῦ εἶχαν τὴν ἐπιρρογὴν θὰ τοὺς σκότωναν. Οἱ νέγοι τί θὰ ῾κάναν, ὅταν σὲ κυρίεψε τόση Τουρκιά, Ρούμελη καὶ Πελοπόννησο; Πῶς θὰ πάγαινε ὁ πολίτης μὲ νέους ὁδηγούς, ὁποῦ δὲν ἤξερε νὰ φυλάξη τὴν πατρίδα, ὅταν τὸν ὁδηγοῦσαν κεφαλές, κ᾿ ἐκεῖνος ἔτρεχε ὅθεν μποροῦσε κι᾿ ἄκουγε λόγια αὐτεινῶν καὶ ὕστερα τὰ αἰστάνεταν καὶ πάγαινε καὶ συμμορφώνεταν μὲ τὴν κεφαλή του, τὸν μεγαλύτερόν του, καὶ τὸν ὁδηγοῦσε καὶ γλύτωνε κ᾿ ἐκεῖνος καὶ οἱ πολίτες.5 Δὲν ἄφιναν οἱ καλοὶ πατριῶτες νὰ ῾βγη ἡ πατρὶς ἀπὸ τὸν κίντυνον – καὶ ὕστερα ἂς βάλουν τὴν διάθεσίν τους ῾σ ἐνέργειαν νὰ σκοτώσουν ὅλους. Ὅτι αὐτὸ εἶναι πατρογονικόν, ὅποιος δουλεύει πατριωτικῶς αὐτὸ τὸ βραβεῖο ἔχει. Καὶ οἱ Ἀθηναῖγοι τοῦ Θεμιστοκλῆ αὐτείνη τὴν ἀνταμοιβὴ τὸ ῾καμαν, κι᾿ ἀλλουνῶν πολλῶν. Ὄχι ὅμως ὅταν ἦταν ἡ πατρὶς σὲ κίντυνον, ὅταν ἡσύχαζε.

Ἐβάλετε καὶ νέον ἀρχηγὸν εἰς τὸ φρούριον τῆς Κόρθος, Ἀχιλλέα τὸν ἔλεγαν, λογιώτατον, κι᾿ ἀκούγοντας τὸ ὄνομα Ἀχιλλέα, παντηχαίνετε ὅτ᾿ εἶναι ἐκεῖνος ὁ περίφημος Ἀχιλλέας. Καὶ πολέμαγε τ᾿ ὄνομα τοὺς Τούρκους. Δὲν πολεμάγει τ᾿ ὄνομα ποτέ, πολεμάγει ἡ ἀντρεία, ὁ πατριωτισμός, ἡ ἀρετή. Κι᾿ ὁ Ἀχιλλέας ὁ δικός σας, ὁ φρούραρχος τῆς Κόρθος, λεβέντης ἦταν, Ἀχιλλέγα τὸν ἔλεγαν, εἶχε καὶ τὸ κάστρο ἐφοδιασμένο ἀπὸ τ᾿ ἀναγκαῖα τοῦ πολέμου, εἶχε καὶ τόσο στράτεμα. Ὅταν εἶδε τοὺς Τούρκους τοῦ Δράμαλη ἀπὸ μακρυά, καὶ ἦταν καὶ καταπολεμησμένος ἀπὸ Ρούμελη, ἀπὸ Ντερβένια, βλέποντας τὸν ὁ Ἀχιλλέας ἄφησε τὸ κάστρο κ᾿ ἔφυγε, ἀπολέμηστο. Νὰ ἦταν ὁ Νικήτας, ἔφευγε; Ὁ Χατζηχρῆστος καὶ οἱ ἄλλοι; Ὄχι βέβαια. Ὅτι τὸν καρτέρεσαν αὐτοὶ τὸν Δράμαλη εἰς τὸν κάμπο καὶ τὸν ἀφάνισαν, ὄχι ῾σ ἐφοδιασμένο κάστρο καὶ σὰν τὸ κάστρο τῆς Κόρθος.

Σὰν σκοτώναμε τὸν Δυσσέα, κύριε Κωλέτη, τότε ὁποῦ ῾θελες ἡ Ἐκλαμπρότη σου, ὅταν ἦρθαν τόσοι πασσάδες καὶ δώδεκα χιλιάδες ἀσκέρι καὶ ἡ ἀνατολικὴ Ἑλλὰς μισοπροσκύνησε κι᾿ ὁ Δυσσέας μ᾿ ἕνα ντεσκερὲ τοῦ τοὺς ἔδιωξε, ποιὸς θὰ τοὺς ἔδιωχνε, ἂν δὲν ἦταν ὁ Δυσσέας; Ποιὸς εἶχε τὴν ἐπιρρογὴ καὶ ἰκανότη αὐτεινοῦ; Δὲν θὰ κυριεῦαν ὅλα τὰ μέρη εἰς τὴν ἄχλιαν κατάστασιν ὁποῦ βρισκόμασταν; Λίγον σ᾿ ἔμελλε ἐσένα καὶ τοὺς συντρόφους σου τοὺς ἀγάδες τοὺς ἔχετε ἀφεντάδες κ᾿ ἐσεῖς ψυχοπαίδια τους, δὲν θὰ παθαίνετε ἐσεῖς τίποτα. Ὅμως ἀπὸ τὴν Ἀθήνα κι᾿ ἀπάνου θὰ τοὺς σκλάβωναν ὅλους, θὰ σκλάβωναν καὶ τὸ Γριπονήσι, γιατ᾿ ἦταν ἐκεῖ κι᾿ ἄλλο πλῆθος Τοῦρκοι καὶ πρόσμεναν κι᾿ αὐτοὺς ν᾿ ἀφανίσουνε τοὺς κατοίκους, καὶ μ᾿ ἕνα ντεσκερὲ τοῦ Δυσσέα πῆγαν ῾στὸ Ζιτούνι καὶ Λάρσα καὶ διαλύθηκαν ὅλως διόλου.

Ὁ Ἐκλαμπρότατος Μαυροκορδάτος ἦταν σύνφωνος κι᾿ αὐτός, ὁ Φαναριώτης, εἰς τὸ σκέδιον νὰ ξεκάμουν τοὺς στρατιωτικούς. Τὸ ῾βαλε καὶ αὐτὸς ῾σ ἐνέργεια εὐτύς, ἅμα ἦρθε ῾στὸ Μισολόγγι, χωρὶς νὰ χάση καιρόν. Ηὖρε πρόφαση ἡ Ἐκλαμπρότη τοῦ εἰς τὸ Μισολόγγι, ὅτι ὁ Καραϊσκάκης ἀγροικήθη μὲ τοὺς Τούρκους. Ἔβαλε ἀνθρώπους δικούς του, τοὺς ἔκαμε κριτᾶς νὰ τὸν περάσουνε ἀπὸ τὸ κανάλι τῆς δικαιοσύνης του, νὰ τὸν σκοτώσουνε. Τὸν κρίναν καὶ τὸν εἶχαν χαζίρι, κι᾿ ἂν δὲν τὸν γλύτωναν οἱ συντρόφοι του, θὰ τὸν σκότωναν.

Ἀκοῦτε, ἐσεῖς; Ὁ Καραϊσκάκης, ἀπὸ δέκα χρονῶν παιδὶ κλέφτης, θὰ γύριζε μὲ τοὺς Τούρκους, ὁποῦ τοὺς σκότωνε μέσα τοὺς λόγγους καὶ περπάταγε ξυπόλυτος ἀπὸ μικρὸ παιδὶ διὰ τὴν λευτεριά. Ὁ Ἐκλαμπρότατος, τὸ ζυμάρι τῶν Τούρκων, ὁ δουλευτὴς αὐτείνων, τῶν Τούρκων, ὁ Μαυροκορδάτος, ὁ ἀγαπημένος τῶν τύραγνων, κατάτρεχε τὸν Καραϊσκάκη νὰ τὸν καταδικάση εἰς θάνατον! Χαζίρι τ᾿ ἀργαλεῖα τῆς δικαιοσύνης του καὶ τῆς ἀρετῆς του νὰ τὸν πάνε εἰς τὸν Ἅδη, ἀφοῦ γλύτωσε ἀπὸ τόσες πληγὲς καὶ δυστυχίες, ὁποῦ ὑπόφερε δι᾿ αὐτείνη τὴν πατρίδα.

Σκότωμα τὸν Καραϊσκάκη, ὅτι δὲν εἶναι κόλακάς του Μαυροκορδάτου, δὲν εἶναι ποταπὸς καθὼς ἐκεῖνοι ὁποῦ τὸν κολακεύουν. Ἡ γυναίκα μὲ τὰ μουστάκια, ὁ Κωσταμπότζαρης, ὁ Στάικος καὶ οἱ ἄλλοι τοῦ ὅμοιοι, ὁποῦ τὸν θυμιατίζουν καὶ τοὺς θυμιατίζει, τὸν λένε «Ἐκλαμπρότατον» καὶ τοὺς λέγει «γενναιότατους», ποῦ ἀγωνίστηκαν αὐτεῖνοι, οἱ φίλοι σου οἱ Γενναιότατοι; Ἐσύ, Ἐκλαμπρότατε, ἀπὸ τὸν καιρὸν ὁποῦ κόπιασες ὅλο νέα πράματα ἤφερες εἰς τὴν πατρίδα, διαίρεσιν ἀναμεταξύ μας δὲν εἴχαμε, φατρίαν μας ἤφερες, νέον φροῦτο ῾σ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες, παραλυσίαν κι᾿ ἀφανισμόν. Ἂν ῾πιτύχαινες νὰ σκοτώσης τὸν Καραϊσκάκη, ποὺ θὰ τὸν βρίσκαμε ὅταν ἡ Ρούμελη γιόμωσε Τουρκιὰ καὶ προσκύνησαν ὅλοι ἀπὸ τὴν καλή σας κυβέρνησιν κι᾿ ἀρετή, ὁποῦ δείξετε εἰς τὴν πατρίδα ὅλοι ἐσεῖς οἱ πολιτικοί; Αὐτὸς ὁ Τοῦρκος, ὁ Καραϊσκάκης, σύναξε ὅλους τους ὁπλαρχηγοὺς καὶ πῆγε μαζὶ μ᾿ αὐτοὺς μὲ τὰ ἴδια τοὺς ἔξοδα καὶ θυσίες, κ᾿ ἔχοντας ὅλη τὴν ἀγάπη ῾σ αὐτόν, πῆγαν καὶ ξαναλευτέρωσαν τὴν πατρίδα καὶ εἰς τὴν Ἀράχωβα καὶ Δίστομον στήσαν πύργους μὲ κεφάλια τῶν Τούρκων. Πῶς δὲν πάγαινες κ᾿ ἐσύ, Ἐκλαμπρότατε, πῶς δὲν πάγαινε ὁ ἄλλος Ἐκλαμπρότατος, ὁ «τζίτζιλε φίτζιλε» συναδελφό σου Κωλέτης; Πῶς δὲν πάγαινε ὁ Ἐκλαμπρότατος Μεταξάς, ὁ Κόντε Λάλας ὁποῦ μάτωσε τὸ χέρι τοῦ εἰς τὸ Λάλα καὶ θέλει ὅλη τὴν Ἑλλάδα νὰ πάρη ὑποστατικόν, νὰ ξαγοραστῆ τὸ πολυτίμητό του αἷμα ὁποῦ ῾χυσε εἰς τὸ Λάλα; Βέβαια αὐτὸς θυσιάστη, ὁ Κόντε Λάλας, ὁ Ἐκλαμπρότατος. Καὶ συνφωνεῖτε ὅλοι ἐσεῖς νὰ σκοτώσετε τοὺς ὁπλαρχηγοὺς καὶ σημαντικοὺς στρατιωτικούς, ὁποῦ θυσιάστηκαν διὰ τὴν πατρίδα καὶ τὸ ῾βρετε σεῖς χαζίρι. Ὁ Γιαννούλη Νάκος, Κόντε Λάλα, τί σπίτι ἦταν; Σημαντικόν, μὲ τόση κατάστασιν κι᾿ ὅλα του τ᾿ ἀγαθὰ καὶ τζιφτιλίκια. Κ᾿ ἔμεινε δυστυχὴς διὰ τὴν πατρίδα. Κι᾿ ὡς γείτονας ἐσύ, Κόντε Λάλα, καὶ ὡς σημαντικός, σ᾿ ἔκαμε κουμπάρον καὶ τοῦ βάφτισες τόσα παιδιά. Καὶ τοῦ διατίμησες τὴν φαμελιά του, ὅσο ὁποῦ τὸν πέθανες κι᾿ αὐτόν, τὸν τίμιον ἄνθρωπον, τὸ σημαντικὸν σπίτι τῆς Ρούμελης.

Κ᾿ ἑνωθήκετε ὅλοι μὲ τοὺς παντίδους κι᾿ ἀφανίσετε τὴν πατρίδα ἀπὸ ἠθικὴ καὶ ἀπὸ ἀρετὴ καὶ πατριωτισμόν. Δὲν πάγει ἡ πατρὶς ὀμπρὸς μὲ τὸν πατριωτισμὸν καὶ ἠθικὴ τὴν δική σας, πᾶνε τὰ ξένα σας ὄργανα. Δὲν σᾶς ἄρεσε ὁ Ὑψηλάντης, βέβαια δὲν εἶχε τὴν δική σας ἀρετή, ὅτι θυσιάσαν οἱ Ὑψηλάντες πρῶτα ζωή, πλούτη, καὶ θυμῶνται Θεόν, πατρίδα καὶ θρησκεία. Καὶ δι᾿ αὐτὸ δὲν εἶναι καλός. Δὲν εἶναι καλὸς ὁ Καποδίστριας καὶ τοῦ ἀντενεργᾶτε, ὅμως εἶναι μάστορής σας, στὸ σκολεῖον ὁποῦ διαβάζετε ἐσεῖς ἀκόμη, ἐκεῖνος τὸ ξεσκόλησε. Καὶ εἴτε θὰ μονοιάσετε ὅλοι νὰ προκόψετε τὴν πατρίδα, εἴτε θὰ τὴν προκόψη μόνος του αὐτὸς μὲ τ᾿ ἀδέλφια του. Ἡ διάθεσή σας ὁλουνῶν φαίνεται, κι᾿ ὁ Θεὸς βλέπει τὸν πατριωτισμό σας καὶ θὰ λάβετε τὴν ἀνταμοιβή, ὁποῦ ἀξίζετε, ὅτι τόσα αἵματα ἀθώα ὁποῦ χύθηκαν καὶ τόσες θυσίες ὁποῦ ῾γιναν δὲν θὰ τ᾿ ἀφήση αὐτὸς νὰ πᾶνε χαμένα.

Ὁ Ἀλέξη Νοῦτζος ἦταν τὸ σημαντικώτερον σπίτι τῆς Ρούμελης πρίντζηπας τοῦ Ζαγοργιοῦ, ἀγαπημένος πολὺ τοῦ Ἀλήπασσα κι᾿ ὅλων τῶν ἀλλουνῶν πασσάδων καὶ ριτζαλιῶν τους, τίμιος ἄνθρωπος, καλοθελητὴς τῆς ἀνθρωπότης. Πολλοὺς Ρωμαίους, Ὁβραίους, Τούρκους ἐγλύτωνε ἀπὸ τὴν κρεμάλα. Τέλος ἦταν πασσᾶς Ρωμαῖος, ἀγαπημένος ἀπ᾿ οὔλους τους σημαντικοὺς Ἕλληνες στρατιωτικούς, πολιτικούς, θρησκευτικούς. Ἦταν στὸ Σούλι ὁποῦ ἀγωνίζονταν, εἰς τὴν Λαγκάδα, Μακρυνόρο κι᾿ ἀλλοῦ εἰς τὰ δεινά της πατρίδος. Καὶ ξόδιασε κι᾿ ὅλη του τὴν κατάστασιν διὰ τὴν πατρίδα.

Τελειώνοντας ὁ πόλεμος ἀπὸ τὴν δυτικὴ Ἑλλάδα, ἦρθε εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Αὐτὸς ὁ δυστυχὴς δὲν τοὺς γνώριζε αὐτούς. Ὁ κύριος Κωλέτης ἦταν ῾σ τὰ πράματα, ὑπουργὸς τοῦ πολέμου καὶ τρογυρισμένος μὲ τοὺς ὅμοιούς του φίλους. Ἀφοῦ εἶδε τὸν Ἀλέξη Νοῦτζο ὁ Κωλέτης ὁποῦ ῾ρθε, ὑποπτεύτηκε ὅτι θὰ ῾παιρνε αὐτὸς τὰ πρωτεῖα κ᾿ ἐπιρρογὴ τῆς Ρούμελης, ὅτι τὸν ἐνικοῦσε ῾στὴν ἰκανότη κι᾿ ὅλος ὁ κόσμος τὸν ἀγάπαγε. Τότε λέγει ὁ Κωλέτης: «Πρῶτα ὑποπτεύομουν τὸν Δυσσέα, τώρα ἦρθε τρανύτερος». Ἦρθε κι᾿ ὁ Χρῆστος Παλάσκας ἄνθρωπος γενναῖος, τίμιος, ἀπὸ καλὸ σπίτι. Αὐτεινοῦ τοῦ δυστυχῆ τό᾿ ῾κανε τὸν φίλο ὁ Κωλέτης περισσότερον διὰ τὴν γυναίκα του κι᾿ ὄχι διὰ ἐκεῖνον τὸν ἴδιον. Τώρα ὁ Κωλέτης, ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ σκολεῖον τοῦ ἀφέντη του τοῦ Ἀλήπασσα, μέτρησε: «Τὸν Δυσσέα τὸν ἔχω ἀντίζηλο, τὸν Ἀλέξη Νοῦτζο τὸ ἴδιο, τὸν Παλάσκα διὰ τὸ κέφι μου καλὸ εἶναι νὰ χαθῆ, νὰ κάμω τὴν γυναίκα του μορόζα».6 Ὅτι τέτοιοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι ὁποῦ μᾶς κυβερνοῦν καὶ θέλουν νὰ μᾶς λευτερώσουνε, καὶ νὰ μᾶς διατιμήσουνε θέλουν καὶ νὰ μᾶς σκοτώσουν. Αὐτὸ βλέπομεν ὡς σήμερον ἀπὸ τὸν Κόντε Λάλα Μεταξᾶ κι᾿ ἀπὸ τὸν Ἐκλαμπρότατον Κωλέτη κι᾿ ἄλλους.

Ἀφοῦ εἶχε τὴν δύναμη τῆς Κυβερνήσεως ὁ Ἐκλαμπρότατος Κωλέτης, διατάττει μὲ τοὺς συντρόφους τοῦ κυβερνῆτες (ἀφοῦ ὁ γραμματέας, ὁποῦ ῾στειλαν ἡ Διοίκηση κι᾿ ὁ Ἀργειοπάγος εἰς τὸν Νικήτα νὰ σκοτώση τὸν Δυσσέα, δὲν θέλησε), τότε διατάττουν τοὺς ἄλλους δυὸ Ἀλέξη Νοῦτζο καὶ Χρῆστο Παλάσκα, νὰ πᾶνε αὐτεῖνοι οἱ δυὸ ἀναντίον τοῦ ἄλλου ὀχτροῦ τοῦ Κωλέτη, τοῦ Δυσσέα, διορίζουν τὸν Νοῦτζο προμηθευτῆ τῶν στρατεμάτων καὶ τὸν Παλάσκα ἐκτελεστικὴ δύναμη. Κι᾿ ἂν δὲν ἀκούση ὁ Δυσσέας, νὰ τὸν χτυπήσουνε. Ἦρθαν καὶ οἱ δυὸ ἔξω, συναχτήκαμε ὂλ᾿ οἱ ἀρχηγοὶ κι᾿ ἁπλοὶ στρατιωτικοὶ ῾σ ἕνα μέρος κι᾿ ὁ Δυσσέας μαζί, διαβάσαμε τὶς διαταγὲς τῆς Κυβερνήσεως. τοὺς εἴπαμε: «Στὸ στρατόπεδον φέρνουν ζαϊρὲ οἱ δημογέροντες κι᾿ ὅ,τι ἄλλα τοῦ πολέμου κάνη χρεία. Ἂν ἔχετε τὰ μέσα, χρήματα, ἀκολουθᾶτε τὴν δουλειά σας, ὅμως νὰ μὴν εἶστε ἄδειγοι ἀπὸ τὰ μέσα, καὶ τότε θ᾿ ἀμελήσουνε καὶ οἱ δημογέροντες, καὶ μείνη τὸ στρατόπεδον ἀπρομήθευτον καὶ διαλυθῆ, ὅτι οἱ Τοῦρκοι ξαπλώθηκαν πολλοὶ καὶ μᾶς ἦρθαν πολλὰ πλησίον, πιάσαν ὅλα τὰ στενὰ κ᾿ ἑτοιμάζονται νὰ μποῦνε μέσα. Κι᾿ ἀφοῦ περάσουνε ἀπὸ τὰ στενά, δὲν τοὺς βαστοῦμε. Καὶ καθεμέρα ἔχομε πόλεμον μ᾿ αὐτοὺς καὶ οἱ ἄνθρωποι μπαΐλντισαν, καὶ νὰ μὴν μείνουν καὶ νηστικοὶ καὶ διαλυθοῦνε καὶ κιντυνέψη Ρούμελη καὶ Πελοπόννησο ὅλη. Ὅτ᾿ εἶναι πολλὴ Τουρκιὰ κι᾿ ὅλο συνάζονται. Κι᾿ ἂν ἔχετε τὰ μέσα, καθίστε καὶ ῾νεργάτε, εἰδέ, ἀγροικηθῆτε μὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ σᾶς εὐκολύνη τὰ μέσα κι᾿ ἀναφέρετε κι᾿ ὅ,τι σας εἴπαμε». Ἀναφέρθηκαν τόσες φορὲς χωρὶς νὰ λάβουν ἀπάντησιν. Σηκώθηκαν καὶ πῆγαν ὀπίσου εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τῆς ποῦνε τὴν κατάστασιν τῶν στρατεμάτων καὶ τὸ προχώρεμα τῶν Τούρκων, καὶ οἱ ἄνθρωποι ἀκατάπαυτα πολεμοῦν, καὶ τρέξιμον νύχτα καὶ ἡμέρα, μπαϊλντίσαμεν νὰ βαστοῦμε τοὺς Τούρκους εἰς τὰ στενώματα, νὰ μὴν περάσουνε κι᾿ ἀφανιστῆ ὁ τόπος. Ἀφοῦ φύγαν αὐτεῖνοι διὰ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μιλήσουνε κι᾿ ὅ,τι τοὺς διατάξουν ν᾿ ἀκολουθήσουνε…

Οἱ Τοῦρκοι ὅλο κουβαλιώνταν. Εἴχαμε στείλη ἕναν τζασίτη εἰς τὸ Ζιτούνι καὶ ἦρθε καὶ μᾶς εἶπε ὅτι θὰ κινηθοῦν ἀπὸ τρεῖς μεριὲς νὰ μποῦνε μέσα, ἀπὸ τὸ Πατρατζίκι νὰ πέσουνε ἀπὸ πάνου τὸν ζυγόν, ἀπὸ τὶς Θερμοπύλες κι᾿ ἀπὸ τὴ Νευρόπολη τ᾿ ὀρδὶ τοῦ Σαλώνου. Εἴχαμεν πιάση τὴ Νευρόπολη τὸν Ἀπρίλιον μήνα, τὰ 1822, καρσὶ ἀπὸ τὸ Ζιτούνι. Τοῦ Δυσσέα τ᾿ ὀρδὶ ἦταν ῾στὴν Δρακοσπηλιὰ καὶ Μπουντουνίτζα κι᾿ ὁλόγυρα ῾σ αὐτὰ τὰ μέρη. Οἱ Τοῦρκοι τοὺς ἦρθε εἴδηση ἀπὸ Πελοπόννησον, ἀπὸ Ἀθήνα, ἀπὸ Ἔγριπον ὅτι στενεύτηκαν πολὺ ἐκεῖ οἱ δικοί τους καὶ νὰ τοὺς προφτάσουνε μιντάτια καὶ ζαϊρέδες. Πῆγαν οἱ Ἕλληνες εἰς τὴν Φούρκα Ντερβένι, τοὺς ἔκαμαν ἕνα καρτέρι τῶν Τούρκων καὶ τοὺς σκότωσαν καμπόσους καὶ τοὺς πῆραν λάφυρα καὶ ζαϊρέδες πλῆθος καὶ ζῶα. Ὕστερα συνάχτηκαν Τοῦρκοι πολλοί, καὶ μὲ τὰ σπαθιὰ εἰς τὸ χέρι ἀναχώρησαν οἱ Ἕλληνες ἄβλαβοι. Οἱ Τοῦρκοι ἦρθαν ἀπόκατου εἰς τὸ γιοφύρι τῆς Ἀλαμάνας καὶ γύρα ῾σ αὐτὰ τὰ μέρη, τὰ τρογυρινά, κι᾿ ὅλο ἑτοιμάζονταν διὰ νὰ μποῦνε μέσα καὶ φύλαγαν κι᾿ αὐτὲς τὶς θέσες. Διαλέγονται διὰ νυχτὸς ὁ ἀθάνατος Παπὰ Ἀντριᾶς, ὁ Θιοχάρης, ὁ Παπακώστας, ὁ Τρακοκομνᾶς καὶ τοὺς πέφτουν καὶ τοὺς δίνουν ἕνα χαλασμὸν διαβολεμένον, καὶ πέρασαν ἀπὸ πέρα τὸ γιοφύρι πίσου οἱ Τοῦρκοι καὶ τοὺς κόπηκε ἡ ὁρμή τους ἢ μεγάλη, ἀφοῦ ἔβλεπαν καὶ τὸν τόπον ἐκεῖνον τῶν Βασιλικῶν, τῶν Θερμοπύλων κι᾿ ὅλες αὐτὲς τὶς θέσες ὁποῦ ἦταν τὰ κόκκαλα τῶν δυὸ πασσάδων, ὁποῦ ῾ρθαν μὲ τὸν Μπαγεράμπασσα κ᾿ ἦταν περίτου ἀπὸ ἐννιὰ χιλιάδες τουρκιὰ κι᾿ ἄλλοι τρεῖς πασσάδες μὲ πλῆθος γκαμήλια κι᾿ ἁμάξια κι᾿ ἄλλα ζῶα φορτωμένα ζαϊρέδες καὶ πολεμοφόδια, κανόνια κι᾿ ἄλλα εἴδη τοῦ πολέμου, νὰ μποῦνε μέσα – ἦταν τὴν πρώτη χρονιὰ – διὰ νὰ φοδιάσουνε τὰ κάστρα κι᾿ ὅλα τὰ μέρη. Καὶ τοὺς καρτέρεσαν οἱ ἀθάνατοι Ἕλληνες ὡς ἑφτακόσοι ἄνθρωποι, κεφαλὲς αὐτείνων ὁ γενναῖος Γκούρας, Γεροδυοβουνιώτης, Παπὰ Ἀντριᾶς, λαμπρύνεται αὐτὸς ῾σ ἐκείνη τὴν μάχη, χωρὶς νὰ κατηγορηθῆ κανένας. Ὅτι ὅλοι πολέμησαν ἀντρείως, ὁ Νάκος, ὁ Γεράντωνος, ὁ Μποῦσγος, Ρούκης, Λάππας, Θιοχάρης, Καλύβας, Κανταῖγοι, Ρουμάνης, Κόντος, Παπακώστας, Τρακοκομνᾶς, Καραπούλης, Κουτρουμπαῖγοι κι᾿ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ πολλοί, ὁποῦ ἐγὼ δὲν γνωρίζω. Αὐτεῖνοι ὅλοι οἱ γενναῖοι ἄντρες, οἱ σωτῆρες τῆς πατρίδος, ἀφάνισαν ὅλως διόλου αὐτὸ τὸ πλῆθος τῶν Τούρκων, σκότωσαν τοὺς περισσότερους καὶ δυὸ πασσάδες καὶ πῆραν ὅλα τ᾿ ἁμάξια καὶ γκαμήλια καὶ τὰ κανόνια τους, ὁποῦ τ᾿ ἄφησαν ὅλα ἐκεῖ. Κι᾿ ὅσοι μείναν ζωντανοὶ Τοῦρκοι διαλυθῆκαν ἕνας ἕνας καὶ πῆγαν εἰς τὴν πατρίδα τους. Κι᾿ ὅποιος εἶναι ζωντανὸς ἀκόμα θυμᾶται τὴν μαχαίρα τῶν ἀθάνατων Ἑλλήνων. Ξαγόρασαν ὅλοι αὐτεῖνοι οἱ γενναῖοι ἄντρες τὸ αἷμα τοῦ συναγωνιστοῦ τοὺς περίφημου Διάκου, ὁποῦ πρωτοκινήθη αὐτὸς μ᾿ ὀλίγους ἀνθρώπους κι᾿ ἀπάντησε τὴν πρώτη ὁρμὴ τῶν Τούρκων, αὐτὸς κι᾿ ὁ ἀγείμνηστος Δεσπότης Σαλώνου. Αὐτεῖνοι κι᾿ ὁ ἀδελφός του Διάκου κι᾿ ὁ Μπακογιάννης κι᾿ ὁ Καλύβας κι᾿ ὁ ἀδελφός του Δεσπότη κι᾿ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ μὲ τοὺς ὀλίγους τους στρατιῶτες ἔλυωσαν ἀπάνου εἰς τὸ γιοφύρι τῆς Ἀλαμάνας πολεμώντας μὲ τόσον πλῆθος Τούρκων. Κι᾿ ὁ περίφημος γενναῖος Διάκος, ἀφοῦ τελείωσε τὸν τζεμπιχανέ, καταπληγωμένον καὶ μισοσκοτωμένον τὸν ἔλαβαν ζωντανὸν οἱ Τοῦρκοι καὶ τὸν παλούκωσαν. ῾Στὴν θέσιν ὁποῦ ἐπέθανες ἐσὺ Λεωνίδα, μὲ τοὺς τρακόσους σου, πέθαναν κι᾿ αὐτεῖνοι διὰ τὴν θρησκεία καὶ πατρίδα.7

Καὶ μὲ τὴν ἴδια ὁρμὴ αὐτεῖνοι οἱ Τοῦρκοι καὶ πασσάδες, ὁποῦ σκότωσαν τοὺς ὀλίγους καὶ τὸν Διάκον, κινήθηκαν, ὅλη αὐτείνη ἡ δύναμη, νὰ μποῦνε εἰς τὰ Σάλωνα καὶ ῾σ τ᾿ ἄλλα μέρη νὰ ἐφοδιάσουνε τοὺς ντόπιους Τούρκους καὶ νὰ λύσουνε καὶ τοὺς πολιορκημένους, ὁποῦ ῾ταν εἰς τὸ κάστρο Σαλώνου, Λιβαδειᾶς, Ἀθήνας καὶ τ᾿ ἄλλα μέρη αὐτά, καὶ νὰ προχωρέσουν διὰ τὴν Πελοπόννησο. Ἦταν ὁ Ὀμὲρ Βεργιόνης κι᾿ ἄλλοι πασσάδες, ὅλο διαλεμένο καὶ πολὺ ἀσκέρι. Καὶ εἰς τὸ χάνι τῆς Γραβιᾶς ἐκλείστη ὁ Δυσσέας, ὁ κακὸς πατριώτης, κι᾿ ὁ Γκούρας κι᾿ ἄλλοι καὶ πολέμησαν μ᾿ αὐτείνη τὴν μεγάλη δύναμιν ἑκατὸ ἀνθρῶποι. Καὶ φαίνονται ὡς τὴν σήμερον οἱ τάφοι τῶν Τούρκων ἐκεῖ εἰς τὸ χάνι. Καὶ τοὺς ἀφάνισαν, καὶ τοὺς χάλασαν ὅλα τους τὰ σκέδια. Καὶ γλύτωσε ὁ κόσμος, ὁποῦ θὰ σκλάβωναν αὐτεῖνοι τοὺς περισσότερους καὶ μποροῦσε νὰ κιντυνέψη κι᾿ ὅλη ἡ πατρίς, Ρούμελη καὶ Πελοπόννησο (ὅτ᾿ ἦταν αὐτὰ τὰ πρῶτα κινήματα), ἂν προχωρούσανε μέσα καὶ νὰ ῾βγαιναν καὶ τοὺς πολιορκημένους Τούρκους.

Πατρίς, νὰ μακαρίζης γενικῶς ὅλους τους Ἕλληνες, ὅτι θυσιάστηκαν διὰ σένα νὰ σ᾿ ἀναστήσουνε, νὰ ξαναειπωθῆς ἄλλη μίαν φορᾶ ἐλεύτερη πατρίδα, ὁποῦ ἤσουνε χαμένη καὶ σβυσμένη ἀπὸ τὸν κατάλογον τῶν ἐθνῶν. Ὅλους αὐτοὺς νὰ τοὺς μακαρίζης. Ὅμως νὰ θυμᾶσαι καὶ νὰ λαμπρύνης ἐκείνους ὁποῦ πρωτοθυσιάστηκαν εἰς τὴν Ἀλαμάνα, πολεμώντας μὲ τόση δύναμη Τούρκων, κ᾿ ἐκείνους ὁποῦ ἀποφασίστηκαν καὶ κλείστηκαν σὲ μίαν μαντρούλα μὲ πλίθες, ἀδύνατη, εἰς τὸ χάνι τῆς Γραβιᾶς, κ᾿ ἐκείνους ὁποῦ λυώσανε τόση Τουρκιὰ καὶ πασσάδες εἰς τὰ Βασιλικά, κ᾿ ἐκείνους ὁποῦ ἀγωνίστηκαν σὰν λιοντάρια εἰς τὴν Λαγκάδα τοῦ Μακρυνόρου, ὁποῦ πολεμήθηκαν συνχρόνως σὲ αὐτὲς τὶς δυὸ θέσες, ὁποῦ ῾ναι τὰ κλειδιά σου, ἕνα ἡ Πόρτα τοῦ Μακρυνόρου καὶ τ᾿ ἄλλο τῶν Θερμοπύλων. Κι᾿ ἀφοῦ πήγανε κι᾿ ἀπὸ τὰ δυὸ μέρη ν᾿ ἀνοίξουνε δρόμο οἱ Τοῦρκοι, ἐκεῖνοι οἱ ἀθάνατοι τόσοι ὀλίγοι, (ὀγδοήντα ἕνας εἰς τὴν Λαγκάδα) γιόμωσαν τὸν τόπον κόκκαλα ἐκεῖ. Καὶ τοὺς καταδιάλυσαν ἐκεῖνοι οἱ ὀλίγοι ῾σ τ᾿ ἄλλο τὸ μέρος τῶν Θερμοπύλων κι᾿ ἀλλοῦ. Αὐτεῖνοι σὲ ἀνάστησαν καὶ δὲν μπῆκε δύναμη καὶ ζαϊρέδες καὶ πολεμοφόδια, αὐτεῖνοι ψύχωσαν ἐκείνους ὁποῦ πολιορκοῦσαν τοὺς ντόπιους Τούρκους καὶ φρουρές. Καὶ νηστικοὺς κι᾿ ἀδύνατούς τους περιλάβαν καὶ τοὺς σφάξαν σὰν τραγιά. Καὶ τέλος πάντων, πατρίδα, αὐτεῖνοι κατατρέχονται ἀπὸ τοὺς Ἐκλαμπρότατους, ἀπὸ τοὺς Ἐξοχώτατους, ἀπὸ τὸν Κυβερνήτη σου κι᾿ ἀδελφούς του. Ὁ Ἀγουστίνος κι᾿ ὁ Βιάρος αὐτείνων τῶν σκοτωμένων τὶς γυναῖκες καὶ κορίτζα κυνηγοῦν. Αὐτοὺς τοὺς ἀγωνιστᾶς κατατρέχουν καὶ τοὺς λένε νὰ πᾶνε νὰ διακονέψουν: «Ποιός σας εἶπε, τοὺς λένε, νὰ σηκώσετε ἄρματα νὰ δυστυχήσετε;» Ἔχουνε δίκαιον, ὅτι ὁ Ζαΐμης χρώσταγε τῶν Τούρκων ἕνα μιλιούνι γρόσια, καὶ οἱ Ντεληγιανναῖγοι καὶ οἱ Λονταῖγοι καὶ οἱ ἄλλοι, κι᾿ ὁ Μεταξάς, κόντες τῆς πιάτζας, χωρὶς παρά, κι᾿ ὁ Κωλέτης ἕνας γιατρός, ὁ Μαυροκορδάτος τζιράκι τῆς Κωσταντινοπόλεως. Τοὺς φκειάσαν αὐτεῖνοι οἱ διακονιαραῖγοι, οἱ ἀγωνισταί, Ἐκλαμπρότατους, τοὺς λευτέρωσαν ἀπὸ τοὺς Τούρκους κι᾿ ἀπὸ τὰ χρέη, ὁποῦ χρώσταγαν τῶν Τούρκων, κ᾿ ἔγιναν τώρα μεγάλοι καὶ τρανοί. Γύμνωσαν καὶ τοὺς Τούρκους, παίρνοντας τὸ βίον τους, καὶ τὸ ἔθνος τὸ γύμνωσαν καὶ τὸ ἀφάνισαν, γιόμωσαν φατρίες καὶ κακίες τοὺς ἀνθρώπους τοῦ ἀγῶνος. Τοὺς καταδιαιροῦν – γιομόζουν αὐτεῖνοι ἀγαθά. Καὶ οἱ Κολοκοτρωναῖγοι οἱ φίλοι τους τὰ καλύτερα ὑποστατικὰ καὶ πλούτη τῆς πατρίδος. Ἔμειναν οἱ ἀγωνισταὶ διακονιαραῖοι, τοὺς κατατρέχει ὁ Κυβερνήτης μας κι᾿ ὁ Ἀγουστίνος κι᾿ ὁ Βιάρος, καταφρονοῦν ὅλους αὐτοὺς καὶ βαθμολογοῦνε πολλούς, ὁποῦ ῾παιζαν τὸ μπιλλιάρδο μέσα τους καφφενέδες καὶ τώρα εἶναι σπιγοῦνοι τοῦ Κυβερνήτη καὶ τῶν ἀλλουνῶν.

Αὐτεῖνοι βαθμολογῶνται, αὐτεῖνοι πλερώνονται βαρυοὺς μιστούς. Οἱ ἀγωνισταὶ δυστυχοῦν. Τῶν σκοτωμένων τὶς φαμελιὲς ὅποια εἶναι νέα τὴν θέλει ὁ τάδε, σὰ νὰ λέμε ὁ Βελήπασσας, ὁ Μουχτάρπασσας, ὅτι δὲν ἔχει ἡ φτωχὴ νὰ φάγη. Λευτερώθηκαν κάμποσες σκλάβες Μισολογγίτισσες κι᾿ ἀπὸ ἄλλα μέρη (τὶς λευτέρωσαν οἱ φιλάνθρωποι) καὶ διακονεύουν ἐδῶ εἰς τ᾿ Ἄργος καὶ εἰς τ᾿ Ἀναπλιοὺ τοὺς δρόμους. Τῶν ἀγωνιστῶν οἱ ἄνθρωποι διακονεύουν καὶ γυρεύουν νὰ πᾶνε πίσου εἰς τοὺς Τούρκους. Τοὺς εἴχανε αὐτεῖνοι σκλάβους, τοὺς ντύνανε, τοὺς συγυρίζανε καὶ τρώγαν. Εἰς τὴν πατρίδα τοὺς ξυπόλυτοι καὶ γυμνοὶ διακονεύουν. Ἀπὸ ὅλα αὐτά, καϊμένη πατρίδα, δὲν θὰ σωθοῦνε τὰ δεινά σου, ὅτι σιδερώνουν τὴν ἀρετὴ ἐκεῖνοι ὁποῦ σὲ κυβερνοῦσαν καὶ σὲ κυβερνοῦν, καὶ τώρα κατατρέχουν τὸ δίκαιον καὶ τὴν ἀλήθειαν καὶ μὲ ψέματα θέλουν καὶ μὲ σπιγούνους νὰ σὲ λευτερώσουνε, μήτε τώρα εἶσαι καλά, μήτε διὰ τὰ μέλλοντά σου, μὲ τοὺς ἀνθρώπους ὁποῦ σὲ τριγυρίζουν, πολιτικούς, σπιγούνους καὶ τοιούτους ἀξιωματικούς.

Συχωρᾶτε μέ, ἀναγνῶστες, ὁποῦ ῾φυγα ἀπὸ τὸ προκείμενον. Μὴ στοχάζεστε ὅτ᾿ εἶμαι ἢ γόητας, εἴτε φαντασμένος, εἴτε ἐγὼ ἀδικημένος. Λυποῦμαι καὶ γράφω αὐτὰ ὅτι ἤτανε πέντε ἀδέλφια κ᾿ ἔμεινε ἕνας μόνον ἀπὸ τὸ ντουφέκι, καὶ οἱ ἄνθρωποί τους ἤτανε τόσον καιρὸν σκλαβωμένοι καὶ σώθη μία γυναίκα μόνον κι᾿ αὐτείνη πείναγε, κ᾿ ἐκεῖνοι ὁποῦ τοὺς ζήταγε ψωμὶ θέλαν νὰ κάμουν τὸ κέφι τους νὰ τῆς δώσουνε νὰ φάγη. Κι᾿ αὐτὸ κι᾿ ἄλλα πολλὰ τοιούτα μ᾿ ἔκαμαν νὰ βγῶ ἀπὸ τὸ προκείμενον. Ὅτι τὰ τοιούτα δὲν λευτερώνουν πατρίδα, τὴν χάνουν, κ᾿ ἔχω σκοπὸν νὰ ζήσω κ᾿ ἐγὼ ῾σ αὐτείνη τὴν πατρίδα. Ὅτι ἔχω τόση ἀδύνατη φαμελιὰ καὶ δὲν ῾πιτηδεύομαι νὰ κολακεύω τοὺς δυνατούς. Καὶ εἶμαι δυστυχής, καὶ κλαίγω καὶ τὴν δυστυχισμένη μου πατρίδα, ὁποῦ δι᾿ αὐτείνη χύσαμε τὸ αἷμα μας ἀδίκως.

Αὐτοὺς τοὺς μῆνες, Ἀπρίλη καὶ Μάγη, ἔγινε ἕνα σκέδιον νὰ πᾶμε νὰ κυργέψωμε τὸ Πατρατζίκι καὶ νὰ κινηθοῦν ὅλα τὰ γειτονικὰ μέρη καὶ συνφώνως νὰ χτυπήσουμε ὅλοι μαζί. Συνάχτηκαν τ᾿ ἀναγκαῖα εἰς τὸ Μαυρολιθάρι, εἰς τὸ χωριόν, καὶ εἴπαμε νὰ συναχτοῦμε ὅλοι νὰ βαρέσουμε συνφώνως. Μαζωχτήκαμε εἰς Μακροκάμπι μέρος τοῦ Δυσσέως, ἀπὸ τὴν Λιβαδειά, ἕνας ἀξιωματικός του ὁ Σταμούλης Χοντρός, ἀπὸ τὸ Σάλωνα ὁ Πανουργιᾶς καὶ Γκούρας, ὁποῦ ῾μαστε μαζί, κ᾿ ἐγὼ μὲ τὰ τέσσερα χωριά, ὁποῦ ῾χα διοριστῆ ῾σ αὐτούς, ὁ Γεράντωνος ἀπὸ Ταλάντι, ὁ Δυοβουνιώτης Ζιτούνι, Καλτζοδῆμος Λιδορίκι, Σαφάκας Κράβαρι, Γιολντασαῖγοι Καρπενήσι, Κοντογιανναῖγοι Πατρατζίκι, Νικήτας καὶ Χατζηχρῆστος κι᾿ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ ἀπὸ Πελοπόννησο, ὁ Νικήτας ἀρχηγὸς τοὺς αὐτεινῶν. Τὰ χαράματα ζυγώσαμεν ἀπόξω τὴν Πάτρα ὅλοι, ὡς τρεῖς χιλιάδες, μεραστήκαμε ἀπὸ δυὸ μέρη, προχωρέσαμε ὡς τὴν ἄκρη τὴν χώρα, πιάστη ὁ πόλεμος καμπόσον. Ἡ δύναμη τῶν Τούρκων πολλή, καὶ χωρὶς σκέδιον καλὸ νὰ κάμωμε ἐμεῖς, χαλαστήκαμε. Σκοτώθηκαν καμπόσοι Τοῦρκοι κι᾿ ἀπὸ ῾μάς τὸ ἴδιο, σκοτωθήκαμε καὶ πληγωθήκαμε. Κόντεψα νὰ σωθῶ κ᾿ ἐγώ, ὅτ᾿ ἤμουν κουτζὸς ἀπὸ τὴν ἀρρώστεια τοῦ Μισολογγιοῦ, μὲ πονοῦσαν τὰ γόνατά μου. Καὶ κλειστήκαμε σὲ μία ράχη καμμιὰ δεκαριά, ὁ Μπαλαούρας, ὁ Φαρμακάκης, ὁ Μπισμπιρούλας κι᾿ ἄλλοι καὶ φκιάσαμε ταμπούρι καὶ πολεμούσαμε μὲ τὴν χώρα καὶ μὲ τὸ κάστρο. Ὅτ᾿ ἦταν ὁ Ρούκης ἀπὸ κάτου τὸ κάστρο κι᾿ ὁ Ρουμάνης κι᾿ ἄλλοι ἕνα δυὸ καὶ κιντυνεύανε ἀπὸ τοὺς Τούρκους τοῦ κάστρου καὶ τοὺς βαστούσαμε ἐμεῖς.

Θὰ σᾶς εἰπῶ κ᾿ ἕνα γενναῖον πολὺ περιστατικόν: Ἕνας ἀτρόμητος ἄντρας ἀπὸ τοὺς Κολοβάτες (εἶναι τοῦ Σαλώνου χωριόν), τὸν λένε Μῆτρο Καθάριον (ἀλήθεια καθάριος κι᾿ ἀτίμητος εἶναι), ἀφοῦ τζακιστήκαμε ῾στὴν χώρα καὶ τραβηχτήκαμε εἰς τὸ ψήλωμα, οἱ ἐδικοί μας ὅλοι κ᾿ ἐμεῖς φκειάσαμε ταμπούρι καὶ πολεμούσαμε. Αὐτὸς ὁ δυστυχὴς ἦταν μέσα εἰς τὴν χώρα σὲ σπίτι μπασμένος, Ἀφοῦ φύγαμε ἐμεῖς, αὐτὸς ἔμεινε μόνος του κλεισμένος, τόφυγαν οἱ συντρόφοι τοῦ κ᾿ ἔμεινε μόνος του. Τοῦ ρίχτηκαν οἱ Τοῦρκοι ἀπάνου του, παίρνει ἕνα γιαταγάνι Τούρκικον καὶ σκοτώνει τέσσερους, κ᾿ ἐκεῖ ὁποῦ τὸν πολεμοῦσαν τοῦ δίνουν μίαν μαχαιριὰ εἰς τὴν κοιλιά, καὶ σκοτώνει τὸν Τοῦρκον καὶ μὲ τὸ μαχαίρι εἰς τὴν κοιλιὰ ἦρθε ἐκεῖ ὁποῦ ἤμαστε ἐμεῖς, εἰς τὸ ταμπούρι. Καὶ δὲν τοῦ πειράξαμεν τὸ μαχαίρι, μὲ τοῦτο εἰς τὴν κοιλιὰ τὸν πήγαμε ἐκεῖ ὁποῦ ῾ταν οἱ ἐδικοί μας καὶ ἦταν ὁ γιατρός, καὶ τὸ᾿ ῾βγάλε τὸ μαχαίρι καὶ μὲ τῶν μερμήγκων τὰ κεφάλια τὸ᾿ ῾ρραψε τὴν κοιλιά. Καὶ τράβησε ὁ καϊμένος κοντὰ ἕναν χρόνον νὰ γιατρευτῆ. Γέρευε καὶ πάλε ξηλώνεταν, κ᾿ ἔβγαιναν οἱ κοπριὲς ἀπὸ τὴν κοιλιὰ ὁποῦ ῾ταν ἡ πληγή. Καὶ ζῆ τώρα καὶ δὲν ἔχει ψωμὶ νὰ φάγη.

Σταθήκαμεν ἐκεῖ ὡς τὸ δειλινὸ καὶ πολεμούσαμε, ἀποκόβαμε τοὺς Τούρκους νὰ πηγαίνουν καὶ νὰ ῾ρχωνται εἰς τὸ κάστρο. Ηὔραν καιρό, ἔφυγαν μὲ γερούσι ὁ Ρούκης κι᾿ ὁ Ρουμάνης καὶ σώθηκαν. Τότε πήγαμε κ᾿ ἐμεῖς ἀπάνου, ὁποῦ ἦταν οἱ ἄλλοι, ξαποστάσαμε. Τότε, ἀπὸ τὸ δεξιόν του κάστρου εἶναι ἕνα βουνάκι καὶ βήκαν καμμιὰ διακοσιαριὰ Τοῦρκοι καὶ τὸ ἔπιασαν. Ἀρχίσαμε νὰ τοὺς πολεμήσουμε ἀπὸ ῾μπρός. Πῆρε καμπόσους ὁ Γκούρας συντρόφους καὶ πῆγε κρυφὰ καὶ τοὺς πῆρε τὶς πλάτες, καὶ τοὺς βαροῦσε ἐκεῖνος ἀπὸ τὶς πλάτες κ᾿ ἐμεῖς ἀπὸ ῾μπρός. Καὶ τοὺς τελειώσαμεν ὅλους, τοὺς στείλαμε εἰς τὴν ἄλλη ζωή, καὶ μὲ τὴν ὁρμὴ ἐκεινῶν, ὁποῦ τοὺς σκοτώσαμε, πήραμε καὶ τὸ κάστρο μὲ γερούσι καὶ σκοτώσαμε κ᾿ ἐκεῖ καμπόσους, οἱ περισσότεροι φύγαν ἀπὸ τ᾿ ἄλλο τὸ μέρος.

Τότε εἴχαμε τὸ κάστρο καὶ πιάσαμε καὶ τοὺς μύλους, ῾στὸ Μπογόμυλο ὀνομαζόμενον, καὶ τὴν ἄκρη τὴν χώρα. Καὶ πολεμούσαμε κ᾿ ἐμεῖς ἀντρίκεια καὶ οἱ Τοῦρκοι γενναῖα. Τοὺς ἦρθε ἕνα μικρὸν μιντάτι τῶν Τούρκων ἀπὸ τὸ Ζιτούνι. Τοὺς σκοτώσαμε εἰς τὴν ἄκρη τοὺς μύλους, τὸ ῾χαμε πιασμένο καὶ τοὺς τελειώσαμε ὅλους. Σὲ ὀλίγον ἔρχεται πολλὴ Τουρκιά. Ἄφησε ὁ Γκούρας εἰς τὸ ποδαρικὸ τοῦ ἐμένα νὰ σταθῶ ἐκεῖ αὐτὸς πῆρε καμπόσους ἀνθρώπους καὶ πῆγε νὰ βαστήση τὸ μιντάτι τὸ νέον. Ἀφοῦ πῆγε ἐκεῖ, εἶδε ὁποῦ ῾ταν πολλοί, ὁ Δράμαλης, καὶ δὲν μπόρεσε νὰ τοὺς βαστήση. Μοῦ παράγγειλε νὰ εἰπῶ τῶν ἀνθρώπων νὰ τραβηχτοῦνε μὲ τρόπον, νὰ μή μας χαλάσουνε οἱ Τοῦρκοι, καὶ νὰ σηκώσω καὶ τὸν τζεμπιχανέ. Ὅσο νὰ καλομεράσω τὸν τζεμπιχανέ, πλάκωσαν ὁ νέοι Τοῦρκοι καὶ τῆς χώρας, μᾶς πῆραν ὀμπρός. Ἐμεῖς τζακίσαμε, ὅτ᾿ ἤμαστε πολλὰ ὀλίγοι ἀπὸ ῾κεῖνο τὸ μέρος, οἱ ἄλλοι ἦταν ἀπὸ τὸ πέρα μέρος τῆς χώρας. Ἀπὸ τρίχα γλύτωσα ὁ δυστυχής, ἤμουνε κουτζὸς καὶ εἶχα κ᾿ ἕνα ντουφέκι μεγάλο, ἔτρωγε τριάντα δράμια καὶ ἦταν πολὺ βαρύ, δυὸ τά ῾χαν στείλη ἀπὸ τὴν Ζάκυθο, ἕνα εἶχε ὁ Γκούρας καὶ τ᾿ ἄλλο ἐγώ. Κ᾿ ἔσωσε τ᾿ ἀσκέρι καὶ μ᾿ ἔρριξε κάτου, ὅταν φεύγαμε, καὶ ἦταν στενὸς ὁ τόπος καὶ πατοῦσαν ὅλοι ἀπάνου μου κ᾿ ἔμεινα ἀλλοῦ κοντινὸς μ᾿ ἄλλον ἕναν – κουτζὸς κ᾿ ἐκεῖνος. Σὲ ἕναν γκρεμνὸν πέρασε ἐκεῖνος, ἐγὼ ὁ δυστυχὴς ἔμεινα, δὲν μποροῦσα νὰ διαβῶ, κι᾿ ἀποφάσισα νὰ γκρεμιστῶ κάτου, νὰ μὴ μὲ πιάσουνε οἱ Τοῦρκοι. Ἐκεῖνος, ὁ κουτζός, φώναζε: «Πέτα τὸ ντουφέκι νὰ γλυτώσεις!» Ἐγὼ χωρὶς ντουφέκι τί νὰ ῾κανα; Καὶ τὸ λυπούμουν. Ὕστερα θέλησε ὁ Θεὸς καὶ κρεμάστη αὐτὸς κ᾿ ἔπιασε τὴν μπούκα τοῦ ντουφεκιοῦ καὶ πάτησα ὀλίγον μὲ τὰ νύχια καὶ σώθηκα. Ἔκαμα ὅρκον νὰ μὴ ματαπάγω εἰς πόλεμον ῾στὴν κατάστασιν ὁποῦ ἤμουν, χωρὶς ποδάρια. ῾Στὸν ἀνήφορο πάταγα, ῾στὸν κατήφορο τελείως, μὲ πονοῦσαν τὰ γόνατά μου. Ἀφοῦ σωθήκαμε κ᾿ ἐμεῖς οἱ δυὸ κουτζοί, φούσκωσα καὶ ξέκλησα τὰ ροῦχα μου νὰ πάρω ἀγέρα, καὶ τότε ἔκανα τὸν ὅρκον. Ξαποστάσαμε ὀλίγον. Οἱ Τοῦρκοι ἔφτασαν καμπόσους δικούς μας καὶ θὰ τοὺς πιάναν. Μὲ φωνάζει ὁ Νικήτας νὰ τρέξωμε νὰ τοὺς σώσουμε. Τρέξαμε διὰ ῾κείνους καὶ κιντυνέψαμε κ᾿ ἐμεῖς. Τότε οἱ Τοῦρκοι ρίχτηκαν παντοῦ, μπλοκάραν καὶ τοὺς δικούς μας εἰς τὸ κάστρο καὶ τοὺς ἀφήσαμε. Καὶ κυνηγώντας οἱ Τοῦρκοι μας πῆγαν ῾σ τὰ μισά του Ἁγιτοῦ, τοῦ βουνοῦ. Ἐκεῖ νύχτωσε καὶ μείναμε μπαϊλντισμένοι. Χάσαμε καὶ τὸν Γκούρα, τὸν πῆραν ὀμπρὸς οἱ Τοῦρκοι καὶ τὸν ἔρριξαν ῾σ ἕνα ρέμα μ᾿ ὅλους τους ἀνθρώπους καὶ κιντύνεψαν νὰ σωθοῦνε, κ᾿ ἐμεῖς δὲν ξέραμε ζωντανοὶ εἶναι ἢ χαμένοι. Ἐγὼ ἤμουν πολὺ ἀγαπημένος μὲ τὸν Γκούρα, ἤμασταν καλύτερα ἀπὸ ἀδέλφια μ᾿ αὐτὸν καὶ μὲ τὸν μακαρίτη Χαλμούκη καὶ Θανασούλα Σουλιώτη, πολλὰ γενναῖα παληκάρια καὶ μὲ μεγάλη ἀρετή.

Ἀφοῦ πήγαμε εἰς τὸ βουνό, καὶ ἦταν ἐκεῖ ὁ Χαλμούκης καὶ ὁ Θανασούλας κ᾿ ἐγώ, καθόμαστε ἀποσταμένοι καὶ νηστικοὶ καὶ πικραμένοι διὰ τὸν Γκούρα καὶ τοὺς συντρόφους ὁποῦ ἀφήσαμε εἰς τὸ κάστρο. Δία τὴν πείνα τὴν μεγάλη ὁποῦ εἴχαμε ὁ Θεὸς στέλνει ἕναν ἄνθρωπον φορτωμένον ζαϊρέ, κρέας, πῆτες, κρασί, ψωμί, ἕνα ζῶον φορτωμένον ἀπὸ τὶς φαμελιὲς ἐκεινῶν ὁποῦ ῾χα ἀπὸ τὰ τέσσερα χωριὰ καὶ τοὺς εἶχα μαζί μου κι᾿ ἀπὸ τὸν ἀδελφόν μου. Καὶ συνάζω ὅλους τους συντρόφους, νηστικοὺς καὶ κατατρεμένους ἀπὸ τοὺς Τούρκους, καὶ τοὺς ἀδελφούς μου Νικήτα καὶ Χατζηχρῆστο καὶ καθόμαστε νὰ φᾶμε. Φτάσαν ἐκεῖνοι ὁποῦ ῾ταν πολιορκημένοι εἰς τὸ κάστρο, βήκαν μὲ γερούσι χωρὶς νὰ βλαφτῆ κανένας. Ἔρχεται κ᾿ ἕνας ἀπὸ τὸν Γκούρα καὶ μᾶς εἶπε ὅσα δοκίμασαν καὶ πὼς σώθηκαν, καὶ εἶναι ῾στὸ τάδε βουνό. Τότε δοξάσαμεν τὸν Θεὸν καὶ κάμαμε τὰ μεγαλύτερα γλέντια καὶ τραγούδια. Τὴν αὐγὴ σμίξαμε ὅλοι, ἦρθε κι᾿ ὁ Γκούρας εἰς τὶς Καταβόθρες. Ἐκεῖ κάμαμε τὰ γιατάκια νὰ κοιμηθοῦμε.

Μαθαίνομε ὅτι, ἀφοῦ πῆγαν πίσου ζωντανοὶ ὁ Ἀλέξη Νοῦτζος κι᾿ ὁ Παλάσκας, ὁ Κωλέτης παρακινάγει καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ μέλη τῆς Διοικήσεως καὶ τοὺς στέλνουν πάλε ἀναντίον τοῦ Δυσσέα. Πῆγαν εἰς τὸ Δίστομον, ἦταν ἀνθρῶποι τοῦ Δυσσέα ἐκεῖ, τοὺς διῶξαν. Ἦταν καὶ Λιβαδίτες μὲ τὸ πνέμα αὐτεινῶν καὶ συντρόφοι του Κωλέτη. Πηγαίνουν καὶ ῾σ ἄλλα χωριά.8 Στέλνει ὁ Δυσσέας ν᾿ ἀνταμωθοῦν καὶ πήγανε εἰς τὴν Δρακοσπηλιά. Μαζώνει ὁ Δυσσέας τοὺς κατοίκους ὅλους καὶ τ᾿ ἀσκέρι του. Τοὺς λέγει ὁ Δυσσέας: «Διαβάστε ἀδελφοί, τὰ γράμματα (τὰ διάβασαν παρουσία). Ἀδελφοί, τοὺς λέγει, ὁ Ἄργειος Πάγος καὶ ἡ Κυβέρνησή σας εἶναι γνωστὸ ὅτι μὲ κατάτρεχαν καὶ μὲ κατατρέχουν. Ὅταν ἤμαστε εἰς τὴν Ἁγιαμαρίνα, ἐξ αἰτίας δικῆς μου, διὰ νὰ χαθῶ ἐγώ, ἀποφάσισαν νὰ χαθῆ καὶ τόσο ἀσκέρι. Διὰ νὰ μὴν πάθῃ ἡ πατρὶς διὰ ῾μένα ἔστειλα τὴν παραίτησή μου καὶ μὲ βαστήσετε ἐσεῖς ὅλοι στανικῶς. Τώρα ἡ Κυβέρνηση στέλνει ἀρχηγοὺς τὴν ἀφεντειά τους τὸν κύριον Ἀλέξη καὶ τὸν καπετὰν Παλάσκα. Ἡ ἀφεντειά σας – εἶναι ῾στὸ χέρι σας: Ἂν θέλετε αὐτούς, σκοτῶστε ἐμένα, ἂν θέλετε ἐμένα, σκοτῶστε αὐτούς». Τοὺς πιάσαν καὶ τοὺς σκότωσαν. Καὶ γλύτωσε ἀπὸ τοὺς δυὸ κατὰ ὥρας ὁ Κωλέτης.

Αὐτὰ ὅταν τὰ μάθαμε, (ἦρθε ἄνθρωπος) ἤμαστε ἀκόμα εἰς τὶς Καταβόθρες. Σηκωθήκαμε τὴν αὐγή, τοῦ Σαλώνου οἱ ἄνθρωποι, καὶ πήγαμε ἀπὸ κάτου τὴ Νευρόπολη καὶ ρίξαμε ὀρδί.Ἡ σεβαστὴ Κυβέρνηση λυπήθη πολὺ ὁποῦ ἄκουσε τὸν θάνατον αὐτεινῶν, κι᾿ ὄντως ἀγαθῶν πατριωτῶν, καὶ διὰ τὸν θάνατον αὐτεινῶν ἀποφασίστη νὰ σκοτωθῆ ὁ αἴτιος, ὁποῦ ῾ταν ὁ Δυσσέας, κ᾿ ἔπρεπε νὰ μπῆ ῾σ ἐνέργεια τὸ σκέδιον ὁποῦ εἶπε ὁ γραμματικός, ὁποῦ τὸν στείλαν ῾στὸν Νικήτα νὰ σκοτώση τὸν Δυσσέα καὶ νὰ μείνη αὐτὸς ἀρχηγὸς ὅσο νὰ μᾶς τελειώσουνε ὅλους οἱ καλοὶ κυβερνῆτες, τὰ παιδιὰ τῶν Τούρκων. Τώρα, σὰν δὲ θέλησε ὁ Νικήτας δι᾿ ἀρχηγός, φρόντιζαν νὰ κερδήσουνε τὸν Γκούρα. Μίαν ἡμέρα ἐκεῖ ὁποῦ ῾χαμε τ᾿ ὀρδὶ βλέπω ἕναν φραγκοφορεμένον, ἐγὼ τήραγα τὴν δουλειά μου μὲ τοὺς ἀνθρώπους ὁποῦ ὁδηγοῦσα. Κουβέντιαζαν μυστικὰ ὁ Γκούρας, ὁ Τρακοκομνᾶς κι᾿ αὐτὸς ὁ καλὸς πατριώτης, ὁ φραγκοντυμένος. Ἀφοῦ ξηγήθηκαν πολὺ μυστικὰ ἀπὸ ῾μένα, ἔφυγε αὐτός. Σὲ ὀλίγες ἡμέρες μου λέγει ὁ Γκούρας: «Πάρε καμμιὰ δεκαριὰ ἀνθρώπους κι᾿ ἄφησε ἄλλον κεφαλὴ εἰς τοὺς ἀνθρώπους σου, κάπου θὰ πᾶμε». Ἀκολούθησα ὅ,τι μου εἶπε. Πᾶμε ῾στὴν Ἀγόριανη, εἰς τὸ χωριὸν τοῦ Τρακοκομνᾶ, ἦταν κι᾿ αὐτὸς ὁ ἴδιος μαζί μας. Τρώγαμε, πίναμε, χορεύαμε. Ὁ κόσμος κουβάλαγαν καὶ μᾶς κέρναγαν καὶ πίναμε κάμποσες ἡμέρες. Ἦρθε πίσου ὁ φραγκοκαταραμένος ἄρχισαν νὰ κουβεντιάζουν πάλε τὰ κρυφὰ οἱ τρεῖς τους, φύγαμε ἀπὸ τὸ χωριὸν καὶ πήγαμε σὲ κάτι στάνες. Ἐκεῖ ἦταν ἡσυχία περισσότερη διὰ μυστικά. Ἀφοῦ κουβέντιαζαν κρυφὰ ἀπὸ ῾μένα τόσον καιρό, μοῦ κακοφάνη πολύ. Τότε τοῦ λέγω τοῦ Γκούρα: «Θὰ πάρω τοὺς ἀνθρώπους μου νὰ πάγω εἰς τ᾿ ὀρδί, ὅτ᾿ εἶναι μοναχοὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ οἱ Τοῦρκοι μας ἦρθε ἄνθρωπος καὶ μᾶς εἶπε ὅτι ἔρχονται ὁλοένα κ᾿ ἑτοιμάζονται νὰ μποῦνε μέσα καὶ θὰ σκλαβώσουνε τὸν κόσμον, κ᾿ ἐμεῖς τρῶμε τὰ πράματά τους καὶ στέκονται ὁλόρθοι καὶ μᾶς κερνᾶνε». Δὲν μ᾿ ἄφησε νὰ φύγω. Ἄρχισαν νὰ μοῦ φανερώσουν τὸ μυστικὸν ὁ Γκούρας κι᾿ ὁ Κομνᾶς (ὁ Φράγκος εἶχε φύγη). Μοῦ λέγει ὁ Γκούρας: «Ἡ Δίοικηση θέλει νὰ μὲ κάμη χιλίαρχον κι᾿ ἀρχηγὸν τῆς Λιβαδειᾶς εἰς τὸ ποδάρι τοῦ Δυσσέα, φτάνει νὰ σκοτώσω τὸν Δυσσέα. Καὶ εἶναι εἰς τὸν Ἅγιον Λουκᾶ ὁ Δυσσέας κλεισμένος καὶ εἰς τὴν Ἀράχωβα εἶναι ὁ Λάππας ὁ Λιβαδίτης, ὁ Τριανταφυλλίνας κι᾿ ἄλλοι Λιβαδίτες καὶ χωργιάτες, ὡς χίλιοι ἄνθρωποι θὰ μαζωχτοῦν, καὶ νὰ πᾶμε κ᾿ ἐμεῖς νὰ τοὺς πάρωμε νὰ πᾶμε νὰ τὸν βαρέσουμε. Καὶ τὸ εἴχαμε μυστικὸ ἀπὸ σένα νὰ μή μας κάμης ἀντενέργειαν καὶ δὲν θελήσης νὰ μᾶς ἀκολουθήσης». Τοὺς εἶπα: «Ἐγὼ εἶμαι μικρὸς ἄνθρωπος ὀμπρὸς στοὺς δυὸ ἐσᾶς, οὔτε τὸ καλό μου ὠφελεῖ, οὔτε τὸ κακό μου ζημιώνει. Ἄν μου τὸ λέτε νὰ πᾶμε νὰ τὸ κάμωμε, νὰ πᾶμε, ἂν εἶναι νὰ δώσω καὶ γνώμη καὶ δὲν σᾶς βαρύνη, νὰ δώσω, ἂν ἔχω τὴν ἄδειά σας». Μοῦ λένε καὶ οἱ δυό: «Ἔχεις γνώμη, ὅτ᾿ εἶσαι ἀδελφός μας καὶ τὰ καλά, εἶσαι σύντροφος καὶ εἰς τὰ κακά. – Ἂν εἶμαι σύντροφος λοιπόν, θὰ δώσω τὴν ταπεινή μου γνώμη, ἔχω δικαίωμα. Ἂν πάρης ἐσύ, Γκούρα, τὴν ἀρχηγία τῆς Λιβαδειᾶς, ἔχω κ᾿ ἐγὼ τὸ μερίδιόν μου ἢ ὄχι; – Πρῶτος εἲμ᾿ ἐγώ, λέγει ὁ Γκούρας, δεύτερος ὁ Κομνᾶς κ᾿ ἐσύ. – Ὁ σύντροφος ὁ τίμιος πότε εἶναι τίμιος; Ὅταν λέγη τὴν ἀλήθεια τοῦ φίλου του κι᾿ ἂς χάνη τὸ νιτερέσιόν του, ἢ ὅταν τράγη τὸ νιτερέσιον κι᾿ ἂς χαθῆ ὁ φίλος του κι᾿ ἂς διατιμηθῆ κι᾿ ἂς κιντυνέψη; – Ὄχι, λέγει ὁ Γκούρας, ὁ πιστὸς σύντροφος πρέπει νὰ λέγη τὴν ἀλήθεια κι᾿ ὅ,τι θὰ τοῦ συβοῦν ὕστερα ἂς τοῦ συβοῦν. – Ἢ καϊμένη ἡ πατρίδα ἁμαρτίες ὁποῦ ῾χε καὶ γύρευε νὰ τὴν λευτερώσουμε ἐμεῖς οἱ ἀνθρωποφάγοι, πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοί! Κ᾿ ἔχομε ἀρετὴ νὰ λευτερώσουμε πατρίδα ἐμεῖς κι᾿ αὐτεῖνοι ὁποῦ μας κυβερνοῦν; Τώρα ἔβαλαν τὸν Δυσσέα σκότωσε τὸν Ἀλέξη Νοῦτζο, τὸν σεβάσμιον ἄρχοντα. Πόσο ψυχώνει ἡ Τουρκιὰ μ᾿ αὐτό, πόσο ἀδυνατίζομε ἐμεῖς! Τὸ ἴδιον καὶ τὸν Παλάσκα. Δὲν εἶναι ἀληθινὸ ὁποῦ τὸν ἔβαλαν, τὸν Δυσσέα, αὐτεῖνοι καὶ τοὺς σκότωσε; Τοὺς ἔστειλαν δυὸ ξένους μέσα εἰς τὸ σπίτι του, ῾στὸν τόπο τοῦ τὸν πατρικόν, καὶ τὸν φορτώθηκαν αὐτὸν καὶ τοὺς ἀνθρώπους του. Ποιὸν ἄλλον καπετάνιον πείραξαν; Τὸν Πανουργιά, τὸν Καλτζοδῆμο, ἄλλον κανένα; Μόνον τὸν Δυσσέα. Καὶ σὰν σκοτώσουν αὐτόν, ὕστερα ἐσᾶς, κ᾿ ἐμᾶς μας σκοτώνουν μὲ τὰ πράσα, ὄχι μὲ ντουφέκια καὶ σπαθιά. Τί ἔκαμε ὁ Δυσσέας; Ὅτι πῆγε νὰ σκοτώση Τούρκους ἤθελαν νὰ χάσουνε αὐτὸν κι᾿ ὅλο του τὸ στράτεμα. Τί νὰ ῾κάνε; γύρεψε νὰ παρατηθῆ, τὸν βάσταξαν οἱ κάτοικοι καὶ τ᾿ ἀσκέρι. Ἦρθαν αὐτεῖνοι, τοὺς σκότωσε. Κακὸ εἶναι μεγάλο. Τώρα βαίνουν ἐσένα νὰ σκοτώσης τὸν Δυσσέα, αὔριον θὰ βάνουν ἐμένα, σκοτώνω ἐσένα. Καὶ νὰ τὸ καρτερῆς! Κ᾿ ἔτζι θὰ μᾶς φᾶνε ὅλους. Λὲς νὰ πᾶμε νὰ βαρέσουμε τὸν Δυσσέα, ἀμμ᾿ ἐκεῖνος εἶναι ἀδύνατος, ὁποῦ ῾χει τόσους ἀνθρώπους καὶ βαστάει θέσιν δυνατή; Νὰ πιάσουμε τὸ ντουφέκι, οὔτε ἐκεῖνος θὰ κάμη τίποτα ἐμᾶς, οὔτε ἐμεῖς ἐκείνου. Θὰ μποῦνε μονάχα οἱ Τοῦρκοι μέσα καὶ θὰ κυργέψουν τὴν πατρίδα κ᾿ ἐμεῖς θὰ πολεμοῦμε, καὶ θὰ μᾶς πιάσουνε οἱ κάτοικοι νὰ μᾶς δώσουνε τῶν Τούρκων νὰ μᾶς κόψουν τὸ κεφάλι. Κι᾿ ὁ Λάππας κι᾿ ὁ Μῆτρο Τρανταφυλλίνας οἱ Λιβαδίτες, ὁποῦ ῾ναι ἀναντίον τοῦ Δυσσέα ῾στὴν Ἀράχωβα, προσκυνοῦν τοὺς Τούρκους κ᾿ ἡσυχάζουν, καὶ θὰ μᾶς πιάσουνε κ᾿ ἐμᾶς νὰ μᾶς δώσουνε τῶν Τούρκων. Ἢ ὁ Δυσσέας, ἂν τὸν στενέψωμε, πάγει μὲ τοὺς Τούρκους. Καρτερᾶτε τότε λευτεριὰ τῆς πατρίδος, καὶ νὰ μείνωμε καὶ ζωντανοί. Κλαίγει ὁ Κωλέτης καὶ οἱ ἄλλοι κυβερνῆται μας τὸν χαμὸν τοῦ Ἀλέξη καὶ Παλάσκα σὰν τὴν φώκια, ὁποῦ κλαίγει τὸν πνιμένον ὅσο ὁποῦ σαπίζει, καὶ κάθεται καὶ τὸν τρώγει. Ἔτζι θὰ φᾶνε κ᾿ ἐμᾶς τοὺς δυστυχεῖς. Σὲ συβουλεύω, ἀδελφὲ Γκούρα, νὰ πᾶς ν᾿ ἀνταμωθῆς μὲ τὸν Δυσσέο καὶ ν᾿ ἀδελφωθῆς καὶ νὰ πᾶμε εἰς τὰ πόστα μας, ὅτι θὰ μποῦνε οἱ Τοῦρκοι ἀντουφέκηγοι καὶ θὰ δώσουμε λόγον δι᾿ αὐτὸ εἰς τὸν Θεὸν καὶ ῾στοὺς ἀνθρώπους. Κι᾿ ὅταν ὑπάρξῃ ἡ πατρίς, δὲν σοῦ χρειάζονται ἀρματωλίκια, παίρνεις τὶς τιμὲς τῆς πατρίδος, βαθμοὺς καὶ δόξες, καθὼς γίνεται καὶ ῾σ τ᾿ ἄλλα τὰ ἔθνη, ὁποῦ τιμοῦν καὶ δοξάζουν τοὺς ἄξιους καὶ τίμιους ἀξιωματικούς τους. Κι᾿ αὐτὰ τὰ καπεντανλίκια ἦταν κλέφτικα πράματα, ὅταν ἦταν οἱ Τοῦρκοι ῾στὴν πατρίδα μας ἀφεντάδες. Ἐμεῖς ὅμως παιδευόμαστε διὰ λευτεριὰ καὶ δι᾿ αὐτό μας κερνοῦν ὁλόρθοι οἱ κάτοικοι κ᾿ ἔχουν τὶς ἐλπίδες τοὺς ῾σ ἐμᾶς, καὶ μᾶς πλερώνουν καὶ μᾶς ταγίζουνε, καὶ τοὺς βάνομε ὀμπρὸς εἰς τὸν πόλεμον καὶ σκοτώνονται αὐτεῖνοι καὶ δοξαζόμαστε ἐμεῖς».

Τότε, εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, μετανόησε πολὺ καὶ μοῦ εἶπε νὰ πάγω ῾στὸν Ἅγιον Λουκᾶ νὰ μιλήσω μὲ τὸν Δυσσέα ν᾿ ἀδελφωθοῦνε καὶ νὰ ῾βγωμε ἔξω. Τοῦ εἶπα: «Δὲν πάγω μόνος μου, νὰ πάγωμε ἀντάμα». Αὐτὸς ἤθελε νὰ πάγῃ πρῶτα εἰς τὸ Σάλωνα νὰ μαλλώσῃ μὲ τοὺς ντόπιους, ὅτι τοὺς ζητοῦσε ἕνα χωργιόν, τὸ Ξεροπήγαδο, νὰ τοῦ χαρίσουνε καὶ ὡς χίλιες ρίζες ἐλιές. Τοῦ εἶπα καὶ πήγαμε ἀντάμα εἰς τὸ Σάλωνα καὶ μίλησα μυστικῶς τῶν νοικοκυραίων καὶ τὰ διόρθωσαν. Κ᾿ ἔστειλα κι᾿ ἄνθρωπον κρυφὰ εἰς τὸν Δυσσέα καὶ τοῦ εἶπα νὰ μὴν τοῦ μιλήσῃ ἄγρια τοῦ Γκούρα, ὅταν ἀνταμωθοῦμε, νὰ φερθῇ γνωστικά. Σηκωθήκαμε καὶ πήγαμε εἰς τὸν Ἅγιον Λουκᾶ κι᾿ ἀνταμωθήκαμε μὲ τὸν Δυσσέα καὶ φιληθήκαμε καὶ οἱ τέσσεροι. Τοῦ εἶπε ὁ Κομνᾶς τὰ αἴτια κι᾿ ὅτι ἐγὼ τὰ συβίβασα καὶ δὲν εἶχε ποῦ νὰ μὲ βάλη ὁ Δυσσέας.

Κι᾿ ἀφοῦ σάσαμε αὐτά, ὅλοι μαζὶ κινήσαμε διὰ τ᾿ ὀρδί. ῾Στὸν δρόμον πῆρε ὁ Δυσσέας ἐμένα καὶ τὸν Τρακοκομνᾶ καὶ πήγαμε τὴν νύχτα κ᾿ ἔβγαλε ἕναν τενεκὲ γιομάτον φλουρί, διακόσες τριανταπέντε χιλιάδες γρόσια, καὶ πλέρωσε τοὺς ἀνθρώπους του, κι᾿ ὅσα μείναν τά ῾χωσε πίσου. Πηγαίνοντας εἰς τ᾿ ὀρδί, ὡς τὸ βράδυ ἦρθε ὁ τζασίτης ὁποῦ ῾χαμεν εἰς τὸ Ζιτούνι καὶ μᾶς εἶπε ὅτι σὲ δυὸ ῾μέρες ὁ Δράμαλης κινεῖται μ᾿ ὅλες τὶς ἑτοιμασίες διὰ μέσα ἀπὸ τὰ στενά. Τότε στείλαμε παντοῦ ν᾿ ἀναμερήσουνε τὰ γυναικόπαιδα καὶ ζωντανά. Ἤρθανε καὶ οἱ νοικοκυραῖγοι ἀπὸ τὰ Σάλωνα κ᾿ ἤθελαν νὰ στείλῃ ὁ Δυσσέας κι᾿ ὁ Γκούρας εἰς τὸ Μισολόγγι, ὁποῦ ῾ταν ὁ Μαυροκορδᾶτος Διευθυντής, νὰ δώσῃ τέσσερα καράβια νὰ περνάσουμεν τὰ γυναικόπαιδα εἰς τὴν Πελοπόννησον. Στείλαν ἐμένα καὶ τὸν Παπαηλιόπουλον εἰς Μισολόγγι. Ἑτοιμάζαμε τὰ καράβια, μάθαμε μπῆκε ὁ Δράμαλης εἰς Κόρθο ἀντουφέκηγος, ὅτι οἱ κάτοικοι πῆγαν νὰ κρύψουν τὶς φαμελιές τους. Εἰς τὰ Ντερβένια τοὺς χτύπησαν. Κι᾿ ἀφοῦ τοὺς εἶδε τοὺς Τούρκους ἀπὸ μακρυὰ ὁ Ἀχιλλέας, ὁ νέος ἀξιωματικὸς τῆς Κυβερνήσεώς μας, ἄφησε ῾φοδιασμένο κάστρο καὶ πῆρε τόσο ἀσκέρι κ᾿ ἔπιασε τὰ βουνά. Κι᾿ ὕστερα σκοτώθηκε.

Τέτοιους ἀξιωματικοὺς θέλει ἡ Κυβέρνησή μας νὰ λευτερώσῃ τὴν πατρίδα, νέους, τοὺς παλιοὺς σκότωμα. Μπεζέρισαν ν᾿ ἀκοῦνε Γῶγο μὲ ὀγδοήντα ἕνα ἄνθρωπον νὰ βαστήξῃ ἕξι χιλιάδες καὶ νὰ γιομίσῃ ὁ τόπος σκοτωμένους. Ν᾿ ἀκοῦνε ἑφτακόσους ἀνθρώπους νὰ χαλάσουν τόσες χιλιάδες. Ν᾿ ἀκοῦνε Δυσσέα μ᾿ ἑκατὸ ἀνθρώπους σὲ μίαν μάντρα νὰ κόψουνε τὴν πρώτη ὁρμὴ τῶν Τούρκων. Θέλουν Ἀχιλλέα οἱ Κυβερνῆται ν᾿ ἀφίνῃ ἀντουφέκηγον κάστρο, ὁποῦ ῾ναι πλησίον τοῦ οὐρανοῦ εἰς τὸ ψήλωμα κ᾿ εἶχε κι᾿ ὅλα του τ᾿ ἀναγκαῖα. (Ἡ μαγαρισιὰ τὸ φκυάρι της θέλει). Βαρέθηκαν οἱ ἄνθρωποι ν᾿ ἀκοῦνε Ἀλέξη Νοῦτζο, ποὺ ξόδιασε ὅλα του τὰ χρήματα καὶ πούλησε καὶ τὰ τζιβαϊρικά του μισοτιμῆς εἰς τὴν Ἁγιαμαύρα καὶ πλέρωνε τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὸν πόλεμον. Καὶ εἰς τὴν Λαγκάδα ἔκοβα ἐγὼ ξύλα νὰ φκειάσουμε φωτιὰ νὰ ζυμώσουμε ψωμὶ κι᾿ ὁ Ἀλέξη Νοῦτζος φορτώνεταν τὰ ξύλα καὶ τὰ κουβάλαγε. Τὸν στείλανε καὶ σκοτώθηκε σὰν σκυλί. Ἄχ, οὐρανέ, μὴν τὸ φτουρᾶς, μὴ βαστᾶς τὴν ἐπιβουλὴ τῶν ἀχάριστων ἀνθρώπων! Κι᾿ ὁ Δυσσέας δὲν ἦταν καλύτερος. Αὐτὸν θὰ τὸν κρέμαγε ὁ Ἀλήπασσας εἰς τὰ Γιάννενα, ὁποῦ τὸ᾿ ῾φταιξε, ὁ Νοῦτζος τὸν γλύτωσε. Ἔκαμε κι᾿ αὐτὸς τὴν ἀνταμοιβὴ εἰς τὸν εὐεργέτη του.

Τὰ 1822, τοῦ Γιούνη ἡ ἔβγα ἀπάνου κάτου, ἀφοῦ μπῆκαν οἱ Τοῦρκοι μέσα καὶ πῆγαν ῾στὸν Μοριᾶ, δὲν μπόρεσαν νὰ μπάσουνε ζαϊρέδες, ὅτι καθημερινῶς τοὺς πολεμούσαμε κλέφτικα εἰς τὰ στενώματα. Τότε μία ποσότη Τούρκων ἔπιασαν τὴ Νευρόπολη, ὡς τόπος δυνατός, κι᾿ ἄνοιξαν καὶ τὸν δρόμον διὰ νὰ περνοῦν ζαϊρέδες εἰς Πελοπόννησο, εἰς Ἀθήνα ἀπόξω, ὁποῦ ῾χαν ὀρδιὰ κατ᾿ τὸν Ρωπόν, εἰς Ἔγριπον, καὶ νὰ ῾φοδιάζουνε ὅλα αὐτὰ τὰ μέρη. Τότε συναχτήκαμε ὅλα αὐτὰ τ᾿ ἀσκέρια τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος καὶ πήγαμε καὶ τοὺς πολεμήσαμε γενναίως (κι᾿ αὐτεῖνοι πολέμησαν παληκαρίσια). Τοὺς τζακίσαμε, τοὺς πήραμε τ᾿ ἀργαστήρια τους, σκοτώσαμε ἀπὸ αὐτούς, τοὺς πήραμε τόσα λάφυρα, τοὺς βγάλαμε ἀπὸ τὶς θέσες τους καὶ κλείστηκαν ῾σ ἕνα δυνατὸν μέρος. Τοὺς βάλαμε κ᾿ ἕνα κανόνι καὶ τοὺς χτυπάγαμε. Τοὺς πήραμε τὸ νερόν τους καὶ τοὺς στενέψαμε πολύ. Τοὺς πολεμήσαμε ἀπὸ τὸ μεσημέρι ὡς τὴν αὐγή. Τοὺς ἦρθε ἕνα μιντάτι, τὸ χαλάσαμεν. Τοὺς ἦρθε κι᾿ ἄλλο ἀπὸ τὴν Ἀλαμάνα κ᾿ ἔγιναν τότε πολὺ δυνατοί, πεζούρα καὶ καβαλλαρία, κι᾿ ἀναχωρήσαμε μόνοι μας, ἄβλαβοι. Πῆγε ὁ καθεὶς εἰς τὸ πόστο του κ᾿ ἐμεῖς εἰς τὴν Γραβιά. Καὶ τοὺς βαρούσαμε κλέφτικα πάντοτες.

Σὲ ὀλίγες ἡμέρες ξαναπήγαμε συστηματικώτερα, τοὺς πολεμήσαμε δυὸ μερόνυχτα. Ταμπουρωθήκαμε σὲ τρεῖς μεριὲς πολλὰ πλησίον τους. Πανωκέφαλα ἦταν ὁ Δυσσέας, βορεινά, ἀνατολικῶς ἐμεῖς, τοῦ Σαλώνου, δυτικῶς οἱ Λιδορικιῶτες, Σαφάκας καὶ οἱ ἄλλοι. Τοὺς καταφανίσαμε, τοὺς μαζώξαμε ῾σ ἕνα μέρος ὅλους μαζί. Κάναν γερούσια ἀπάνου μας, πεζούρα καὶ καβαλλαρία. Τοὺς ἦρθαν πάλε μιντάτια ἀπὸ τ᾿ ἄλλα τὰ πόστα κι᾿ ἀπὸ τὸ Ζιτούνι. Σώσαμε κ᾿ ἐμεῖς τὰ πολεμοφόδια. Αὐτεῖνοι εἶχαν σκοπὸν τὴν αὐγὴ νὰ μᾶς κλείσουνε μέσα, καὶ χωρὶς πολεμοφόδια καὶ ζαϊρὲ θὰ κιντυνεύαμε. Τότε τὰ χαράματα τραβηχτήκαμε χωρὶς νὰ μᾶς νοιώσουνε. Κι᾿ ὅταν θὰ περάσουν ζαϊρέδες κάποτε, ἐκεῖ ὁποῦ ρίχναν ὀρδὶ τοὺς βαρούσαμε τὴν νύχτα, ῾στὴν Πέτρα ἢ ἀλλοῦ, καὶ δὲν τελεσφοροῦσαν ποτέ. Κι᾿ ὁ γενναῖος κι᾿ ἀτρόμητος Θανάσης Σκουρτανιώτης μὲ διαλεμένους ἀπὸ τὴν Φήβα καὶ κάτου δὲν τοὺς ἄφινε νὰ ξεμυτίσουν. Τοὺς ἀφάνιζαν καὶ οἱ Ἀθηναῖοι.

ΣHMEIΩΣEIΣ

1. Ἔπαθε διὰ τὴν λευτερίαν καὶ θυσιάστη αὐτὸ τὸ σπίτι ὅλως δι᾿ ὅλου.

2. Πέθανε ὁ καϊμένος καὶ δὲν ἀνταμωθήκαμε. Ὁ Θεὸς μακαρίζη τὴν ψυχή του.

3. Ὁ Κωλέτης, καθὼς λένε, ἔγραψε τοῦ Κιουτάγια κάποτε νὰ γυρίση μ᾿ αὐτόν. τὸ γράμμα του ὁ Κιουτάγιας τὸ ῾δειξε τοῦ Τάτση Μαγγίνα ὅταν τὸν ἔπιασε σκλάβον εἰς τὸ Μισολόγγι, κι᾿ ὅταν λευτερώθη ὁ Μαγγίνας, τὸ εἶπε αὐτὸ παρουσία, καὶ τί ἔγραφε τὸ γράμμα, εἰς τὸ Βουλευτικὸν σῶμα, εἰς τὴν Αἴγινα, κ᾿ ἔγινε τόσος καυγᾶς μ᾿ ὅλους τους βουλευτάς. Παιδιὰ τῶν Τούρκων ἔχομεν ὁποῦ μᾶς κυβερνοῦν, καὶ δυστυχία καὶ τῆς πατρίδος καὶ ἐμᾶς. Κι᾿ ἄλλοι εἶναι παιδιὰ τῶν Τούρκων, ἄλλοι παιδιὰ ἀλλουνῶν χειρότερων ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ἡ πατρὶς ἡ δυστυχὴς κυβέρνησιν δὲν εἶδε μὲ τὰ μάτια της, οὔτε θὰ ἰδῇ. Κι᾿ ὁ Θεὸς νὰ βγάλῃ ἐμέναν ψεύτη κι᾿ ἄδικον κι᾿ αὐτοὺς πατριῶτες καὶ ἀληθινούς.

4. Ὁ Ἀκουμπέτι (τὸ χειρόγραφον ἀκοπίτι· ἡ λέξις τουρκική, σημαίνουσα «τέλος πάντων») ὁ Δυσσέος ὁ δυστυχὴς τὸν ἔφαγαν. Ἀκολούθως γράφω δι᾿ αὐτό.

5. Ποῖον ζῶον δὲν ἔχει τὸν ὁδηγόν του;

6. Καθὼς τὴν ἔκαμε καὶ τὴν ἔχει ὡς τὴν σήμερον μέσα εἰς τὸ σπίτι του σὰν γυναίκα του.

7. Καὶ ἦταν τυχεροὶ ὁποῦ πέθαναν ἐνδόξως καὶ γλύτωσαν ἀπὸ τὸν πατριωτισμὸν τοῦ Κωλέτη, τοῦ Μαυροκορδάτου, τοῦ Μεταξᾶ κι᾿ ἀλλουνῶν τέτοιων πατριώτων.

8. Τοὺς ἔπιασε ὁ Δυσσέας καὶ γράμματα, ὁποῦ γράφαν νὰ τὸν σκοτώσουν.

Ἀναρτήθηκε 7 Ἰουνίου 2011 ἀπὸ τὸν/τὴν Γιάννης Φαίλτωρ στὸ ΒΙΒΛΙΟ Α, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Κεφάλαιο Τρίτο   Leave a comment

Παρασκευαὶ πρὸς ἐπίθεσιν κατὰ τῆς Ἄρτας. – Κατάληψις τοῦ Μαράτι καὶ ἄλλων θέσεων περὶ τὴν Ἄρταν. – Μάχη εἰς τὸ παρὰ τὸ Μαράτι τζαμί. – Πρόοδος τῶν Ἑλλήνων καὶ Ἀλβανῶν συμμάχων. – Ἥττα καὶ ὑποχώρησις τῶν Τούρκων ἐκ τῶν περὶ τὴν πάλιν θέσεων. – Εἴσοδος τῶν συμμάχων εἰς Ἄρταν. – Πυρπόλησις τοῦ Σαραγιοῦ τῆς Ἄρτας. – Κατάληψις τῆς ἀγορᾶς. – Παράτολμος πράξις τοῦ Μακρυγιάννη. – Κατάληψις καὶ ἄλλων θέσεων ἐν τῇ πόλει. – Εἴσοδος τοῦ Μακρυγιάννη εἰς τὸ Ἀγγλικὸν προξενεῖον. – Συγκινητικὸν ἐπεισόδιον. – Λεηλασία τῆς πόλεως ὑπὸ τῶν ἐπαναστατῶν. Ἡ τοῦ Ταῒρ Ἀμπάζη ἀποστολὴ εἰς Μεσολόγγισν. – Δυσαρέσκειαι τῶν Ἀλβανῶν κατὰ τῶν Ἑλλήνων. – Παρασπονδία αὐτῶν. – Σχέδιον ἐπιθέσεως κατὰ τῶν Ἑλλήνων. – Ῥῆξις μεταξὺ τῶν τέως συμμάχων. – Λυσσώδης ἀγών. – Ἔξοδος τῶν Ἑλλήνων ἐξ Ἄρτας. – Ὑποχώρησις πρὸς τὸ Πέτα καὶ Κομπότι. – Ὑποταγὴ τῶν Ἀλβανῶν εἰς τὸν Χουρσὶτ πασσᾶν. – Καταστροφὴ τοῦ Ἀλήπασσα. – Περιπλανήσεις καὶ δεινοπαθήματα τοῦ ἐξ Ἄρτας φυγόντος πληθυσμοῦ. – Ὁ Μακρυγιάννης προστάτης καὶ σωτὴρ τῶν Ἠπειρωτῶν προσφύγων. – Ζητεῖται παρὰ τῶν Ἀρτηνῶν ἀρχηγὸς αὐτῶν. – Ἀσθενεῖ καὶ μεταβαίνει εἰς Μεσολόγγιον. – Ἀπέρχεται εἰς Σάλωνα πρὸς ἀνάρρωσιν.


Οἱ ἐδικοί μας, ὁποῦ πολεμοῦσαν ῾στὸ πέρα μέρος τοῦ Σουλιοῦ, οἱ Τοῦρκοι τ᾿ Ἀλήπασσα καὶ οἱ Σουλιῶτες, ἀγροικήθηκαν καὶ μ᾿ ἐμᾶς καὶ εἴπαμε νὰ παραγγείλωμεν καὶ τῶν ἀλλουνῶν ἀπὸ Μισολόγγι κ᾿ ἐδῶθε νὰ ῾ρθούνε εἰς Κομπότι καὶ Πέτα, νὰ συναχτοῦν κ᾿ ἐκεῖνοι ἀπὸ ῾κεῖνο τὸ μέρος, νὰ γένη τὸ κίνημα διὰ τὴν Ἄρτα. Ἔγραψαν αὐτὸ οἱ καπεταναῖγοι ὁλοῦθε νὰ συναχτοῦνε, καθὼς συνάζονταν κι᾿ ἀπὸ τὸ πέρα μέρος τοῦ ποταμοῦ ὅλοι. Κ᾿ ἐκεῖνοι ὅσο νὰ συναχτοῦνε, περάσαμεν πίσου εἰς τὸ Νιοχώρι καὶ εἰς τ᾿ ἄλλα τὰ χωριὰ κι᾿ ἀφανίσαμεν ἐκείνους τοὺς Τούρκους καὶ διαλύθηκαν, καὶ πήραμε τοὺς κατοίκους ἐδῶθεν, καμπόσους, καὶ πήραμεν καὶ ζαϊρέδες νά ῾χωμεν διὰ τὸ κίνημα τῆς Ἄρτας. Συνάχτηκαν οἱ ἄνθρωποι κι᾿ ἀπὸ τὸ ῾να τὸ μέρος κι᾿ ἀπὸ τ᾿ ἄλλο. Ἀπὸ τὸ πέρα μέρος συνάχτηκαν ὡς τρεῖς χιλιάδες, τοῦ Σουλιοῦ τὸ μέρος κι᾿ ὅλα τὰ χωριὰ ἐκεῖνα, καὶ οἱ Τοῦρκοι τοῦ Ἀλήπασσα, κεφαλὲς ῾σ αὐτεῖνο τὸ μέρος οἱ Ἕλληνες Νοτημπότσαρης, Φωτομάρας, Μαρκομπότσαρης, Δράκος, Βέικος, Τζαβελαῖγοι κι᾿ ἄλλοι ἀξιωματικοί, τῶν Τούρκων Ἀγοβάσιαρης, ὁ Σουλεϊμάνη Μέτος, τοῦ Μοῦρτο Τζάλιου τὸ παιδὶ κι᾿ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ Τοῦρκοι. Ἕλληνες ἀπὸ τὸ δώθε μέρος Γραμμενίτσας Τζερακλής, Καραϊσκάκης, Κουτελιδαῖγοι κι᾿ ἄλλοι ἀξιωματικοί. Ὅλοι αὐτεῖνοι πιάσαν τὸ Μαράτι ἀντίκρυα ἀπὸ τὴν Ἄρτα, εἶναι ὡς ἕνα κάρτο μακρυά, εἶναι περιβόλια κι᾿ ὀλίγα σπίτια κ᾿ ἕνα τζαμὶ πολλὰ δυνατό. Στάθηκαν εἰς Μαράτι αὐτεῖνοι ὅλοι. Ἀπὸ τὸ δώθε μέρος ἐμεῖς συναχτήκαμεν ὅλοι ὡς χίλιοι ἄνθρωποι, πήγαμεν διὰ νυχτὸς εἰς τὸν Ἅγιον Ἠλία πανουκέφαλα τῆς Ἄρτας, εἰς τὸ Βουνὸ ὀνομαζόμενον, ἀπὸ κάτου, τίρα ντουφεκιά, τὸ λένε εἰς τὶς Πόρτες καὶ παρακάτου ἡ Φανερωμένη τὸ μοναστήρι ὡς ἕνα κάρτο. Αὐτὲς τὶς θέσες ἀπὸ τὴν Ἄρτα τὶς βαστοῦσαν οἱ Τοῦρκοι οἱ καλύτεροι, ὁ Σμαήλπασσα Πλιάσας κι᾿ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ Τοῦρκοι. Τὸ ὅλο τῶν Τούρκων ὁποῦ ἦταν ῾στὴν Ἄρτα (ὅλοι πασσάδες κι᾿ ἄλλοι ἀξιωματικοί) ὡς δώδεκα χιλιάδες. Κεφαλὲς δικές μας, τῶν Ἑλλήνων ὅσοι πήγαμεν εἰς Ἀγηλιὰ ὁ Γῶγος, ὁ Βαρνακιώτης, ὁ Ἴσκος, ὁ Τσόγκας καὶ οἱ Γριβαῖγοι (ἦρθαν ὕστερα, ὅτι τρώγονταν ἀναμεταξύ τους) ὁ Βαλτηνός, ὁ Κατζικογιάννης), ὁ Βλαχόπουλος κι᾿ ἄλλοι ἀξιωματικοί. Καὶ πήγαμεν τὸ ἴδιον ἔτος, τῆς 15 Νοεβρίου. Τὴν ἴδια ῾μέρα οἱ Τοῦρκοι πεζούρα καὶ καβαλλαρία πῆγαν, ἕνα μεγάλο μέρος, ἀναντίον τῶν δικῶνε μας εἰς Μαράτι καὶ πολέμησαν οἱ Τοῦρκοι γενναίως τοὺς δικούς μας καὶ σκότωσαν καμπόσους καὶ πληγώσανε, καὶ τοὺς ρίξαν εἰς φυγὴ τοὺς δικούς μας. Καὶ μέσα εἰς τὸ τζαμὶ ἐκλείστη ὁ Καραϊσκάκης κι᾿ ὁ Μάρκος καὶ πολέμησαν γενναίως τοὺς Τούρκους, καὶ γύρισαν καὶ οἱ νικημένοι οἱ ἐδικοί μας κι᾿ ὅλοι συνφώνως μὲ τοῦ τζαμιοῦ κάμαν ἕναν μεγάλον σκοτωμὸν τῶν Τούρκων καὶ τοὺς βάλαν εἰς τὴν Ἄρτα.

Τῆς 16 ἦρθαν ἀπὸ τὸ Μαράτι εἰς τὸν Ἀγηλιᾶν, ὁποῦ ῾μαστε ἐμεῖς, ἦρθε ὁ Φωτομάρας, ὁ Καραϊσκάκης, ὁ Ἄγος κι᾿ ἄλλοι Τοῦρκοι δικοί μας καὶ κάμαν συνφώνως σκέδιον μ᾿ ἐμᾶς νὰ διορίσουνε ἀπὸ τὸ Μαράτι τρακόσους νὰ πιάσουνε τοὺς Μύλους τῆς Ἄρτας, ὁποῦ ῾ναι ἀπόξω ἀπὸ τὴν Ἄρτα, εἰς τὴν ἄκρη τὴν χώρα, καὶ τὸ ὀνομαζόμενον Μουχούστι, ὁποῦ ῾ναι πλησίον εἰς τοὺς Μύλους. Κι᾿ ἀπὸ τὸ μέρος τὸ δικό μας διορίσαν ἑκατὸ νὰ πιάσουνε τοὺς Ἁγιαποστόλους καὶ τὸ μοναστήρι Ὁδηγήτρα ῾στὴν ἄκρη τὴν χώρα καὶ ἦταν Τοῦρκοι μέσα νὰ τοὺς πολεμήσουνε οἱ ἑκατὸ καὶ νὰ πιάσουν τὴν θέση νὰ μείνουν μέσα ὡς δευτέρα διαταγὴ τῶν ἀνωτέρων. Τὸ ἴδιο νὰ κάμουν καὶ οἱ τρακόσοι, νὰ σταθοῦν εἰς τὶς διορισμένες θέσες. Εἰς τοὺς τρακόσους διορίστηκαν κεφαλὲς ὁ Μάρκος, ὁ Καραϊσκάκης, ὁ Βέικος, ὁ Δράκος, ὁ Κουτελίδας, ὁ Τζερακλής, τοῦ Μοῦρτο Τζάλιου τὸ παιδὶ κι᾿ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ Τοῦρκοι κ᾿ Ἕλληνες. Δία τοὺς ἑκατὸ διορίστηκαν κεφαλὲς ὁ Νάση Φωτομάρας κ᾿ ἐγώ, μὲ διόρισε ὁ Γῶγος. Κινήθηκαν οἱ τρακόσοι διὰ τὶς θέσες τους καὶ ἐμεῖς οἱ ἑκατὸ διὰ τὴν δικήν μας θέσιν. ῾Στοὺς τρακόσους ἐρρίχτηκαν πεζούρα καὶ καβαλλαρία πλῆθος, ῾σ ἐμᾶς ὡς ὀχτακόσοι πεζούρα, ὅτ᾿ ἦταν βουνὸ καὶ ἡ καβαλλαρία δὲν δούλευε. Λέγω εἰς τοὺς ἀναγνῶστες μου, μὰ τὴν πατρίδα, οἱ τρακόσοι αὐτεῖνοι δὲν ἦταν ἄνθρωποι, ἦταν ἀϊτοὶ ῾σ τὰ ποδάρια καὶ λιοντάρια εἰς τὴν καρδιά. Ἕνα ντουφέκι ρίξαν εἰς τοὺς Τούρκους καὶ βγάλανε τὰ σπαθιά, καὶ τοὺς ἀφάνισαν καὶ τοὺς ἔμπασαν μέσα εἰς τὴν χώρα καὶ εἰς τὸ σαράγι καὶ γύρα εἰς τὶς δυνατές τους θέσες κ᾿ ἐκεῖ τοὺς ἄφησαν, καὶ πιάσαν τὰ διορισμένα τοὺς πόστα οἱ τρακόσοι. ῾Στὸν ἴδιον καιρόν μας ριχτήκανε κ᾿ ἐμᾶς τῶν ἑκατὸ οἱ Τοῦρκοι εἰς τοὺς Ἁγιαποστόλους, ὅτι δὲν μπορούσαμεν νὰ κινηθοῦμεν, ὅτι τὴν κούλια τῆς Μητρόπολης, τοῦ περιβολιοῦ, κι᾿ ὅλα τὰ τριγύρα τείχη καὶ τὴν Ὁδηγήτρα τὰ βαστοῦσαν Τοῦρκοι καὶ μᾶς χτυποῦσαν ἦταν πολλὰ πλησίον μας. Ριχτήκανε ἀπάνου μας οἱ ὀχτακόσοι. Ἂν ἤμαστε οἱ ἑκατὸ κιοτῆδες κι᾿ ἀνάξιοι, οἱ τρακόσοι μας φιλοτίμησαν, ἡ γενναιότητα ὁποῦ ῾δειξαν ἐκεῖνοι, καὶ μᾶς κάμαν κ᾿ ἐμᾶς πολεμιστᾶς. Καθὼς ἔρχονταν ἀπάνου μας οἱ ὀχτακόσοι, ρίξαμεν τὸ πρῶτο ντουφέκι, βαρέθη ὁ… κι᾿ ἄλλοι καμμιὰ εἰκοσιαριὰ καὶ μ᾿ ἐκεῖνον τὸν σκοτωμὸν τοὺς πήραμε ὀμπρὸς αὐτοὺς καὶ ῾στον ἴδιον καιρὸ κι᾿ ὁρμὴ πετάξαμεν κ᾿ ἐκείνους τοὺς Τούρκους ἀπὸ τὴν Ὁδηγήτρα καὶ μ᾿ αὐτείνη τὴν ὁρμὴ εἶναι μία μεγάλη ἐκκλησία ὀνομαζόμενη Παρηγορίτσα κ᾿ ἔχει ἀπάνου ὡς μπεντένια τοῦ κάστρου, τὰ ῾φκειασε ὁ Πασόμπεγης Γιαννιώτης καὶ εἶχε καὶ κανονάκια ἀπάνου, καὶ ἦταν Τοῦρκοι μέσα καὶ γύρα τὴν Παρηγορίτζα ὡς τὸ Σαράγι – μ᾿ αὐτείνη τὴν ὁρμὴ τοὺς βγάλαμεν κι᾿ ἀπὸ τὴν Παρηγορίτζα καὶ πιάσαμεν αὐτείνη τὴν θέσιν καὶ γύρα ὅλον τὸν μαχαλᾶ τοῦ Βουνοῦ. Καὶ οἱ τρακόσοι τους βγάλαν τοὺς Τούρκους ἀπὸ τὸ Σαράι καὶ βάλαν φωτιὰ καὶ πιάσαν ὁλόγυρα ἐκεῖνο τὸ μέρος καὶ μισὸ παζάρι, ὀνομαζόμενον Γύφτικα. Νύχτωσε, παραγγείλαμεν ἐμεῖς καὶ οἱ τρακόσοι εἰς τοὺς ἀνωτέρους μας γιὰ τὶς θέσες ὁποῦ πιάσαμεν καὶ προχωρέσαμεν. Τότε αὐτεῖνοι μας στείλανε ὁλουνῶν, «τὴν θέση του νὰ φυλάξη ὁ καθεὶς ὁποῦ σας διορίσαμεν κι᾿ ὅσες πιάσετε τοῦ κεφαλιοῦ σας νὰ τὶς ἀφήσετε». Ἐμεῖς δὲν ἀκούσαμεν αὐτούς, θέλαμεν τοῦ κεφαλιοῦ μας. Πῆρα καμμιὰ πενηνταριὰ ἀνθρώπους ἐγὼ ὁποῦ ῾ξερα τὰ σουκάκια, ὁποῦ κατοικοῦσα τόσα χρόνια ἐκεῖ, καὶ κατεβήκαμεν μέσα εἰς τὸ παζάρι ῾στον Ἅγιον Δημήτρη καὶ μπήκαμεν μέσα εἰς τὰ κονάκια τῶν Τούρκων, πήραμε τ᾿ ἄλογά τους, ἄλλο βίον καὶ πήγαμεν πίσου εἰς τὰ πόστα ὁποῦ πιάσαμεν τοῦ κεφαλιοῦ μας κι᾿ ὄχι ἐκεῖνα ὁποῦ μας διάταξαν οἱ μεγαλύτεροι. Τότε μας παραγγέλνουν οἱ ἀνώτεροι ὅτι: «Ἀκοῦτε καὶ σύρτε ἐκεῖ ὁποῦ σας διατάξαμεν, ἢ γίνετε ἐσεῖς κεφαλὲς νὰ ὁδηγᾶτε ἐμᾶς νὰ σᾶς ἀκοῦμεν ὅ,τι μας λέτε». Τότε ἀφήσαμεν ὅλες τὶς θέσες καὶ πῆγε ὁ καθεὶς ὅθεν διορίστηκε καὶ κοιμηθήκαμεν.

Τὴν αὐγὴ πήγαμεν εἰς τοὺς ἀνώτερους ὅλοι χολιασμένοι. Τότε μας λένε: «Διατὶ χολιάσατε, ὅτι σας εἴπαμεν νὰ πᾶτε εἰς τὰ πόστα σας; Νὰ σᾶς εἰποῦμεν τὴν αἰτίαν: Ἐμεῖς εἴμαστε τόσες ἡμέρες νηστικοὶ καὶ ἄγυπνοι, τώρα ηὕραμε φαγί, κρασί, καὶ θὰ φᾶτε καλὰ καὶ θὰ πιήτε – καθὼς τὸ κάμετε– καὶ θὰ μεθύσετε, κι᾿ ἀποσταμένοι, ἔρχονταν οἱ Τοῦρκοι, σᾶς βρίσκαν ῾σ αὐτείνη τὴν κατάσταση, σᾶς ἀφάνιζαν, καὶ κοντὰ ῾σ ἐσᾶς κιντυνεύαμεν κ᾿ ἐμεῖς, ὅτι εἴμαστε ὁλόγυρα τρογυρισμένοι ἀπὸ τοὺς Τούρκους». Τῆς πόρτες καὶ Φανερωμένη τῆς βαστοῦσαν οἱ Τοῦρκοι. Τότε εἴπαμεν ὅτι ἔχουν δίκιον αὐτεῖνοι κ᾿ ἐμεῖς ἄδικον καὶ θὰ παθαίναμεν ὅ,τι μας εἶπαν.

Τὴν αὐγὴ τοὺς ρίχτη ὁ ἀθάνατος Γῶγος τῶν Τούρκων εἰς τὶς Πόρτες καὶ μοναστήρι καὶ σὲ ὅλα τὰ πόστα ὁποῦ βαστοῦσαν καὶ τοὺς ἀφάνισε καὶ μπῆκαν ὅλοι εἰς τὴν πολιτεία καὶ πήραμεν κ᾿ ἐκεῖνες τὶς θέσες, καὶ τοὺς ριχτήκαμεν ὅλοι μαζὶ καὶ τοὺς πήραμεν τὴν μισὴ χώρα καὶ περισσότερη. Τοὺς κλείσαμεν εἰς τὴν Ντογάνα, Μαχαλὲ καὶ Κομπότη κι᾿ ὅλο ἐκεῖνο τὸ μέρος. Αὐτεῖνοι βαστούσανε ὅλο τὸ Τουρκοπάζαρον ὡς τὸ Ἀγγλικὸν κονσουλάτο κι᾿ ἀπάνου. Τ᾿ ἄλλα πόστα τοὺς τὰ κυργέψαμεν, ὅλα τὰ μέρη καὶ τοὺς ἀφανίσαμεν.

Ὅταν μὲ φυλάκωσαν οἱ Τοῦρκοι εἰς τὸ κάστρο τῆς Ἄρτας, μὲ κατάτρεχε κ᾿ ἕνας προγεστὸς τῆς Ἄρτας ὀνομαζόμενος Παπαδόπουλος κι᾿ ἀπ᾿ αὐτὸ μὲ κιντύνεψαν οἱ Τοῦρκοι περισσότερο. Πῆρα τὴν ἄδεια ἀπὸ τὸ Γῶγο κι᾿ ἀλλουνούς, ὅτι μπαίνοντας εἰς τὴν Ἄρτα θὰ τὸν σκοτώσω αὐτὸν κι᾿ ὅλη του τὴν φαμελιά. Μπαίνοντας μέσα, σηκώθηκα καὶ πῆγα καὶ τόπιασα τὸ σπίτι του. Αὐτὸς ἔφυγε καὶ ἦταν εἰς τὸ κονσουλάτο. Τοῦ τὸ παράγγειλαν φίλοι τοῦ ἀπόξω, ὅτι θὰ τοὺς σκοτώσω καὶ ἀναμέρησε. Μέσα εἰς τὸ κονσουλάτο ἦταν πλῆθος φαμελιὲς Ἀρτηνὲς κι᾿ ἀπὸ τὰ Γιάννενα κι᾿ ἄλλα μέρη καὶ βίον ἀρίθμητον. Πῆγα πολεμώντας καὶ κιντύνεψα καὶ μπῆκα εἰς τὸ κονσουλάτο καὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὁποῦ ῾ναι πλησίον τῆς Ἁγιασωτῆρος καὶ εἶδα τὴν δυστυχίαν τους καὶ τοὺς λυπήθηκα. Τοῦ εἶπα αὐτεινοῦ: «Ὅ,τι θέλησες ἐσὺ νὰ κάμης ῾σ ἐμένα μὲ τὴν βοήθεια τῶν Τούρκων, μὲ γλύτωσε ὁ Θεός, σ᾿ ἔχω τώρα εἰς τὸ χέρι νὰ σ᾿ ἀφανίσω μ᾿ ὅλη σου τὴ φαμελιάν. Δὲν σοῦ τὸ κάνω». Πῆρα τὴν γυναίκα τοῦ πατριώτη μου, ὅπου θὰ τὴν ἔπαιρνε ὁ πασσᾶς γυναίκα καὶ τὴν γλύτωσε ὁ μπέγης, πῆρα κι᾿ αὐτόν, τὸν Παπαδόπουλο, μ᾿ ὅλη του τὴν φαμελιά, χωρὶς νὰ καταδεχτῶ οὔτε ἐγώ, οὔτε ὅσους εἶχα μαζί μου νὰ πειράξουν οὔτε μίαν τρίχα βίον. Πῆρα τὶς δυὸ φαμελιές, τοῦ πατριώτη μου καὶ Παπαδόπουλου, καὶ τοῦ πατριώτη μου τὴν ἔδωσα εἰς τὸ χέρι του καὶ τοῦ εἶπα: «Δὲν σοῦ χρωστῶ ἄλλο τίποτας διὰ τὸ ψωμὶ ὁπού ῾φαγα τόσα χρόνια εἰς τὸ σπίτι σου». Κι ἔμεινε πολλὰ εὐκαριστημένος ὁ Παπαδόπουλος διὰ τὴν ζωήν τους. Εἰς τὸ σπίτι τοῦ ἦταν μία μεγάλη κρυψιώνα κ᾿ εἴχανε αὐτεῖνοι τὸ βίον τοὺς μέσα κι᾿ ὅλος ὁ μαχαλάς. Ἐγὼ τὴν ἤξερα, δὲν τόκανα διὰ τὴν τιμή μου νὰ πάρω τὸ βίον τους, ὅτι τοὺς εἶχα φίλους τώρα κι᾿ ἀναθρέφτηκα ῾σ αὐτὸν τὸν τόπο καὶ δὲν μποροῦσα νὰ τοὺς ἀδικήσω.

Ἀφοῦ ἄφησα ἐγὼ τὸ σπίτι καὶ πῆγα εἰς τοῦ Θιοχαράκη, ὁποῦ ῾ταν ἕνας πλούσιος, καὶ ἤτανε κι᾿ ὁ Γῶγος εἰς τὸ σπίτι του μ᾿ ὅλο τ᾿ ἀσκέρι του κι᾿ ὁλόγυρα ῾σ ἐκεῖνον τὸ μαχαλὰ πῆγα κ᾿ ἐγὼ εἰς τὴν Ἁγιὰ Σοφιά. Τότε μία δούλα, ὁποῦ ῾χε μέσα εἰς τὸ σπίτι ὁ Παπαδόπουλος, προδώνει τὴν κρυψιώνα τοῦ Βαλτηνοῦ, Κατζικογιάννη καὶ Γριβαίων καὶ κάτι συγγενῶν του ἴδιου Παπαδόπουλου καὶ πῆραν ὅλο τὸ βίον. Βλέπει ὁ δυστυχὴς Παπαδόπουλος τὴν κρυψιώνα ἀνοιμένη, ἔλπιζε ὅτι τὴν ἄνοιξα ἐγὼ καὶ πῆρα τὸ βίον του, καὶ δι᾿ αὐτὸ τοὺς χάρισα τὴν ζωή τους. Ρωτάγει τοὺς συγγενεῖς του, ὁποῦ εἶδε ῾σ αὐτοὺς τὰ εἰδίσματά του, ποιὸς τὴν πρόδωσε τὴν κρυψιώνα καὶ τοῦ εἶπαν ἡ γριὰ δούλα του. Καὶ ἦρθε καὶ μοῦ τὸ εἶπε γυμνὸς καὶ δυστυχῆς αὐτὸς καὶ ἡ φαμελιὰ τοῦ ὅλη κ᾿ ἔπαιρνε συχώρεσιν ἀπὸ ῾μένα, ἔλπιζε ὅτι τοῦ τόκαμα ἐγώ, καὶ οἱ συγγενεῖς του εἶχαν τὸ βίον του καὶ χαίρονταν, κι᾿ αὐτεῖνοι ὅλοι γυμνοὶ καὶ κλαίγαν.

Ὅταν μπήκαμεν εἰς τὴν Ἄρτα ἤμαστε τέσσερες χιλιάδες. Ὕστερα, διὰ νὰ γυμνώσωμεν τοὺς δυστυχεῖς Ἀρτηνούς, γενήκαμεν περίτου ἀπὸ δέκα. Γύμνωσαν τὸ κονσουλάτο κ᾿ ἐκκλησίαν τῆς Ἁγιασωτῆρος, ὁποῦ ῾ταν γιομάτα βίον τῶν Ἀρτηνῶν καὶ Γιαννιώτων κι᾿ ἀλλουνῶν ἀπὸ ἄλλα μέρη. Ὅταν μπήκαμεν μὲ πόλεμον ῾στὴν Ἄρτα, δὲν σκοτωθήκαμεν τίποτας, μικρὰ πράγματα, διὰ τὸ βίον τοῦ κονσουλάτου σκοτωθήκαμεν πλῆθος, ὅτι τὸ εἶχαν ὁλόγυρα πιασμένο οἱ Τοῦρκοι κι᾿ ὅλο σὲ κρέας βαρούγαν. Ἐκεῖ χάθηκαν πολλοὶ καὶ εἰς τὰ κρασιά. Καὶ γυμνώσαμεν ὅλους τους καϊμένους καὶ τοὺς ἀφήσαμεν δυστυχεῖς. Μὰ τὴν πατρίδα, δὲν πῆρα ἐγὼ ἀπὸ αὐτὰ μίαν τρίχα. Οἱ συντρόφοι μου ἄνοιξαν μίαν κρυψιώνα καὶ μὄδωσαν εἰς τὸ μερίδιόν μου, ὡς κεφαλή, δυὸ μερδικά. Τὰ ξετιμήσαμεν τὰ δυὸ μερδικὰ πεντακόσια γρόσια, κι᾿ αὐτὰ ὅποτε ἀρρώσταινα τ᾿ ἄφινα εἰς τὴν διαθήκη μου νὰ τὰ δώσουνε ῾σ ἐκκλησιές. Καὶ χάθηκαν αὐτεῖνοι ὅλοι ὁποῦ τά ῾χαν, οἱ καϊμένοι, ἀπὸ τὴν ταλαιπωρίαν.

Τότε πῆγα κι᾿ ἄνοιξα εἰς τὸ σπίτι μου τὶς κρυψιῶνες καὶ μέρασα ὅ,τι ὀλίγον μπαρούτι ἦταν ἀκόμα μέσα κι᾿ ἄλλα ἀναγκαῖα, καὶ τὰ ντουφέκια, ὁποῦ ῾χαμεν μὲ τὸν Κοράκη, τὰ δώσαμεν, ὅσα εἶχαν μείνη. Καὶ πῆρα ὅλα μου τ᾿ ἄρματα, ὁποῦ ῾χα μέσα, καὶ σκουτιά μου καὶ τὰ ῾βγαλα ἔξω ῾σ ἕνα χωριὸν τῆς Μητρόπολης κατ᾿ τὸ Κομπότι ἀπὸ κάτου, τὸ λένε Ἁγιά. Καὶ πολεμούσαμεν εἰς τὴν Ἄρτα νύχτα καὶ ἡμέρα. Τὴν βαστήσαμεν δεκάξι ἡμέρες. Καὶ εἴχαμεν μείνη πολλὰ ὀλίγοι, ὡς τρεῖς χιλιάδες, ὅτι πῆρε ὁ καθεὶς τὸ βίον τῶν Ἀρτηνῶν καὶ πῆγε εἰς τὸν τόπο του νὰ τὸ σώση.

Τὸν Ταῒρ Ἀμπάζη, ἕναν ἀγαπημένον τοῦ Ἀλήπασσα, γνωστικὸν καὶ πολλὰ ἄξιον Τοῦρκον Ἀρβανίτη, τὸν εἶχαν στελμένον οἱ Τοῦρκοι, τὸ κόμμα τοῦ Ἀλήπασσα, εἰς τὸ Μισολόγγι καὶ Βραχώρι, σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ μέρη νὰ ἰδῇ τὰ τρέχοντα τῶν Ρωμαίγων, ἂν δουλεύουν διὰ τὸν ἀφέντη τους τὸν Ἀλήπασσα, ὅπως ἔλεγαν. Πηγαίνοντας ἐκεῖ, ηὖρε τὶς Τούρκισσες βαφτισμένες, τοὺς ντόπιους Τούρκους σκοτωμένους, τὰ τζαμιά τους γκρεμισμένα καὶ κατακοπρισμένα. Τότε αὐτὸς πικράθη πολὺ καί, Τοῦρκος θρῆσκος δὲν τὸν βάστηξαν κι᾿ αὐτεῖνοι, οἱ προκομμένοι, στανικῶς ἐκεῖ, τὸν στείλαν καὶ ἦρθε εἰς τὴν Ἄρτα, καὶ λέγει τῶν Τούρκων ὅλα αὐτὰ κι᾿ ὅτι χάθη ἡ Τουρκιὰ καὶ νὰ λάβουν μέτρα. Διὰ ἕναν παλιόγερον, εἶπαν, (διὰ τὸν Ἀλήπασσα) νὰ μὴν χαθῆ ἡ Τουρκιὰ καὶ ἡ πίστη τους. Τότε ἄρχισαν νὰ λαβαίνουν διαφορετικὰ μέτρα καὶ δολερὰ διὰ ῾μᾶς, μὲ τρόπον νὰ μᾶς φᾶνε ὅλους. Κ᾿ ἐκεῖ, εἰς τὴν Ἄρτα, ἦταν ὅλες οἱ κεφαλὲς τῶν Ἑλλήνων, ἐκεῖνοι ὁποῦ ἄξιζαν, κι᾿ ὅταν τοὺς σκότωναν, τελείωνε ἡ ὑπόθεση, χανόμαστε. Ἀγροικήθηκαν μυστικῶς καὶ μὲ τοὺς Τούρκους τῆς Ἄρτας ὅλους, ὁποῦ τοὺς πολεμοῦσαν ὡς τώρα, πῶς νὰ γένη αὐτὸ μὲ τρόπον νὰ ῾πιτύχουν τὸν σκοπόν τους χωρὶς νὰ μαθευτῇ, νὰ τὸ σκεδιάσουνε καλά. Τοὺς εἶπε κι᾿ ὁ Ἐλμὰζ Μέτζος καὶ οἱ ἄλλοι γιὰ τοὺς πνιμένους εἰς τὸ Κομπότι. Ἀπ᾿ οὖλα αὐτὰ αὐτεῖνοι γύρευαν πὼς νὰ βγάλουν τὸ δανεικό, νὰ μᾶς πλύνουν ὅλους. Πρωτύτερα εἴχαμεν στενεμένο τὸ κάστρο καὶ ὅλους τους Τούρκους εἰς τὰ πόστα τους καὶ θὰ τοὺς παίρναμεν. Ἀφοῦ ἦρθε ὁ Ταΐρης καὶ τοὺς εἶπε αὐτά, κι᾿ ὁ Ἐλμάζης καὶ οἱ ἄλλοι τοὺς ἀνάφεραν τοὺς πνιμένους, τότε εἶπαν τῶν Τούρκων τῆς Ἄρτας νὰ βαστήξουνε, νὰ μὴν παραδοθοῦν.

Ἀφοῦ τοὺς εἶπαν τῶν βασιλικῶν Τούρκων νὰ βαστήξουν εἰς τὴν Ἄρτα, τότε οἱ δικοί μας Τοῦρκοι Ἀρβανίτες στείλαν ἐπίτηδες ἄνθρωπον Τοῦρκο ἀπὸ τοὺς ἴδιους εἰς τὰ Γιάννενα, εἰς τὸν Ὀμέρπασσα Βεργιόνη καὶ τοῦ ξηγιέται ὅλα τὰ τρέχοντα καὶ τοῦ λέει νὰ μιλήση ὁ Ὀμέρπασσας τοῦ Χουρσὶτ πασσᾶ, νὰ τοὺς συχωρέση, κι᾿ αὐτεῖνοι ὑπόσκονται νὰ παραδώσουνε καὶ τὸν Ἀλήπασσα καὶ νὰ γένη κι᾿ αὐτό, νὰ σκοτώσουνε κ᾿ ἐμᾶς. Τὸ᾿ ῾δωσαν σκέδιον τοῦ ἀνθρώπου ὁποῦ στείλαν, ὅτι πρέπει νὰ σκοτωθοῦν ὅλοι οἱ καπεταναῖγοι Ἕλληνες καὶ νὰ στείλουν κι᾿ ἄλλους Τούρκους ἀπὸ τὰ Γιάννενα καὶ νὰ τοὺς στείλουν ἀπὸ δυὸ μεριές, ἀπὸ τὴν Λάμαρη καὶ Πλάκα, νὰ πιάσουνε τὶς θέσες αὐτές, καὶ θὰ μεράσουνε τοὺς καπεταναίους οἱ Ἕλληνες δι᾿ αὐτὰ τὰ μέρη, καὶ ἐδῶ θὰ μείνουν λίγοι καὶ ἐκεῖ θὰ πᾶνε πολλοί, καὶ θὰ πᾶνε καὶ Τοῦρκοι μαζί τους (ἀπὸ τοὺς δικούς μας, τοῦ Ἀλήπασσα). Καὶ μὲ τρόπον νὰ τοὺς βαρέσουνε, τὸ ἴδιον κ᾿ ἐμᾶς εἰς Ἄρτα. Πῆγε ὁ ἄνθρωπος, μίλησε τοῦ Ὀμέρπασσα καὶ αὐτὸς τοῦ Χουρσὶτ πασιᾶ κ᾿ ἔβαλαν τὸ σκέδιόν τους ῾σ ἐνέργειαν. Καὶ χάρηκε κι᾿ ὁ Βεργιόνης κι᾿ ὁ Χουρσὶτ πασσᾶς καὶ τοὺς συχώρεσαν καὶ τοὺς παράγγειλαν νὰ ῾νεργήσουνε ὅ,τι ὑπόσκονται.

Κινήθηκαν τ᾿ ἀσκέρια ἀπὸ τὰ Γιάννενα, κατὰ τὸ σκέδιόν τους, ἀπὸ δυὸ μέρη. Τότε κατὰ τὴ Λάμαρη βρέθη εὔλογον καὶ διορίστη ὁ Μάρκος καὶ καμπόσοι Ἕλληνες ἀξιωματικοὶ καὶ Τοῦρκοι, κατὰ τὴν Πλάκα νὰ πάγη ὁ Γῶγος, Ὁ Τζόγκας κι᾿ ἄλλοι. Ἀφοῦ θὰ πάγαινε ὁ Γῶγος, πῆρε τοὺς μισοὺς ἀνθρώπους του, ῾στους ἄλλους μισοὺς ἄφησε τὸ παιδὶ τοῦ κεφαλὴ κ᾿ ἐμένα, εἰς τοὺς ἀνθρώπους ὁποῦ μέναν πίσου, ὅτι ἐμεῖς εἴχαμεν τὰ πόστα ὁποῦ φυλάγαμεν εἰς τὸ Ὀβριοπάζαρον καὶ σὲ ὅλο ἐκεῖνο τὸ μέρος ὡς πλησίον τοῦ κάστρου, καὶ πολεμούσαμεν νύχτα καὶ ἡμέρα. Σὰν ἀποφασίστη ὁ Γῶγος νὰ πάγη, πῆρε τὸ παιδὶ τοῦ κ᾿ ἐμένα καὶ μᾶς παρουσίασε εἰς τοὺς ἀγάδες, τοὺς δικούς μας, ὁποῦ κάθονταν εἰς τὴν Ὁδηγήτρα. Τοὺς εἶπε: «Καθὼς συνφωνήσαμεν, ἐγὼ πάγω κι᾿ ἀφίνω εἰς τοὺς ἀνθρώπους μου, ὁποῦ μένουν εἰς τὰ πόστα, ἀφίνω κεφαλὲς τὰ δυὸ παιδιὰ καὶ νὰ τοὺς δίνετε φυσέκια κι᾿ ὅ,τι ἄλλο τοὺς χρειάζεται, κ᾿ ἐγὼ πάγω μὲ τὴν εὐκὴ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δική σας. Καὶ θὰ τοὺς γανώσω τὸ μύτο ἐκείνων τῶν γουρνομύτων», λέγει διὰ τοὺς Τούρκους, σὰ νὰ μὴν ἦταν Τοῦρκοι αὐτεῖνοι ὁποῦ τοὺς τὸ ῾λεγε. Πικραμένα τοῦ ἀποκρίθη ὁ Ἐλμάζη Μέτζος, ὅτ᾿ ἦταν ἕνα σκυλί, καὶ γενναῖος καὶ προκομμένος. Αὐτὸν τὸν εἶχε ὁ Ἀλήπασσας εἰς τὴν Κωσταντινόπολη ἀντιπρόσωπόν του. Τοῦ λέγει τοῦ Γώγου: «Σύρε, ὠρὲ Γῶγο καὶ ξέρομεν ὅπου δὲν ἀφίνεις κουσούρι εἰς τοὺς Τούρκους, κι᾿ ἂς ἔρχονται τὰ δυὸ παιδιὰ καὶ τοὺς δίνομεν ὅ,τι θὰ τοὺς χρειαστῆ». Ὅτι αὐτεῖνοι εἶχαν ὅλα τ᾿ ἀναγκαῖα τοῦ πολέμου καὶ μᾶς δίναν ὁλουνῶν.

Ἀφοῦ φύγαν οἱ καπεταναῖγοι ὁ καθεὶς διὰ τὸ πόστο ὁποῦ διορίστη, ὁ Γῶγος καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ μέσα Τοῦρκοι κι᾿ αὐτεῖνοι, οἱ φίλοι μας, ὅλο κρυφοαγροικιώνταν. Πρῶτα πάγαιναν εἰς τὴν ὁμιλίαν τους κι᾿ ἀπὸ ῾μάς, ὕστερα δὲν ζύγωναν κανέναν, ὅλο πρόφασες γύρευαν. Μίαν ἡμέραν μας στένεψαν οἱ Τοῦρκοι εἰς τὰ πόστα μας καὶ εἴχαμεν πόλεμον ἀκατάπαυτα ῾μέρα καὶ νύχτα. Σώσαμεν τὸν τζεμπιχανέ. Πάγω γυρεύω, δὲν μοῦ δίνουν, πῆγα εἰς τὸν Καραϊσκάκη καὶ μὄδωσε. Τοῦ εἶπα ὅτι οἱ ἀγάδες δὲν μὄδωσαν καὶ μὲ τήραξαν ἄγρια. Μοῦ εἶπε κι᾿ αὐτός: «Νάχουμε τὸ νοῦ μας, ὅτι κάτι τρέχει, μοῦ τὸ εἶπε ἕνας φίλος μου Ἀρβανίτης», λέγει ὁ Καραϊσκάκις. Ὁ πόλεμος ἀκολουθοῦσε, τὰ πολεμοφόδια σώθηκαν. Πῆγα εἰς αὐτούς, τοὺς τὸ εἶπα πάλε. Μοῦ εἶπαν: «Σὰν δὲν ἔχετε πολεμοφόδια, μὴν πολεμᾶτε». Τὸ εἶπα αὐτὸ τοῦ Καραϊσκάκη καὶ μοῦ ἀπάντησε ὅτι ὁ φίλος του τοῦ εἶπε, ὅτι θὰ μᾶς χτυπήσουνε καὶ θὰ χτυπήσουνε κ᾿ ἐκείνους ὁποῦ πῆγαν εἰς τ᾿ ἄλλα πόστα, τὸ Γῶγο καὶ τοὺς ἄλλους, καὶ τοὺς στείλαν ἐπίτηδες ἄνθρωπο νά ῾χουν τὸ νοῦ τους, νὰ μὴν τοὺς βαρέσουνε μ᾿ ἀπιστιά. Καὶ μοῦ εἶπε μὲ τρόπον νὰ τραβήσω τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὰ πόστα κατ᾿ τοῦ Βουνοῦ τὰ σπίτια, ὁποῦ ῾ναι γερὸς ὁ τόπος διὰ πόλεμον. Ὁδήγησα τοὺς ἀνθρώπους ἐκεῖ. Τὴν νύχτα ἀκῶ τὴν τρουμπέτα τοῦ Καραϊσκάκη, ἀνταμωθήκαμεν, μιλήσαμεν, εἴδαμεν ὅτι θὰ μᾶς χτυπούγαν. Ἄναψε ὁ πόλεμος ἀπὸ παντοῦ. Τραβηχτήκαμεν εἰς τὴν ἄκρη, πῆρα τὴν φαμελιὰ τοῦ Θιοχαράκη νὰ τὴν βγάλω ἔξω. Ρίχτηκαν οἱ Τοῦρκοι. Ἀνακατωθήκαμεν, βήκαμεν πολεμώντας ἔξω. Ἔμεινε ἕνα παληκάρι γενναῖον μέσα ῾σ ἕνα πόστο δὲν μπόρεσα νὰ τὸν βγάλω, μὲ δεκαπέντε ἀνθρώπους, Γιάννη Σπαθή, τὸν ἔλεγαν, κι᾿ ὄντως ντιμισκὶ σπαθὶ πολυτίμητο ἦταν. Πολέμησε κλεισμένος ὅλη τὴν ἡμέρα. Ἐμεῖς φύγαμεν, καὶ τὸ βράδυ μὲ τὰ σπαθιὰ εἰς τὸ χέρι σώθηκαν ὅλοι, χωρὶς νὰ βλαφτῆ κανένας. Καὶ φύγαμεν ὅλοι κατ᾿ τὸ Πέτα καὶ Κομπότι. Ἐγὼ πῆρα μίαν γριὰ ἀδελφὴ τοῦ Θιοχαράκη εἰς τὸ νῶμο, ὅτ᾿ ἦταν ἀδύνατη καὶ σακάτισσα, καὶ τὴν πῆγα εἰς τὸ Κομπότι, καθὼς καὶ ὅλη τὴν φαμελιὰν αὐτείνη, ὅτι μου τὴν παράδωσε ὁ ἀνώτερός μου Γῶγος καὶ μοῦ εἶπε νὰ τοὺς σώσω, ἂν ἀκολουθήση τίποτας, καὶ τοὺς ἔβγαλα μ᾿ ὅ,τι φοροῦσαν.

Ἀφοῦ φύγαμεν,1 οἱ Τοῦρκοι οἱ δικοί μας ὅλοι Ἄγος, Ταχὶρ Ἀμπάζης, Ἐλμάζης καὶ οἱ ἄλλοι πῆγαν εἰς τὰ Πέντε Πηγάδια, τοὺς πρόσμενε ὁ Ὀμὲρ πασσᾶς, καὶ τοῦ εἶπαν τὰ τρέχοντα καὶ τοὺς πῆγε εἰς τὸν Χουρσὶτ πασσὰ καὶ προσκύνησαν κι᾿ ἀπὸ ῾κεῖ ἀγροικήθηκαν μ᾿ ἐκείνους εἰς τὸ κάστρο τῶν Γιαννίνων, ὁποῦ ῾ταν μὲ τὸν Ἀλήπασσα. Τοὺς εἴπανε τὰ δικά μας τὰ τρέχοντα κι᾿ ὅτι θὰ χαθῆ ἡ Τουρκιά, τοὺς σκοτώσαμεν διὰ τὸ Ρωμαίικο καὶ τοὺς βαφτίσαμεν. Τότε γύρισαν ὅλους αὐτοὺς καὶ κολάκεψαν τὸν Ἀλήπασσα ὅλοι αὐτεῖνοι καὶ τοῦ εἶπαν ὅτι μίλησαν μὲ τὸν Χουρσὶτ πασσὰ καὶ ἔστειλε εἰς τὸν Σουλτάνο νὰ τὸν συχωρέση νὰ βγῆ νὰ κάμη φέτι τοὺς ραγιάδες, ὁποῦ σήκωσαν κεφάλι. Χάρηκε ῾σ αὐτὸ ὁ τύραγνος καὶ δὲν ἔβαινε φωτιὰ νὰ καγῆ, ν᾿ ἀθανατίση τ᾿ ὄνομά του καὶ νὰ τοὺς ἀναποδογυρίση ὅλους. Ὅμως ἤθελε πίσου νὰ γένη τύραγνος. Τὸν γέλασαν ὅτι τοῦ ῾ρθε ἡ συχώρεση. Τὸν ἔβγαλαν εἰς τὸ νησί, ἀπὸ πέρα τὴν λίμνη, καὶ τόκοψαν τὸ κεφάλι του σὰν τοῦ γουμαριοῦ καὶ τὸ ῾στειλαν τοῦ ἀλλουνοῦ τύραγνου Σουλτάνου νὰ τὸ φκειάση πατσὰ νὰ τὸ φάγη. Τὸν σκότωσαν καὶ τοῦ σύναξαν κι᾿ ὅλα του τὰ πλούτη καὶ πῆραν καὶ τὴν γυναίκα τοῦ κυρὰ Βασιλικὴ καὶ τὸν τύραγνον Θανάση Βάγια κι᾿ ἄλλους ζυγωμένους του καὶ τοὺς πῆγαν κ᾿ ἐκείνους εἰς τὴν Κωσταντινόπολη.2

Φεύγοντας ἀπὸ τὴν Ἄρτα, ἡ Τουρκιά, πεζούρα καὶ καβαλλαρία, μᾶς πῆρε κοντὰ καὶ σκλάβωνε ἀνθρώπους καὶ σκότωνε. Τότε πῆγα εἰς τὴν Ἁγιά, ὁποῦ ῾χα τὰ εἰδίσματά μου στείλη, κ᾿ ἐκεῖ ηὗρα τοὺς δυστυχεῖς Ἀρτηνοὺς ὁποῦ ἔρχονταν ξυπόλυτοι καὶ γυμνοὶ καὶ νηστικοί. Καὶ μόπεσαν ὅλοι εἰς τὸν λαιμό μου νὰ τοὺς σώσω. Ἦταν ὅλοι οἱ σημαντικοί της Ἄρτας ἐκεῖ καὶ γυναικόπαιδα πλῆθος περίτου ἀπὸ πεντακόσες φαμελιές. Τοὺς πῆρα εἶχα καὶ καμμίαν τριανταριὰ ἀνθρώπους μαζί μου δικούς μου καὶ τοὺς πῆγα ἀπὸ γάλια καὶ τοὺς ἔβγαλα ῾σ ἕνα μέρος ὁποῦ ῾ταν νερό, εἰς τὴν ἄκρη εἰς τὸ Μακρυνόρο. Καὶ τοὺς συνάξαμεν ξύλα καὶ τοὺς περιποιηθήκαμεν. Τὰ μεσάνυχτα ἔρχονται κάτι Βαλτηνοὶ κι᾿ ἄλλοι καὶ ρίχνουν ντουφέκια, κ᾿ ἐλπίζαμεν ὅτ᾿ εἶναι Τοῦρκοι, κι᾿ ἄλλοι πέσαν εἰς τὸ ρέμα, κι᾿ ἄλλοι πῆραν τὰ βουνὰ κι᾿ ἄλλοι μπαγίλντισαν, ὁποῦ ῾ταν ἀμαθεῖς ἀπὸ τὰ τοιούτα. Τότε ντουφεκιστήκαμεν κ᾿ ἐμεῖς μ᾿ αὐτοὺς καὶ τοὺς γνωρίσαμεν. Καὶ ἦρθαν νὰ τοὺς πάρουν καὶ τὰ πουκάμισα, ὅτι ἄλλο τίποτας δὲν τοὺς ἀφήσαμεν, μόνον ὅ,τι φοροῦσαν. Μαλλώσαμεν μ᾿ αὐτοὺς καὶ τσακίστηκαν κ᾿ ἔφυγαν. Καὶ συνάξαμεν τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς στεγνώσαμεν εἰς τὶς φωτιές, ὁποῦ ῾ταν χειμώνας, καὶ τὴν αὐγὴ τοὺς πῆρα καὶ τοὺς πέρασα ἀπὸ τὸ Μακρυνόρον. Καὶ ἐκεῖ μέσα, εἰς τὸ Μακρυνόρον, ἔβλεπες ἄλλον πεσμένον, ἄλλον μπαϊλντισμένον ἀπὸ τὴν πείνα καὶ ξυπολυσιὰ κι᾿ ἀμάθεια, δὲν ἤξεραν οἱ δυστυχεῖς νὰ βγοῦνε πολλοὶ ἔξω ἀπὸ τὰ σπίτια τους, κ᾿ ἐκεῖ ἦταν ντὶπ καμπόσοι ξυπόλυτοι, μὲ μπαλώματα τύλιγαν τὰ ποδάρια τοὺς τὰ ῾κοβαν ἀπὸ τὰ φορέματά τους. Μία γυναίκα εἶχε τέσσερα παιδιὰ κι᾿ ἀνήλικα, τὸ τρανύτερον ἦταν ἑφτὰ χρονῶν, καὶ πέταξε τὰ δυὸ καὶ τὰ λυπήθηκα. Καὶ τὰ ῾δεσα καὶ τὰ πῆρα εἰς τὸ νῶμο μου καὶ τὰ ῾σωσα. Καὶ γιὰ νὰ σώσω αὐτὰ ἀπόστασα. Τράβησα ὀμπρός, κι᾿ ἀκολουθοῦσαν μαζί μας ὅσοι μποροῦσαν νὰ περπατήσουν. Κ᾿ ἔτρεχα νὰ βγῶ ἀπὸ τὸ Μακρυνόρον, καὶ εἰς τὴν ἄκρη εἶναι κάμπος κ᾿ ἕνα γιβάρι, καὶ νὰ μαζώξω ξύλα μὲ τοὺς ἀνθρώπους μου νὰ κάμωμεν φωτιὲς καὶ νὰ στείλω καὶ ῾σ ἕνα χωριὸν ὁποῦ ῾ταν πλησίον νὰ πάρωμεν νερὸ καὶ ψωμὶ ν᾿ ἀγοράσω διὰ τοὺς ἀνθρώπους. Τὸ χωριὸν τὸ λένε Βλύχα. Ἀφοῦ τραβήσαμεν ὀμπρὸς κι᾿ ἀκολουθοῦσα αὐτά, μείναν κάμποσες φαμελιὲς ὀπίσου καὶ μία γυναίκα ἀπὸ τὶς Βραναίισσες, δυχατέρα τοῦ Κομπότη, τὴν πιάσαν αὐτὴ μ᾿ ὅλους οἱ καλοὶ πατριῶτες καὶ τοὺς γύμνωσαν. Κι᾿ αὐτείνη ἡ Βράναινα εἶχε ἕνα δαχτυλίδι εἰς τὸ χέρι της καὶ δὲν ἔβγαινε, καὶ γύρευαν νὰ τῆς κόψουν τὸ δάχτυλον τοῦ χεριοῦ της νὰ τὸ πάρουν. Κ᾿ ἐκεῖ ὁποῦ τὴν παίδευαν, τῆς μπῆκε ἕνα ξύλο εἰς τὸ ποδάρι της καὶ δὲν τὸ ῾νοιωσε κοτζὰμ παλούκι. Τοὺς περικάλεσε πολὺ νὰ τζακίσουνε τὴν βέργα τοῦ δαχτυλιδιοῦ νὰ πάρουν τὸ δαχτυλίδι τζακισμένο καὶ τρόμαξαν νὰ συγκατανέψουν, καὶ τὸ τζάκισαν καὶ γλύτωσε τὸ χέρι της. Ἦρθε ἐκεῖ ὁποῦ ἤμαστε κουτζαίνοντας καὶ διηγήθηκε αὐτά. Πήγαμεν ὀπίσου, δὲν μπορέσαμεν νὰ ῾βρωμεν κανέναν μέσα τὸν λόγκο, τρύπωσαν. Τῆς ἔβγαλα τὸ παλούκι ἀπὸ τὸ ποδάρι της καὶ τὸ ζεμάτισα μὲ ξύγγι. Ὅμως γίνη τούμπανο, θύμωσε. Καὶ εἶχα ἕνα ζῶον, ὁποῦ ῾χα τὰ σκουτιά μου, καὶ τὴν ἔβαλα ἀπάνου νὰ μὴν μείνη εἰς τὸ δρόμο. Κι᾿ ἀπὸ τότε βλέποντας αὐτείνη τὴν ἀρετή, σιχάθηκα τὸ Ρωμαίικον, ὅτ᾿ εἴμαστε ἀνθρωποφάγοι. Αὐτεῖνοι οἱ φίλοι ὁποῦ γυμνώσανε τὴν γυναίκα καὶ τοὺς ἄλλους, καθώς μας εἴπανε, ὁποῦ τοὺς γνώρισαν ἐκεῖ, ἦταν οἱ Γριβαῖοι. Ἐγὼ δὲν τοὺς εἶδα νὰ εἰπῶ οὔτε ὑπέρ, οὔτε κατά. Καθόμαστε ὅλη νύχτα καὶ τοὺς φυλάγαμεν ὅσο νὰ ξημερώση μὲ τὰ ντουφέκια εἰς τὸ χέρι, νὰ μὴ φᾶνε οἱ ἀνθρωπινοὶ λύκοι τ᾿ ἀδύνατα πλάσματα.

Ἀπὸ ῾κεῖ τοὺς πῆγα εἰς τὸ Σπαρτοβούνι, καὶ πέρναγαν οἱ καϊμένοι οἱ Καραγκούνηδες μὲ τὰ πράτα τους, κι᾿ ἀγόρασα πεντέξι σφαχτὰ καὶ μᾶς δώσαν κι᾿ αὐτεῖνοι ἄλλα τόσα κι᾿ ἀλεύρι καὶ τοὺς πορέψαμεν. Κι᾿ ἀπὸ ῾κεῖ, πῆγαν ἄλλοι διὰ Βραχώρι καὶ Μισολόγγι, καὶ οἱ περισσότεροί τους πῆγα εἰς τὴν Κατούνα, καὶ γιόμωσαν τὰ σκουτιά τους καὶ οἱ γοῦνες τοὺς ψεῖρες καὶ μάζωνα διάργυρον καὶ τόλυωνα καὶ τοὺς ἄλειβα νὰ ψοφήσουνε οἱ ψεῖρες καὶ οἱ κονίδες. Στάθηκα καμμιὰν εἰκοσιαριὰ ἡμέρες ἐκεῖ. Μοῦ παράγγειλε ὁ Γῶγος νὰ πάγω πίσου εἰς τ᾿ ὀρδί. Αὐτεῖνοι δὲν μ᾿ ἄφιναν. Τὸ ῾στειλα τοὺς ἀνθρώπους ὅσο νὰ πάγω κ᾿ ἐγώ. Σὲ δεκαπέντε ἡμέρες πέθαναν ἐκεῖ ὅλοι οἱ σημαντικοί, Βραναῖγοι, ὁ καϊμένος ὁ ἀγαθὸς πατριώτης Κοράκης κι᾿ ὁ Παπαδόπουλος, ὁποῦ γύρευα νὰ σκοτώσω, κι᾿ ἄλλοι σημαντικοί. Συνάχτηκαν ἀπ᾿ ὁλοῦθε οἱ Ἀρτηνοὶ καὶ γύρευαν νὰ μὲ βάλουν κεφαλή τους, νὰ τοὺς πάρω νὰ πάμεν εἰς τ᾿ ὀρδί. Ἀφοῦ γυμνώθηκαν διὰ τὴν λευτερίαν, ὁ πατριωτισμὸς δὲν τοὺς ἄφινε. Ἐγὼ δὲν ἤθελα, αὐτεῖνοι ὅλοι μὲ βιάζαν. Ἔγραψα αὐτὸ τοῦ Γώγου, νὰ μὴν πειραχτῆ, ὅτ᾿ ἦταν καπετάνος τοῦ τόπου. Μ᾿ ἀποκρίθη ὅτι ἔχει μεγάλη εὐκαρίστησιν καὶ μὲ θεωρεῖ ὡς παιδί του. Κι᾿ ὄντως, ὁ Θεὸς μακαρίση τὴν ψυχή του, ὡς παιδὶ τοῦ μ᾿ ἀγαποῦσε καὶ μὲ γύμναζε. Ἦταν τίμιος ἄνθρωπος καὶ γενναῖος πατριώτης κι᾿ ἀγαθός. Ἀρρώστησε σὲ κάμποσον καιρὸν κι᾿ ἀπὸ τὴν πίκρα τοῦ ἀπέθανε. Ἡ πατρὶς χάριτες χρωστάγει εἰς αὐτὸν τὸν γενναῖον ἄντρα. Ἀφοῦ οἱ Ἀρτηνοὶ μὲ βιάζαν νὰ τοὺς συνάξω νὰ πάμεν ἔξω ῾στὸ ὀρδί, ντουφέκια κι᾿ ἄλλα ἀναγκαῖα δὲν εἶχαν, τοὺς γύμνωσαν πρῶτα οἱ Τοῦρκοι, ὁποῦ τοὺς σύναξαν τ᾿ ἅρματά τους, καὶ ὕστερα κ᾿ ἐμεῖς οἱ λευτερωταὶ ὅλο τους τὸν βίον. Σηκώθηκα νὰ πάγω εἰς Μισολόγγι καὶ Βραχώρι, ὁποῦ ῾ταν πολλοὶ πατριῶτες, νὰ κάμωμεν τίποτας, νὰ μιλήσωμεν ὅλοι μαζί. Πῆγα εἰς Μισολόγγι πούντιασα εἰς τὸν δρόμον κι᾿ ἀπὸ τὸ κιντέρι μου ἀρρώστησα καὶ πῆγα νὰ πεθάνω. Εἶχα πέντε γιατρούς. Ἄνοιξε ἡ μύτη μου καὶ δὲν στανιάριζε, τὸ αἷμα πήγαινε λεγένια καὶ μόβαιναν φτήλια μέσα. Κ᾿ ἔκαμα ἄρρωστος εἰς τὸν κίντυνον ὡς τὸ Μάρτη. Πιάστηκαν τὰ ποδάρια μου, δὲν ἔβλεπα κι᾿ ἀπὸ τὰ μάτια. Καὶ οἱ καϊμένοι οἱ Ἀρτηνοὶ διακόνευαν, καὶ πλέρωναν ἄνθρωπον κ᾿ ἔρχονταν τόσες ἡμέρες δρόμον νὰ ἰδοῦνε τί κάνω. Τόση εὐγένειαν εἶχαν ῾σ ἐμένα.

Ἀφοῦ ἤμουν ἀδύνατος πολὺ καὶ δὲν μποροῦσα νὰ κινηθῶ οὔτε ἀπὸ τὰ ποδάρια, οὔτε ἀπὸ τὰ μάτια, ἦρθε ὁ ἀδελφός μου καὶ μὲ πῆρε εἰς τὸ Σάλωνα, ῾σ ἕνα χωριὸν ὀνομαζόμενον Σερνικάκι, ἦταν παντρεμένος, κ᾿ ἐκεῖ ἀλλάζοντας τὸν ἀγέρα, ἀνάλαβα ἀπὸ αὐτὸ καὶ περιποίησιν συγγενική.

ΣHMEIΩΣEIΣ

1. Εἰς τὰ τέλη τοῦ Νοεμβρίου, τὰ 1821, φύγαμεν ἀπὸ τὴν Ἄρτα.

2. Εἰς τὰ 1822 Γεναρίου 24 τὸν σκότωσαν τὸν τύραγνον Ἀλήπασσα σὰν βόιδι, ὅτι οἱ τύραγνοι φοβῶνται νὰ πεθάνουν σὰν παληκάρια. Σ᾿ αὐτείνη τὴν ἡλικίαν ὁπούταν ἤθελε ἀκόμα νὰ ζήση νὰ τυραγνάγη.

Ἀναρτήθηκε 30 Μαΐου 2011 ἀπὸ τὸν/τὴν Γιάννης Φαίλτωρ στὸ ΒΙΒΛΙΟ Α, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Κεφάλαιο Δεύτερο   Leave a comment

Γκιαούρης και Πασάς

Ὁ Μακρυγιάννης ἑνοῦται μετὰ τῶν εἰς Πέτα ἐπαναστατῶν. – Ἀναδρομὴ πρὸς τὰ γενόμενα πρὸ τῆς ἐξόδου του. – Μάχη εἰς Κούλια τοῦ Μακρυνόρους – Μάχαι εἰς Κομπότι. – Μάχη εἰς Λαγκάδαν. – Μάχαι εἰς Πέτα. – Τὰ εἰς Καλαρρύτας καὶ Πλάκαν. – Μάχαι εἰς Πλάκαν. – Μάχη εἰς Σχορέτσαινα. – Τὰ εἰς Ἅγναντα. – Καταστροφὴ τῶν Καλαρρυτῶν καὶ Πλάκας. – Καταστροφὴ Μελισσουργοῦ καὶ Ματσουκιοῦ. – Τὰ μετὰ τὴν ἔξοδον τοῦ Μακρυγιάννη ἐξ Ἄρτας. – Μάχη εἰς Σταυρὸν Τσουμέρκων. – Μάχη εἰς Πέτα. – Τοπικὴ συνέλευσις προκρίτων τῶν χωρίων Ἄρτας. – Ἀποφάσεις περὶ προσποιητῆς συμμαχίας μετὰ τῶν Ἀλβανῶν. – Μέτρα περὶ ἐξοικονομήσεως τῶν στρατοπέδων. – Κάθοδος Σουλιωτῶν καὶ Ἄγο Βάσιαρη ἐκ Σουλίου. – Συμφιλίωσις Μάρκου Μπότσαρη μετὰ Γώγου Μπακόλα. – Φθορὰ τῶν ἐκ Πελοποννήσου φυγόντων Ἀλβανῶν. – Τὰ εἰς Μακρυνόρος. – Δυσαρέσκειαι Ἀλβανῶν. – Ἐκστρατεία Ἑλλήνων εἰς Νιοχώρι. – Μάχη εἰς Πέντε Πηγάδια.


Εἶχα μιλήση κάτι Κορφιάτων, Κεφαλλωνίτων, Ζακυθινῶν, ὁποῦ δούλευαν εἰς Ἄρτα, καὶ τοὺς εἶχα δώση ἄρματα, τοὺς εἶπα καὶ τά ῾βγαλαν εἰς τ᾿ ἀμπέλια καὶ τά ῾χωσαν μὲ τὰ δικά μου καὶ μὲ πολεμοφόδια καὶ μία νύχτα τὰ πήραμε καὶ πήγαμε εἰς τοῦ Πέτα. Ηὔρα τοὺς καπεταναίους, τοὺς εἶπα τὰ τί δοκίμασα καὶ ὅ,τι μου εἶπε ὁ μπέγης. Καὶ ἔμεινα μὲ τὸν γενναῖον καὶ ἀγαθὸν Γῶγον Μπακόλα. Ἦταν πολλὰ ὀλίγοι οἱ δικοί μας ἐκεῖ καὶ εἰς Λαγκάδα καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ κινηθοῦν διὰ πουθενά. Ἀφοῦ μάθαν οἱ Ἀρτηνοὶ ὁποῦ ἔφυγα, φεύγαν καὶ αὐτεῖνοι κρυφὰ καὶ ἔρχονταν καὶ μ᾿ ἀντάμωναν καὶ καθόμαστε μαζὶ καὶ ἄξαινε ὀλίγον τὸ μπουλούκι μας. Πρῶτα κινηθήκαμε δεκοχτῶ ὅλοι ἀπὸ Ἄρτα.

Ὁ ἀρχιστράτηγος τοῦ Σουλτάνου ὁ Χουρσὶτ πασσᾶς ἀφοῦ ἔμαθε ὅτι χτύπησε καὶ ἡ ἀνατολικὴ Ἑλλάς, ὁ Διάκος καὶ οἱ ἄλλοι, ἄρχισε νὰ τὸ στοχάζεται, νὰ στέλνη παντοῦ ἀσκέρια καὶ πολεμοφόδια εἰς τὶς θέσες τὶς ἀναγκαῖες. Θέλει νὰ ῾φοδιάση καὶ τὸν Ἔπαχτον ὡς σημαντικὸν κάστρο καὶ θέση ἀναγκαία. Διατάττει τὸν Σμαήλπασσα Πλιάσα ὡς ἄξιον πασιά, ὁποῦ τὸν εἶχε εἰς τὴν Γλυκειά, καὶ ἔστειλε ἄλλους ῾σ ἐκείνη τὴ θέση, καὶ ὁ Σμαήλπασσας νὰ πάρη τὸ σῶμα του νὰ πάγη εἰς τὸν Ἔπαχτον μὲ δύναμη καὶ πολεμοφόδια νὰ ῾φοδιάση τὸ κάστρο καὶ ὅλες τὶς ἄλλες θέσες ῾σ ἐκεῖνα τὰ μέρη καὶ νὰ σταθῆ ἐκεῖ κεφαλή. Ἦρθε εἰς Ἄρτα τὰ 1821, Μαγιοὺ 26 μὲ πλῆθος ἀσκέρι. Ἀφοῦ μάθαν ὅτ᾿ εἶναι ὑποψίες, διαλύθηκαν καὶ ἔμεινε μὲ πολλὰ ὀλίγους, ὡς ὀχτακόσιους. Καὶ μὲ αὐτοὺς τὶς 28 Μαγιοὺ κινήθη διὰ ἐκεῖ ὁποῦ ῾ταν διαταμένος. Καὶ εἰς τὸ Μακρυνόρο, εἰς τὴν Κούλια ἦταν πολλὰ ὀλίγοι Ἕλληνες καὶ τοὺς χτύπησαν γενναίως καὶ πατριωτικῶς καὶ σκότωσαν ἀρκετοὺς καὶ πλήγωσαν καὶ τοὺς πῆραν λάφυρα καὶ μὲ τὰ μαχαίρια τοὺς φέραν κυνηγώντα ὡς ὄξω εἰς τὸ Μακρυνόρο. Καὶ οἱ Τοῦρκοι πῆγαν εἰς Κομπότι καὶ μείναν. Καὶ μαθαίνοντας αὐτὸν τὸν χαλασμὸν τῶν Τούρκων εἰς τὴν Κούλια, ψύχωσαν οἱ Ἕλληνες καὶ πολιόρκησαν σὲ ὅλα τὰ μέρη συνφώνως τοὺς ντόπιους Τούρκους καὶ φρουρές, σὲ Βόνιτζα, Βραχώρι, Μισολόγγι καὶ ὅλα τὰ μέρη τῆς δυτικῆς Ἑλλάδος. Καὶ παντοῦ μὲ μεγάλη γενναιότητα τοὺς πολιορκήσανε.

Τῆς 30 Μαγιοῦ ὁ Καραϊσκάκης καὶ ὁ Γιαννάκη Κουτελίδας, ἀφοῦ μάθαν τοὺς Τούρκους εἰς τὸ Κομπότι, πῆραν σαράντα Ἕλληνες καὶ πῆγαν καὶ πολέμησαν ἀρκετὲς ὧρες καὶ ὡς ὀλίγοι οἱ Ἕλληνες φύγαν χωρὶς νὰ βλαφθῇ οὔτε τὸ ῾να τὸ μέρος, οὔτε τ᾿ ἄλλο.

Τῆς 8 Γιουνίου ξαναπῆγαν πίσω εἰς τὸ Κομπότι ὁ Καραϊσκάκης καὶ ὁ Κουτελίδας μὲ τοὺς ὀλίγους Ἕλληνες καὶ πολέμησαν ὡς ἕξι ὦρες καὶ σκοτώθηκαν κάμποσοι Τοῦρκοι καὶ πληγωθήκανε. Ἐπληγώθη καὶ ὁ Καραϊσκάκης εἰς τὴν φύση, περιπαίζοντας τοὺς Τούρκους τοὺς γύρισε τὸν κῶλο καὶ πληγώθη.

Τότε ἔγραψε ὅλα αὐτὰ ὁ πασσᾶς τοῦ Χουρσὶτ πασσᾶ καὶ τοῦ λέγει ὅλους αὐτοὺς τοὺς πολέμους καὶ νὰ τοῦ στείλῃ δύναμιν, ὅτ᾿ εἶναι ἀδύνατος. Καὶ τὸ ῾στειλε τὸν Χασάμπεγη Βεργιόνη, τὸν Μπεκίρη Τζογαδοῦρο, τὸν Σοῦλτζε Κόρτζα, καὶ ἄλλους πολλοὺς μπιμπασᾶδες, ὡς ἑφτὰ χιλιάδες. Πῆγαν εἰς Ἄρτα καὶ ἐκεῖ συνάχτηκαν καὶ πῆγαν εἰς Κομπότι καὶ κάμαν σκέδιον ν᾿ ἀφήσουνε ὅλη τὴν ἀδυναμίαν ὀπίσω εἰς Κομπότι καὶ αὐτεῖνοι ὅλοι ὡς ἕξι χιλιάδες εἰς τὸ γελέκι νὰ κινηθοῦν διὰ τὴν Λαγκάδα, ὁποῦ ῾ναι ἕνα στένωμα ὅλο κοντόρεικον καὶ ἀγριόβατα τυλιμένον. Καὶ ἐκεῖ, τὴν θέση ἐκείνη τὴν βαστοῦσε ὁ Γῶγος, ὁ Ἴσκος, ὁ Γιωργάκη Βαλτινός, ὁ Καραγιαννόπουλος, καὶ ἦταν καὶ ὀχτὼ Τοῦρκοι μὲ τοὺς Ἕλληνες, κεφαλὴ ὁ Σουλεϊμὰν Βερνόζης, ὅλοι ἐκεῖ ὀγδοήντα ἕνας. Ριχτήκανε ὅλη αὐτείνη ἡ δύναμη τῶν Τούρκων ῾σ αὐτοὺς τοὺς ὀλίγους. Ὁ Γῶγος τοὺς εἶπε νὰ μὴν ρίξῃ κανένας, ἂν δὲν ρίξῃ πρῶτος αὐτός. Ριχτήκανε ἀπάνου τους οἱ Τοῦρκοι μὲ μεγάλη γενναιότητα, ὅτι ἐκείνη ἡ ῾μέρα ἐκεῖ ἦταν ἡ τύχη καὶ τῶν Τούρκων καὶ Ἑλλήνων. Παίρναν οἱ Τοῦρκοι μίαν πέτρα καὶ βαίναν εἰς τὸ μέτωπον καὶ ῾σ τ᾿ ἄλλο χέρι τὸ σπαθὶ καὶ κάμαν πλῆθος γερούσια ἀναντίον τῶν Ἑλλήνων καὶ ὅλο σκοτώνονταν χωρὶς νὰ βγάλουν ἀποτέλεσμα. Ὅτι τότε οἱ Ἕλληνες ὁρκίστηκαν νὰ δουλέψουν διὰ θρησκεία καὶ πατρίδα καὶ δὲν τοὺς κόλλαγε μολύβι, οὔτε σπαθί.1

Ἀφοῦ πολέμησαν σὰν λιοντάρια Τοῦρκοι καὶ Ἕλληνες περίτου ἀπὸ ὀχτὼ ὧρες, σκοτώθηκαν Τοῦρκοι ἐκεῖ ἀπάνου ἀπὸ χίλιοι καὶ ἦταν τὰ κουφάρια τους ἕναν χρόνον ἄλυτα, ξεράθηκαν. Καθὼς ἐπέσανε καὶ πληγωμένοι ἀρκετοί, γιόμωσε ἡ Ἄρτα. Καὶ τοὺς πῆραν ὀμπρὸς οἱ Ἕλληνες μὲ τὰ μαχαίρια καὶ τοὺς πῆγαν κυνηγώντας ὡς τὸ Κομπότι σκοτώνοντας καὶ παίρνοντας λάφυρα. Δὲν κατηγοριῶνται οὔτε οἱ Ἕλληνες εἰς τὴν ἀντρεία, οὔτε οἱ Τοῦρκοι σὰν λιοντάρια πολέμησαν καὶ τὰ δυὸ μέρη. Ὅμως ἡ ἀδικία, ὅσο νὰ κάμῃ ἡ ἀντρεία, νικιέται, ὅτι βῆκαν ἀπὸ τοῦ Θεοῦ τὸν δρόμον οἱ Τοῦρκοι. Ὅλοι οἱ ἀρχηγοί, ὁποῦ ῾ταν ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἐκεῖ, καὶ οἱ στρατιῶτες κάμαν τὰ χρέη τους. Λαμπρύνεται καὶ δοξάζεται ὁ μακαρίτης Γῶγος. Χάριτες τοῦ χρωστάγει ἡ πατρίς, ὡς λιοντάρι πολεμοῦσε καὶ ὡς φιλόσοφος ὁδηγοῦσε. Καὶ ἀνάστησε τὴν πατρίδα ἐκείνη τὴν ἡμέρα. Ἂν διάβαιναν αὐτείνη ἡ Τουρκιὰ τότε, καθὼς ἑτοίμαζε κι᾿ ἄλλες μεγάλες δύναμες ὁ Χουρσὶτ πασσᾶς, θὰ λευτέρωναν ὅλους τους πολιορκουμένους παντοῦ, ὁποῦ τοὺς πολιορκοῦσαν οἱ Ἕλληνες εἰς Βόνιτζα, Βραχώρι καὶ ἀλλοῦ. Καὶ ἀπολπίστηκαν σὰν μάθαν αὐτὸν τὸν σκοτωμὸν αὐτεινῶν. Καὶ τοὺς κυρίεψαν ὅλους τους Τούρκους παντοῦ οἱ Ἕλληνες καὶ λευτέρωσαν αὐτὰ τὰ μέρη. Ὁ πόλεμος ἔγινε τὰ 1821, Γιουνίου 18. Ἕλληνας δὲν σκοτώθη κανένας.

Τῆς 28 τοῦ ἴδιου ἔγινε μικρὴ μάχη εἰς τὸ Πέτα. Ὀλίγοι σκοτώθηκαν καὶ λαβώθηκαν Τοῦρκοι. Τῆς 29 ξαναπῆγαν πίσω εἰς τὸ Πέτα πολλοὶ Τοῦρκοι καὶ οἱ πασσᾶδες. Καὶ οἱ Ἕλληνες ὀλίγοι. Καὶ πολέμησαν γενναίως καὶ τὰ δυὸ μέρη ἀπὸ τὴν αὐγὴ μπονόρα ὡς τὸ δειλινό. Καὶ χάλασαν τοὺς Ἕλληνες. Σκότωσαν καὶ τὸν ἀρχηγόν τους, τὸν γενναῖον καὶ καλὸν πατριώτη Σκαρμίτζο. Ἡ πατρίς του ἀπὸ τὸ Βάλτο, ἦταν εἰς τὸ μυστήριον καὶ θυσίασε διὰ τὴν πατρίδα ἀρκετὰ καὶ τὴν ἴδιαν του ζωή. Τὴν θέσιν τοῦ Πέτα τὴν κυρίεψαν οἱ Τοῦρκοι. Καὶ ὅταν γίνονταν αὐτεῖνοι οἱ πολέμοι, ἐμεῖς εἰς τὸ κάστρο τραβούσαμε μαρτύρια ἀπὸ τοὺς Τούρκους δέρνοντας καὶ βασανίζοντας.

Εἰς τὰ τέλη τοῦ Γιουνίου ὁ Μῆτρο Κουτελίδας καὶ ὁ Μῆτρο Γῶγος καὶ καὶ ὁ Γιαννάκη Ράγγος πολιόρκησαν τὸν Κώστα Πουλῆ εἰς τὸ Μοναστήρι τῶν Καλαρρύτων, ὁποῦ ἦταν μὲ τοὺς Τούρκους. Τὴν ἴδια ἐποχὴ κινήθη ὁ Γῶγος καὶ πῆγε εἰς τὴν Πλάκα, ὁποῦ τὴν βαστοῦσαν πολιορκία. Τοὺς πολέμησε γενναίως, κυρίεψε τὴν θέση, σκότωσε ἀρκετοὺς καὶ πλῆθος λάφυρα κάμαν οἱ Ἕλληνες καὶ τοὺς πῆγαν κυνηγώντα ὡς δυὸ ὧρες.

Ἀφοῦ ἔμαθε αὐτὸν τὸν χαλασμὸν τῶν Τούρκων ὁ Χουρσὶτ πασσᾶς εἰς τὴν γειτονιά του, ὅτ᾿ εἶναι πλησίον ἀπὸ τὰ Γιάννενα, καὶ τὸν κυριεμὸ τῆς θέσης, στέλνει μίαν μεγάλη δύναμη περίτου ἀπὸ ὀχτὼ χιλιάδες καὶ κεφαλὴ τὸν Ἀλήπασσα Μωραΐτη καὶ ἄλλους. Αὐτείνη τὴν ἑτοιμασίαν τὴν παράγγειλαν τοῦ Γώγου ἀπὸ τὰ Γιάννενα φίλοι του, καὶ τότε ὁ Γῶγος παραγγέλνει αὐτὸ τοῦ Ἴσκου, τοῦ Βαρνακιώτη, τοῦ Κουτελίδα, ὅτ᾿ ἦταν μὲ πολλὰ ὀλίγους ὁ Γῶγος, καὶ ἦρθαν ἀπὸ βραδὺς αὐτεῖνοι ὅλοι μιντάτι. Καὶ τὴν αὐγὴ μπονόρα πῆγαν οἱ Τοῦρκοι καὶ ἄρχισε ὁ πόλεμος πολλὰ πεισματώδης καὶ βάσταξε ἀπὸ τὴν αὐγὴ ὡς τρεῖς ὧρες νὰ νυχτώσῃ. Καὶ κάνουν ἕνα σκοτωμὸν τῶν Τούρκων μεγάλον καὶ βγάζουν τὰ σπαθιὰ οἱ Ἕλληνες καὶ τοὺς ἀφάνισαν πολλὰ περισσότερον ἀπὸ τὰ πρῶτα.

Ἀφοῦ ἔμαθε καὶ αὐτὸ ὁ Χουρσὶτ πασσᾶς, γύρευε νὰ πάγῃ μόνος του καὶ δὲν τὸν ἄφησαν. Καὶ ἔστειλε ἄλλους πολλοὺς Τούρκους καὶ κεφαλές. Μαθαίνοντας αὐτείνη τὴν μεγάλη ἑτοιμασίαν ὁ Γῶγος, ἔστειλε τοῦ Μαρκομπότζαρη καὶ πῆγε μιντάτι καὶ πιάστη ὁ πόλεμος τὴν ἄλλη ἡμέρα ἀπὸ δυὸ ὧρες νὰ φέξῃ ὡς τὸ σουρούπωμα. Καὶ τοὺς ρίχτηκαν τῶν Τούρκων καὶ τοὺς καταφάνισαν ῾στὸν σκοτωμόν, καὶ ζωντανοὺς καὶ βίον καὶ σημαῖες τῶν Τούρκων πιάσαν καὶ τὸν Κώστα Πουλῆ ζωντανόν, ὁποῦ ῾ταν μὲ τοὺς Τούρκους. Τὶς ἴδιες ἡμέρες πῆγαν οἱ Τοῦρκοι εἰς τὰ χωριὰ Σκορέτζαινα καὶ ἐκεῖ ἦταν ὁ Κιτζοπάσκος καὶ ὁ Γιαννηκώστας, γενναῖον παληκάρι καὶ καταπληγωμένος ἀπὸ τοὺς πολέμους. Ρίχτηκαν τῶν Τούρκων καὶ ἐκεῖ καὶ τοὺς καταδιάλυσαν καὶ σκοτώθηκαν καὶ ἐκεῖ Τοῦρκοι ὄχι πολλὴ ποσότη.

Τὴν ἴδια ἐποχὴ πῆγαν καὶ εἰς τὰ χωριὰ Ἄγναντα πολλοὶ Τοῦρκοι νὰ σκλαβώσουν καὶ νὰ χαλάσουν τὸ σκέδιον τῶν Ἑλλήνων. Πῆγε ὁ Γῶγος, ὁ Κατζικογιάννης, ὁ Δράκος, οἱ Τζαβελαῖγοι καὶ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ καὶ ἄρχισε ὁ πόλεμος ἀπὸ τὴν αὐγὴ ὡς τὸ γιόμα πολλὰ πεισματώδης καὶ γενναῖος. Καὶ οἱ Τοῦρκοι καὶ οἱ Ἕλληνες πολέμησαν ἀντρείως. Καὶ τοὺς ἔκαμαν ἕνα χαλασμὸν καὶ ἐκεῖ τῶν Τούρκων μεγάλον καὶ τοὺς διάλυσαν.

Τὴν ἴδια ἐποχὴ ὁ Γιαννάκη Ράγγος, ὁ Κουτελίδας, ὁ Μητρογῶγος πῆγαν εἰς τοὺς Καλαρρύτες, ἦταν ὡς τρακόσοι Τοῦρκοι. Τοὺς πολέμησαν καὶ τοὺς ἔβγαλαν καὶ πῆραν τὴν θέση οἱ Ἕλληνες καὶ τὴν βαστοῦσαν. Ὀλίγοι οἱ Ἕλληνες, πῆγαν πολλὴ Τουρκιά. Δὲν εἶχαν προσοχὴ οἱ Ἕλληνες εἰς τὰ στενά, εἶπαν ὅτι σώθηκαν οἱ Τοῦρκοι, καὶ χάλασαν τοὺς Ἕλληνες καὶ ἀφανίστηκαν οἱ δυστυχεῖς Καλαρρυτιῶτες, ὁποῦ ῾ταν οἱ πλέον πλούσιοι ῾σ ἐκεῖνα τὰ μέρη, κ᾿ ἔμειναν διακονιαραῖγοι. Ἀφανίστηκαν αὐτεῖνοι καὶ ὁ τόπος τους ἐρήμαξε.

Μ᾿ αὐτείνη τὴν ὁρμὴ οἱ Τοῦρκοι καὶ κουράγιον, ὀπόλαβαν εἰς τοὺς Καλαρρύτες, οἱ ἴδιγοι Τοῦρκοι πῆγαν εἰς τὴν Πλάκα, ὀλίγοι οἱ Ἕλληνες ἐκεῖ καὶ τοὺς χάλασαν καὶ κέρδεσαν καὶ τὴν θέσιν ἐκεῖ.

Τὴν ἴδια ἐποχὴ ὅλοι αὐτεῖνοι οἱ Τοῦρκοι τῆς Πλάκας πῆγαν εἰς τὰ χωριὰ Μελισσουργοὺς καὶ Ματζούκι καὶ χάλασαν καὶ κεῖ τοὺς Ἕλληνες μὲ μεγάλη τους ζημίαν, τῶν Ἑλλήνων. Καὶ αὐτὸ τὸ θάρρος τῶν Τούρκων ἦταν ἀπὸ τὴν ἀνοησίαν ἐκείνων ὁποῦ πῆγαν εἰς τοὺς Καλαρρύτες μὲ ξερὴ φαντασίαν. Χάθηκαν τόσοι ἄνθρωποι ἀπὸ τὴν ἀμέλειάν τους κ᾿ ἔλαβαν καὶ κουράγιον οἱ Τοῦρκοι μεγάλον. Δὲν ἦταν ἀπὸ κακίαν τῶν Ἑλλήνων, ὅμως πρώτη φορὰ ἔμπαιναν σὲ τέτοιον ἀγώνα, δὲν ἤξεραν οἱ ἄνθρωποι καλὰ τὴν πολεμική. Καὶ γίνηκαν καὶ πολλὰ λάθη.

Τὸν Σεπτέβριον μήνα τὸ ἴδιον ἔτος εἰς τὸ Τζουμέρκο ῾στὸν Σταυρὸν ἦρθαν Τοῦρκοι περίτου ἀπὸ πέντε χιλιάδες. Ὁ Γῶγος, ὁ Μπαλωμένος, ποτὲ δὲν βγαίναμε τρακόσοι πενήντα. Ὁ πόλεμος ἄρχισε ἀπὸ τὴν αὐγὴ ὡς τὸ βράδυ. Ἦρθαν μιντάτια δικά μας ὁ Ράγκος, ὁ Κατζικογιάννης καὶ ἔγινε ἕνας χαλασμὸς τῶν Τούρκων μεγάλος καὶ πλῆθος λάφυρα πῆραν οἱ Ἕλληνες. Καὶ τὰ δυὸ μέρη πολεμήσαμε ἀντρείως. Ὅμως βγάλαμε τὰ δανεικά, ὁποῦ κέρδεσαν τόσους πολέμους οἱ Τοῦρκοι, καὶ τοὺς τζακίσαμε τὴ μύτη ἐκεῖ. Καὶ ὁ χερότερος Ἕλληνας ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἔκαμε τὸ χρέος του. Ὅμως προτιμιέται καὶ δοξάζεται ὁ Γῶγος ὁ ἀθάνατος. Δὲν στοχάζεταν θάνατον αὐτὸς ὁ ἀγαθὸς πατριώτης. Θέ, συχώρεσε τὴν ψυχή του, καὶ σύ, πατρίδα,νὰ τὸν μακαρίζης ὅσο εἶσαι πατρίδα ἐλεύτερη.

Σεπτεβρίου ἕντεκα οἱ Τοῦρκοι τῆς Ἄρτας μάθαν ὅτ᾿ ἤμαστε ὀλίγοι εἰς τοῦ Πέτα καὶ μία μεγάλη δύναμη θὰ ῾ρχονταν ἄξαφνα τὴν αὐγὴ μπονόρα νὰ μᾶς χαλάση. Ὁ Δεσπότης τῆς Ἄρτας μας παράγγειλε αὐτό, καὶ μᾶς βάνει ὁληνύχτα ὁ Γῶγος καὶ μεράζει τοῦ κάθε ἑνοῦ τὸ ταμπούρι του καὶ τὸ φκιάσαμε. Ἡ θέση τοῦ Πέτα εἶναι πολλὰ ἐκτεταμένη καὶ ἀδύνατη σὲ πολλὲς μεριές. Ξημέρωσαν νύχτα οἱ Τοῦρκοι, ἤφεραν καὶ κανόνια. Τότε οἱ Ἕλληνες φοβώνταν τὰ κανόνια πολύ, ὅτι ἦταν ἀτζαμῆδες ἀπὸ αὐτά. Κεφαλὲς τῶν Τούρκων ὁ Χασᾶν πασσᾶς καὶ ὁ χασνατάρης τοῦ Χουρσὶτ πασσᾶ, ὁ Σμαήλπασσα Πλιάσας, ὁ Σμαήλπασσα Γιαννιώτης, ὁ Χασάμπεγη Βεργιόνης, ὁ Σεφτήπασσας, ὁ Γιακόβης, ὁ Μαξούταγας, ὁ Σοῦλτζε Κόρτζας, κι᾿ ἄλλοι πολλοὶ σερασκέρηδες περίτου ἀπὸ ἐννιὰ χιλιάδες. Ἀρχηγὸς τῆς θέσης ὁ Γῶγος, ὁ Σταμούλη Μαλεσιάδας μ᾿ ὀλίγους Βαλτινοὺς καὶ ὁ Δημοτζέλιος μὲ Ξερομερίτες. Τὸ ὅλο ἤμασταν ὡς τρακόσοι πενήντα. Ἔβαλε ὁ Γῶγος τὸν Φῶτο Σκαλτζογιάννη ἀπὸ τὴν πλάτη μὲ πενήντα καὶ κάθονταν. Ἄρχισε ὁ πόλεμος ἀπὸ τὴν αὐγὴ ὡς τὸ δειλινό, πεθάναμε ἀπὸ τὴν δίψα. Ὁ πόλεμος πολλὰ πεισματώδης καὶ συχνὰ γερούσια ἀπάνου μας. Ἕνα μπεγόπουλο δὲν ἔβαινε θάνατον, ὁλοένα γερούσια ἔκανε καὶ τοῦ ρίχναμε καὶ δὲν μπορούσαμε νὰ τὸ βαρέσουμε κανεὶς ἀπὸ ῾μάς. Ὁ Γῶγος ἤφερνε γύρα σὲ ὅλα τὰ ταμπούρια μὲ φουσέκια εἰς τὴν ποδιά του. Ἔρχεται εἰς τὸ ταμπούρι μας, μᾶς λέγει: «Μὴν καῖτε τὰ φουσέκια ἀδίκως μ᾿ αὐτὸν τὸ γουρνομύτη, στεκᾶτε νὰ ρίξω ἐγὼ μόνος μου, λέγει, ὅτι ἐσεῖς δὲν ξέρετε, καὶ νὰ μοῦ φέρετε τὸ κεφάλι του νὰ τὸ ἰδῶ ὕστερα». Τοῦ λέμε: «Ἐκεῖνος ὁποῦ τὄχει δὲν μᾶς τὸ δίνει νὰ σοῦ τὸ φέρωμε, τὸ θέλει ὁ ἴδιος. – Τώρα τὸ λέπετε», μᾶς λέγει. Ἀπάνου ὁπύ ῾κανε γερούσι, τοῦ δίνει ἕνα ντουφέκι εἰς τὸ μέτωπον καὶ ἔπεσε ξερός. Τοῦ λέγει: «Γκιντί, γουρνομύτι, μὲ τὰ παιδιὰ παίζεις ὁλημέρα καὶ μὄκαψαν ἀδίκως τὰ φουσέκια!» Ὕστερα τοῦ πήγαμε τὸ κεφάλι καὶ τὸ εἶδε. Τὸ δειλινὸ μίλησε ἐκεινῶν ὁποῦ ῾ταν κρυμμένοι ἀπὸ τὶς πλάτες, καὶ ρίχτηκαν ἐκεῖνοι, οἱ ξαπόστατοι, καὶ ἐμεῖς καὶ κάμαμε ἕναν μεγάλον σκοτωμὸν τῶν Τούρκων καὶ τοὺς πήγαμε ὡς τὸ ποτάμι κυνηγώντα καὶ πήραμε καὶ τόσα λάφυρα, καὶ πᾶνε κακωσέχοντα οἱ Τοῦρκοι εἰς τὴν Ἄρτα. Σκοτώθηκα τρεῖς ἀπὸ ῾μᾶς καὶ ἕξι πληγωμένοι. Ἐπληγώθηκα καὶ ἐγὼ ὀλίγον εἰς τὸ δεξὶ ποδάρι. Ὁ Σταμούλη Μαλεσιάδας ἐφέρθη πολλὰ ἀντρείως, – ὅλοι πολέμησαν γενναίως, ὅμως αὐτὸς περισσότερον, πολεμιστὴς γενναῖος καὶ ὁδηγίες φρόνιμες.

Ὅσες βολὲς βγαίναν οἱ Τοῦρκοι ἐκεῖ, ὅλο αὐτὰ πάθαιναν, ποτὲς δὲν κέρδεσαν. Ὅτ᾿ εἶναι πολλὰ πλησίον ἡ Ἄρτα καὶ βγαίναν κάθε ὀλίγον πεζούρα καὶ καβαλλαρία. Καὶ ὅσους πολέμους κάναμε μὲ τοὺς Τούρκους εἰς Κουμιτζᾶδες καὶ ῾σ ἄλλα μέρη, ὁποῦ πέρναγαν οἱ Τοῦρκοι μὲ ζαϊρέδες, ὅλο χαλιῶνταν. Ἤτανε πολλὰ ἄξιος καὶ γενναῖος ὁ Γῶγος καὶ τυχερὸς εἰς τὸν πόλεμον καὶ μὲ πολὺ κουμάντο.

Τελειώνοντας ὁ πόλεμος συνάχτηκαν καὶ οἱ πρόκριτοι τῶν χωριῶν τῆς Ἄρτας καὶ οἱ νοικοκυραῖγοι καὶ μιλήσανε πὼς θὰ βαστάξουν αὐτὸν τὸν μεγάλον ὀχτρό, ὁποῦ ῾ταν πνιμένος ὅλος αὐτὸς ὁ τόπος ἀπὸ τὰ Γιάννινα, Ἄρτα, Πρέβεζα, Σούλι, ὅλο αὐτὸ τὸ καυκὶ πλῆθος τουρκιὰ καὶ πασσάδες καὶ ὅλο νέοι κουβαλιώνταν ἀπ᾿ οὖλα τὰ μέρη τῆς τουρκιᾶς καὶ Ἀρβανιτιᾶς ἐξ αἰτίας τοῦ Ἀλήπασσα τὴν πολιορκία. Καὶ ὕστερα γεννήθη καὶ τὸ δικό μας τὸ Ἑλληνικὸν κ᾿ ἐμεῖς τὸ πηγαίναμε σκεπασμένο ὅτι δουλεύομε διὰ τὸν Ἀλήπασσα, τὸν ἀφέντη μας, νὰ τὸν σώσωμε, ὅτι ἀδίκως τὸν κατατρέχει ὁ Σουλτάνος. Αὐτὰ βγαίναμε, νὰ ἐλκύζωμε τοὺς Τούρκους Ἀρβανίτες, τὸ κόμμα τοῦ Ἀλήπασσα, νὰ τοὺς ἔχωμε φίλους αὐτούς, νὰ μᾶς βοηθήσουνε κι᾿ αὐτεῖνοι, ὅτι ἤμαστε ὀλίγοι καὶ οἱ Τοῦρκοι πλῆθος. Ἀφοῦ συνάχτηκαν οἱ πρόκριτοι καὶ οἱ νοικοκυραῖγοι, μιλήσαμε νὰ εἶναι αὐτὸ τὸ μυστήριον κρυφό, καὶ τῶν ἀνθρώπων τοῦ Ἀλήπασσα νὰ τοὺς λέμε συντρόφους διὰ τὸν σωμὸ τοῦ Ἀλήπασσα. Ἀφοῦ μιλήσαμε δι᾿ αὐτό, εἴπαμε καὶ μὲ τί μέσα θὰ βαστήσουμεν τὸν πόλεμον. Καὶ δὲν εἴχαμεν οὔτε ὅπλα οἱ περισσότεροι, οὔτε τ᾿ ἀναγκαῖα τοῦ πολέμου ὅλοι. Ἀποφάσισαν οἱ νοικοκυραῖοι ὅτι ἡ τυραγνία τῶν Τούρκων – τὴν δοκιμάσαμεν τόσα χρόνια, δὲν ὑποφέρνονταν πλέον. Καὶ δι᾿ αὐτείνη τὴν τυραγνία, ὁποῦ δὲν ὁρίζαμεν οὔτε βίον, οὔτε τιμή, οὔτε ζωὴ (ξέραμεν κι᾿ ὅτ᾿ ἤμασταν ὀλίγοι καὶ χωρὶς τ᾿ ἀναγκαῖα τοῦ πολέμου) ἀποφασίσαμεν νὰ σηκώσωμεν ἄρματα ἀναντίον αὐτῆς τῆς τυραγνίας. Εἴτε θάνατος, εἴτε λευτεριά. Τώρα ὁποῦ ἀρχίσαμεν, νὰ τοὺς πολεμήσωμεν καὶ νὰ θυσιάσωμεν καὶ τὸ βίον μας εἰς τὸ στρατόπεδον καὶ ῾σ ἐκείνους ὁποῦ δὲν ἔχουν τὸν τρόπον, νὰ τοὺς ζωοτροφίζωμεν καὶ νὰ κάνουν καὶ ἐκεῖνοι τὰ χρέη τοὺς διὰ τὴν πατρίδα. Τότε σύστησαν τοὺς ἀνθρώπους τοὺς τίμιους καὶ πρόβλεπαν διὰ τ᾿ ἀναγκαῖα καὶ δὲν καρτεροῦσαν οἱ ἄνθρωποι. Ἀπὸ ῾κείνους πάλε ὅποιος εἶχε τὸν τρόπον τοὺς ἔδινε καὶ τὸ δικό του καὶ πολέμαγε καὶ διὰ τὴν λευτεριὰν τοῦ πολιτικὸς καὶ στρατιωτικός, ἦταν τὸ ἴδιον. Καὶ αὐτὸ τὸ σύστημα ἦταν σὲ ὅλη τὴν πατρίδα, καὶ μὲ αὐτὸ τὸ σύστημα πορέψαμε δυὸ χρόνια. Τηρᾶτε τὸ ἱστορικὸν ἐκείνου τοῦ καιροῦ πόσο προβοδέψαμεν, πόση ἁρμονίαν εἴχαμε, πόση ὁμόνοια καὶ ἀδελφωσύνη.2

Ἀφοῦ ὁ Γῶγος σύναξε τοὺς νοικοκυραίγους καὶ μίλησε καὶ ἀκολούθησαν τὴν ἐργασίαν του ὁ καθείς, ἔγραψε καὶ εἰς τὸ Σούλι, ὁποῦ ῾ταν τοῦ Ἀλήπασσα ἀσκέρια, Ἀρβανίτες, σύνφωνα μὲ τοὺς Σουλιῶτες καὶ λέγαμεν ὅλοι ὅτι δουλεύομεν νὰ βγάλωμεν τὸν δίκαιον Ἀλήπασσα (καὶ ἂν ἔβγαινε αὐτὸς ὁ σκύλος, ἤμαστε χαμένοι, ὅτι ὅλη τὴν Ἐταιρίαν μας τὴν ἤξερε, ὅτι τὴν πρόδωσε ἕνας Ἐφτανήσιος, τὄδειξε ὅλα τὰ ἔγγραφα καὶ ὅρκον, κι᾿ αὐτὸς τὰ ῾στειλε τοῦ ἴδιου Σουλτάνου καὶ τοῦ ἔλεγε νὰ τὸν συχωρέση, ὅτι θὰ κιντυνέψη τὸ βασίλειόν του, καὶ αὐτὸς νὰ διαλύσῃ ὅλα αὐτά, νὰ δώση νιζάμι. Ὁ Σουλτάνος παντήχαινε ὅτ᾿ εἶναι πρόφασες αὐτεινοῦ διὰ νὰ συχωρεθῇ, ὅτ᾿ ἦταν φώτιση θεοτικὴ νὰ γένῃ αὐτὸ καὶ τοὺς στράβωνε ὅλους, καὶ δὲν ἔβαλε πίστη. Ἀφοῦ ἔγραψε ὁ Γῶγος ῾στὸ Σούλι, ἦρθε ὁ Ἄγο Βάσιαρης, ὁ ἀρχιστράτηγος τοῦ Ἀλήπασσα, πολλὰ φρόνιμος καὶ γενναῖος, ἦρθε μὲ πολλοὺς ἀξιωματικούς, καὶ Σουλιῶτες ὁ Νότη Μπότζαρης, Νάση Φωτομάρας. Μάρκο Μπότζαρης καὶ ἄλλοι ἀξιωματικοί. Τοῦ Μάρκου τὸν πατέρα τὸν εἶχε σκοτώση ὁ Γῶγος εἰς τὴν Ἄρτα – τὸν ἔβαλε ὁ Ἀλήπασσας– καὶ εἶχαν ὄχτρια μὲ τὸν Γῶγον. Ὅταν ἦρθε εἰς τὸ Πέτα φιλήθηκαν μὲ τὸν Γῶγον αὐτὸς καὶ ὁ Νότης καὶ εἶπαν, «Ὅ,τι εἶχε γίνει τότε καὶ σκότωσες τὸν ἄνθρωπό μας σ᾿ ἔβαλε ὁ τύραγνος. Αὐτὰ τώρα ἀλησμονήθηκαν καὶ εἰς τὸ ἑξῆς εἴμαστε φίλοι καὶ ἀδελφοί. Καὶ νὰ τηράξωμεν τὸ ἔργον τοῦτο». Καὶ φιλιώθηκαν. Μίλησαν ὕστερα καὶ μὲ τοὺς Τούρκους καὶ κάμαμεν σάρτια, ὁμιλίες ν᾿ ἀγωνιστοῦμεν νὰ βγάλωμεν τὸν Ἀλήπασσα. Αὐτὰ μιλήσαμεν μὲ τοὺς Τούρκους. Καὶ μὲ τοὺς Ἕλληνες μυστικῶς τοὺς εἴπαμεν διὰ τὴν λευτεριὰ τῆς πατρίδος, καὶ νὰ βαστιέται πολλὴ μυστικότη νὰ μὴν τὸ μάθουν οἱ Τοῦρκοι, τὸ κόμμα τ᾿ Ἀλήπασσα, καὶ τοὺς πιάσωμεν ὀχτρούς. Καὶ ἔχωμεν τὴν ἀνάγκη τους ν᾿ ἀδυνατίζωμεν τὴν δύναμη τοῦ Σουλτάνου.

Εἰς τὴν Πελοπόννησο ἦταν πολλοὶ Ἀρβανίτες μὲ τὸν Χουρσὶτ πασσᾶ, τοὺς ἄφησε ὀπίσω εἰς τὴν Πελοπόννησο. Ὅτ᾿ ἦταν φίλοι τοῦ Ἀλήπασσα αὐτεῖνοι ὅλοι, καὶ κεφαλὴ αὐτεινῶν ἦταν ὁ Ἐλμὰζ Μέτζος κι᾿ ἄλλοι ἀξιωματικοί, ὡς χίλιοι ἄνθρωποι. Δὲν τοὺς πῆρε μαζί του ὁ Χουρσὶτ πασσᾶς ὅταν βῆκε ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο καὶ διατάχτη ἀπὸ τὸν Σουλτάνο διὰ νὰ πολεμήσῃ τὸν Ἀλήπασσα. Ἀφοῦ σήκωσε ντουφέκι ἡ Πελοπόννησο καὶ ἡ Ρούμελη, ὡς φίλοι δικοί μας αὐτεῖνοι, ἀγροικηθήκαμε μὲ τοὺς Πελοποννήσιους καὶ τοὺς ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὸ Βραχώρι καὶ Μακρυνόρο. Ἀφάνισαν οἱ Ἕλληνες τοὺς περισσότερους δολερῶς, καὶ κατεξοχὴ οἱ Βαλτηνοί. Οἱ Τοῦρκοι οἱ δυστυχισμένοι ἔλπιζαν ὅτι μέναν πίσω, ὅτι ἦταν νηστικοὶ καὶ ἀπόστασαν, κι᾿ αὐτεῖνοι τοὺς σκότωναν καὶ τοὺς γύμνωναν.

῾Στὴν ἄκρη ῾στὸ Μακρυνόρο, κοντὰ εἰς τὸ Κομπότι, εἶναι ἕνα ρέμα καὶ ἐκεῖ μέσα ἐπνίξανε πολλοὺς Τούρκους. Τοὺς δέναν μίαν τριχιὰ εἰς τὸν λαιμὸν καὶ τοὺς τελείωναν καὶ τοὺς ρίχναν μέσα. Ἕναν δὲν τὸν πνίξαν καλὰ καὶ τὸν γύμνωσαν καὶ τὸν ἄφησαν καὶ φύγαν, ὅτι τελείωσαν τὴν ἐργασίαν τοὺς τοὺς ξέκαμαν ὅλους. Τότε ὁ μισοπνιμένος τὴν νύχτα σηκώνεται γυμνὸς κ᾿ ἔρχεται εἰς τὸ Κομπότι. Ἤμασταν ὅλοι ἐκεῖ καὶ ἑτοιμαζόμαστε, νὰ ῾ρθουν κι᾿ ἀπὸ τὸ Μισολόγγι, Βραχώρι κι᾿ ὅλα αὐτὰ τὰ μέρη, καὶ Ξερόμερον καὶ Βάλτο, νὰ συναχτοῦνε οἱ ὁπλαρχηγοὶ ἀπὸ αὐτὰ τὰ μέρη νὰ πᾶμεν νὰ πολεμήσωμεν τὴν Ἄρτα, νὰ τὴν κυργέψωμε. Καὶ τοὺς προσμέναμεν εἰς τὸ Κομπότι νὰ συναχτοῦνε ὅλα τ᾿ ἀσκέρια. Ἦταν εἰς τὸ Κομπότι καὶ ὁ Ἐλμὰζ Μέτζος καὶ οἱ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ Τοῦρκοι μὲ τοὺς ὀλίγους Τούρκους ὁποῦ λαγάρισαν, καὶ πρόσμεναν καὶ τοὺς ἀποσταμένους, ὁποῦ μείναν ὀπίσω καὶ δὲν ξέραν ὁποῦ τοὺς τελείωσαν εἰς τὸν πνιμόν. Τὰ μεσάνυχτα πάγει ὁ πνιμένος κι᾿ ἀνταμώνει τὸν Ἐλμάζη καὶ τοὺς ἄλλους καὶ τοὺς λέγει ὅλη τὴν ὑπόθεσιν, κ᾿ ἔρχονται ἐκεῖ ὁποῦ ῾ταν οἱ καπεταναῖγοι, ὁ Γῶγος καὶ οἱ ἄλλοι, ὁποῦ ῾μαστε συνασμένοι νὰ πάμεν νὰ βαρέσωμεν ἕνα χωριὸν ὁποῦ τὸ ῾λεγαν Νιοχώρι (ἦταν πολλοὶ Τοῦρκοι ἐκεῖ καὶ ῾σ τ᾿ ἄλλα τὰ χωριά) καὶ νὰ σώσωμεν καὶ τοὺς κατοίκους, νὰ τοὺς περάσωμεν ἐδῶθε ἀπὸ τὸ ποτάμι.3 Τότε παρουσιάζουν οἱ Τοῦρκοι τὸν μισοπνιμένον καὶ μολογάγει αὐτὸ τὸ ἀπάνθρωπον κάμωμα. Καὶ τὴν αὐγὴ πήγαμε ὅλοι καὶ εἴδαμεν τὸ ἀμολόγητον κακόν. Τότε οἱ δυστυχεῖς ἀξιωματικοὶ Τοῦρκοι κι᾿ ὅσοι μείναν βάλαν τὶς φωνὲς καὶ σ᾿ ἔπαιρνε ἡ νίλα. Καὶ εἶπαν: «Θέ μου, τί μας ὀργίστης ἐμᾶς τοὺς δυστυχεῖς; καὶ οἱ ὀχτροί μας μᾶς σκοτώνουν, καὶ οἱ φίλοι μας, ὁποῦ μᾶς δίνουν τὸν λόγο τῆς πίστης νά ῾μαστε φίλοι, μὲ τὴν ἀπιστιὰ μᾶς σκοτώνουν κρυφίως». Ἐφαρμακωθήκαμεν ὅλοι, τί νὰ τοὺς ἀποκριθοῦμεν, οὔτε ἤξερε κανεὶς ἀπὸ τοὺς καπεταναίους αὐτό, οὔτε ἀπὸ ῾μᾶς. Τοὺς παρηγορήσαμεν, ὅμως τὸ καρφὶ τοὺς ἔμεινε τῶν Τούρκων.4

Σηκωθήκαμεν καμμιὰ τρακοσιαριὰ ἀπ᾿ οὕλους τους καπεταναίους (ἔδωσαν ἀναλόγως ὁ Γῶγος ἔδωσε ἐμένα μὲ καμμιὰ τριανταριά) κι᾿ ὁ Καραϊσκάκης κεφαλή μας ὀλωνῶν, καὶ πήγαμε διὰ τὸ Νιοχώρι καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ χωριὰ νὰ χτυπήσωμεν τοὺς Τούρκους καὶ νὰ πάρωμεν τοὺς κατοίκους ῾στὴν ἐξουσία μας καὶ ζαϊρέδες, ὅτι δὲν εἴχαμεν. Ἡ κακή μας τύχη, τὸ ποτάμι εἶχε πολὺ νερό, ἦταν τὰ πρωτοβρόχια, ἔβαλαν ἐμένα μ᾿ ὀλίγους, ὁποῦ ῾ξερα τὸν τόπον, νὰ περάσω, νὰ ἰδοῦνε καὶ οἱ ἄλλοι. Γυμνωθήκαμεν, βάλαμεν εἰς τὸ νῶμο μας τὰ σκουτιά μας κι᾿ ἅρματά μας καὶ μπροστὰ ἐγὼ καὶ κοντὰ ὅσους εἶχα μὲ κίντυνο τῆς ζωῆς μας, καὶ νύχτα, κακοπεράσαμεν. Ἀφοῦ εἶδαν ὁποῦ περάσαμεν ἐμεῖς, ἄρχισε νὰ ῾μπῃ ὁ Καραϊσκάκης μὲ τοὺς ἄλλους. Πέρναγε ἕνας μ᾿ ἕνα ἄλογον καβάλλα, τὸν ἔλεγαν Γιωργάκη, γουρούνι ἀπελέκητο ἦταν, ἔπεσε ῾σ ἕνα βόθηλα ῾στὴν ἄκρη, ἦταν γλίνα καὶ βούλιαξε μὲ τ᾿ ἄλογόν του. Ἔβαλε τὶς φωνές: «Χαθήκαμεν!» Ἄκουσε τ᾿ ἀσκέρι αὐτὸν τὸν λόγον, ὁποῦ ῾ταν ῾στὴν μέση ῾στὸ ποτάμι, κιότεψαν ὅλοι καὶ γύρισαν ὀπίσω καὶ κόντεψαν νὰ πνιγοῦν. Τότε ἐμεῖς μείναμεν μόνοι μας ἀπὸ πέρα. Μᾶς ἔννοιωσαν οἱ Τοῦρκοι, πιάσαμεν τὸν πόλεμον. Πήραμεν καμπόσους κατοίκους γυμνοὺς καὶ δυστυχεῖς, τρομάξαμεν νὰ τοὺς σώσωμεν καὶ νὰ σωθοῦμεν ἀπὸ τὸν πόλεμον τῶν Τούρκων κι᾿ ἀπὸ τὸ ποτάμι. Καὶ ἔπαθαν οἱ δυστυχεῖς οἱ κάτοικοι ἀπὸ τοὺς Τούρκους ἐξ αἰτίας αὐτὸ τὸ κίνημα. Τοὺς εἶπαν οἱ Τοῦρκοι ὅτι αὐτεῖνοι φέραν ἐμᾶς.

Τὸν Ὀκτώβριον μήνα διατάζει ὁ Χουρσὶτ πασσᾶς πολὺ ἀσκέρι ἀπὸ τὰ Γιάννενα μὲ ζαϊρέδες καὶ πολεμοφόδια νὰ πιάσουνε εἰς τὰ Πέντε Πηγάδια. Εἶναι σὰν κάστρο, ἦταν χάνι καὶ τὸ ῾φκειασαν οἱ Τοῦρκοι σὰν κάστρο. Εἶναι τὰ μισὰ τῶν Γιωαννίνων κι᾿ Ἄρτας καὶ Σουλίου, θέση δυνατὴ καὶ ἀναγκαία. Ἦταν Τοῦρκοι μέσα καὶ τοὺς πολιορκοῦσαν οἱ Σουλιῶτες κι᾿ ἄλλοι καὶ οἱ Τοῦρκοι τοῦ Ἀλήπασσα, ὁποῦ ῾ταν μαζί μας. ῾Στὸν ἴδιον καιρὸν διατάζει ὁ Χουρσὶτ πασσᾶς καὶ τοὺς Τούρκους τῆς Ἄρτας ν᾿ ἀφήσουνε τὴν φρουρὰ εἰς Ἄρτα καὶ συνφώνως νὰ χτυπήσουνε κι᾿ ἀπὸ τὰ δυὸ μέρη ῾σ τὰ Πέντε Πηγάδια τοὺς δικούς μας. Αὐτὸ τὸ πρόδωσαν τῶν δικῶνε μας κι᾿ ἀπὸ τὰ Γιάννενα κι᾿ ἀπὸ τὴν Ἄρτα καὶ μᾶς παράγγειλαν κ᾿ ἐμᾶς, ὅταν κινηθοῦν ἀπὸ τὴν Ἄρτα, νὰ κινηθοῦμεν κ᾿ ἐμεῖς ἀπὸ τῆς πλάτες τους, καθὼς θὰ ῾καναν καὶ οἱ ἄλλοι οἱ δικοί μας. Κινήθηκαν οἱ Τοῦρκοι ἀπὸ τὰ Γιάννενα κι᾿ ἀπὸ τὴν Ἄρτα συνφώνως, κατὰ τὴν ὁμιλίαν τους, μὲ ζαϊρέδες καὶ πολεμοφόδια ἀρκετά, νὰ πέσουν εἰς τοὺς πολιορκητᾶς. Ἐκινήθηκαν καὶ ἀπὸ τὰ δυὸ μέρη, κΈμεις ἀπὸ τὶς πλάτες τους, καθὼς καὶ οἱ ἄλλοι. Ἅμα πλησιάσαν ῾σ τὰ Πέντε Πηγάδια, τοὺς γίνη ἕνας σκοτωμὸς τῶν Τούρκων καὶ πήραμε ὡς διακόσους ζωντανοὺς καὶ λάφυρα καὶ ἕντεκα μπαϊράκια καὶ ὅλους τους ζαϊρέδες καὶ πολεμοφόδια. Καὶ διαλυθήκανε οἱ Τοῦρκοι κακῶς κακοῦ.

ΣHMEIΩΣEIΣ

1. Τώρα τοὺς λέγει ὁ Βιάρος καὶ ὁ Ἀγουστίνος: «Ποιὸς σᾶς εἶπε νὰ σκοτωθῆτε καὶ ν᾿ ἀφήσετε χῆρες γυναῖκες κι᾿ ἀρφανὰ παιδιά; Σύρτε διακονέψετε», τοὺς λέγει. Καὶ ὁ Ἀγουστίνος δὲν εἶχε οὔτε γομάρι, ὅταν ἦρθε ἀπὸ τοὺς Κορφούς, καὶ τώρα ἔχει εἴκοσι ἄτια κι᾿ ἀλάφια καὶ πλατόνια. Καὶ παραλυσίες πλῆθος. Ἀπὸ τὸν Μουχτάρπασσα καὶ Βελήπασσα γλυτώσαμε καὶ εἰς τὴν ἠθικὴν αὐτείνων ἀντέσαμε.

2. Ὕστερα ὁ κύριος Μαυροκορδάτος καὶ οἱ συνάδελφοί του μᾶς ἤφεραν τὰ φῶτα τῆς φατρίας καὶ τῆς μεγάλης διχόνοιας. Καὶ ὁ Βιάρος καὶ Ἀγουστίνος μᾶς λένε: «Ποιὸς σᾶς εἶπε νὰ πιάσετε ντουφέκι; Σύρτε καὶ διακονέψετε». Ἀπὸ τὸν Χασάνη φύγαμεν ῾ς τὸν Βιάρο καταντήσαμεν καὶ τὸν Ἀγουστίνο καὶ ὀπαδούς τους. Κι᾿ ὁ τόπος γιομάτος σπιγούνους. Ὅλοι αὐτεῖνοι οἱ φερτικοὶ νοικοκυραίους μᾶς κάμαν· μᾶς μαθαίνουν γράμματα, ὁποῦ δὲν τά ῾χαμεν ἀκούση. Καὶ ὁ Θεὸς τὸ καλό.

3. Ξιστορίζω ἀκολούθως αὐτό.

4. Καὶ ὅταν μπήκαμεν εἰς τὴν Ἄρτα, σημειώνω τί πάθαμεν.

Ἀναρτήθηκε 28 Μαΐου 2011 ἀπὸ τὸν/τὴν Γιάννης Φαίλτωρ στὸ ΒΙΒΛΙΟ Α, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Κεφάλαιο Πρώτο   Leave a comment

Γέννησις τοῦ Μακρυγιάννη. – Περιπέτειαι τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ. – Καταφυγὴ εἰς Λιβαδειάν. – Παιδικαὶ περιπέτειαι τοῦ Μακρυγιάννη. – Μετάβασις αὐτοῦ εἰς Δεσφίναν. – Ἀναχώρησις εἰς Ἄρταν. – Ἐπιστασία παρὰ τῷ Θανάσῃ Λιδορίκῃ. – Ὁ Μακρυγιάννης ἐμπορευόμενος ἐν Ἄρτῃ. – Κοινωνικαὶ καὶ ἐμπορικαὶ σχέσεις αὐτοῦ. – Μύησις εἰς τὸ μυστήριον τῆς Φιλικῆς Ἐταιρείας. – Ἀρχαὶ τοῦ πρὸς τὸν Ἀλήπασσαν Σουλτανικοῦ πολέμου. – Μυστικαὶ ἐνέργειαι καὶ παρασκευαὶ τοῦ Μακρυγιάννη. – Προοίμια τῆς ἐπαναστάσεως. – Ὁ Μακρυγιάννης εἰς Πάτρας. – Αἱ ἐν Πάτραις ἐπαναστατικαὶ ἐνέργειαι. – Καταδίωξις τοῦ Μακρυγιάννη. – Ἔκρηξις τοῦ ἐν Πάτραις κινήματος. – Ἀναχώρησις τοῦ Μακρυγιάννη ἐκ Πατρῶν. – Μετάβασις εἰς Πρέβεζαν καὶ Ἄρταν. – Σύλληψις, καταδίκη εἰς θάνατον καὶ σωτηρία. – Καταφυγὴ παρὰ τῷ Ἰσμαὴλ-μπέη Κόνιτσα. – Ἀναχώρησις τοῦ Μακρυγιάννη ἐξ Ἄρτης.


Ἡ πατρὶς γεννήσεώς μου εἶναι ἀπὸ τὸ Λιδορίκι, χωριὸ τοῦ Λιδορικιοῦ ὀνομαζόμενον Ἀβορίτη, τρεῖς ὧρες εἶναι ἀπὸ τὸ Λιδορίκι μακρυὰ τὸ ἄλλο τὸ χωριό, πέντε καλύβια. Οἱ γοναῖγοι μου πολὺ φτωχοὶ καὶ ἡ φτώχεια αὐτείνη ἦρθε ἀπὸ τὴν ἁρπαγὴ τῶν ντόπιων Τούρκων καὶ τῶν Ἀρβανίτων τοῦ Ἀλήπασσα. Πολυφαμελίτες οἱ γοναῖγοι μου καὶ φτωχοὶ καὶ ὅταν ἤμουνε ἀκόμα εἰς τὴν κοιλιὰ τῆς μητρός μου, μίαν ἡμέρα πῆγε διὰ ξύλα εἰς τὸν λόγκον. Φορτώνοντας τὰ ξύλα ῾στὸ νῶμο της, φορτωμένη εἰς τὸν δρόμον, εἰς τὴν ἐρημιά, τὴν ἔπιασαν οἱ πόνοι καὶ γέννησε ἐμένα μόνη της ἢ καϊμένη καὶ ἀποσταμένη ἐκιντύνεψε καὶ αὐτείνη τότε καὶ ἐγώ. Ξελεχώνεψε μόνη της καὶ συγυρίστη, φορτώθη ὀλίγα ξύλα καὶ ἔβαλε καὶ χόρτα ἀπάνου εἰς τὰ ξύλα καὶ ἀπὸ πάνου ἐμένα καὶ πῆγε εἰς τὸ χωριόν. Σὲ κάμποσον καιρὸν ἔγιναν τρία φονικὰ εἰς τὸ σπίτι μας καὶ χάθη καὶ ὁ πατέρας μου. Οἱ Τοῦρκοι τοῦ Ἀλήπασσα θέλαν νὰ μᾶς σκλαβώσουνε. Τότε διὰ νυχτὸς ὅλη ἡ φαμελιὰ καὶ ὅλο μας τὸ σόι σηκώθηκαν καὶ ἔφυγαν καὶ ἤθα παγαίνουν εἰς τὴν Λιβαδειὰ νὰ ζήσουνε ἐκεῖ. Θὰ πέρναγαν ἀπὸ ῾να γιοφύρι τοῦ Λιδορικιοῦ ὀνομαζόμενον Στενό, δὲν πέρναγε ἀπὸ ἄλλο μέρος τὸ ποτάμι. Ἐκεῖ φύλαγαν οἱ Τοῦρκοι νὰ περάσουν νὰ τοὺς πιάσουνε, καὶ δεκοχτῶ ἡμέρες γκιζεροῦσαν εἰς τὰ δάση ὅλοι κ᾿ ἔτρωγαν ἀγριοβέλανα καὶ ἐγὼ βύζαινα κ᾿ ἔτρωγα αὐτὸ τὸ γάλα. Μὴν ὑποφέρνοντας πλέον τὴν πείνα, ἀποφάσισαν νὰ περάσουνε ἀπὸ τὸ γιοφύρι, καὶ ὡς βρέφος ἐγὼ μικρό, νὰ μὴν κλάψω καὶ χαθοῦνε ὅλοι, ἀποφάσισαν καὶ μὲ πέταξαν εἰς τὸ δάσος, εἰς τὸν Κόκκινον ὀνομαζόμενον, καὶ προχώρεσαν διὰ τὸ γιοφύρι. Τότε μετανογάει ἡ μητέρα μου καὶ τοὺς λέγει, «Ἡ ἁμαρτία τοῦ βρέφους θὰ μᾶς χάση, τοὺς εἶπε, περνᾶτε ἐσεῖς καὶ σύρτε εἰς τὸ τάδε μέρος καὶ σταθῆτε…1 τὸ παίρνω κι᾿ ἂν ἔχω τύχη καὶ δὲν κλάψη, διαβαίνομεν»…2 ἢ μητέρα του κι᾿ ὁ Θεὸς μᾶς ἔσωσε. Αὐτὰ ὅλα τά ῾λεγε ἡ μητέρα μου καὶ οἱ ἄλλοι συγγενεῖς. Σηκωθήκαμεν ὅλη ἡ φαμελιὰ καὶ συγγενεῖς καὶ πήγαμεν εἰς Λιβαδειὰ καὶ μᾶς περασπίστηκαν οἱ φιλάνθρωποι ἄρχοντες ἐκεῖ κάμποσον καιρόν, ὅσο ὁποῦ πιαστήκαμεν καὶ κάμαμεν ἐκεῖ σπίτια, ὑποστατικά.

Ἐγὼ ἔγινα ὡς ἑφτὰ χρονῶν. Μὲ βάλαν νὰ ἐργάζωμαι σὲ ἕναν ἑκατὸ παράδες τὸν χρόνον, τὸν ἄλλον χρόνον πέντε γρόσια. Ἀφοῦ ἔκανα πολλὲς δουλειές, ἤθελαν νὰ κάνω κι᾿ ἄλλες δουλειὲς ταπεινές του σπιτιοῦ καὶ νὰ περιποιῶμαι τὰ παιδιά. Τότε αὐτὸ ἦταν ὁ θάνατός μου. Δὲν ἤθελα νὰ κάμω αὐτὸ τὸ ἔργον καὶ μ᾿ ἔδερναν καὶ οἱ ἀφεντάδες καὶ οἱ συγγενεῖς. Σηκώθηκα καὶ πῆρα καὶ ἄλλα παιδιὰ καὶ πήγαμεν εἰς Φήβα. Ἡ κακὴ τύχη καὶ ἐκεῖ οἱ συγγενεῖς ἦρθαν καὶ μᾶς πιάσανε καὶ μὲ φέραν πίσω εἰς τὴν Λιβαδειὰ καὶ εἰς τὸν ἴδιον ἀφέντη. Καὶ τὴν ἴδια ῾πηρεσία ξακολουθοῦσα κάμποσον καιρόν. Τότε δια– νὰ γλυτώσω ἀπὸ αὐτὴν τὴν ῾πηρεσίαν, ὅτι ἡ φιλοτιμία μου δὲν μ᾿ ἄφηνε ἥσυχον οὔτε μέρα οὔτε νύχτα, ἄρχισα ξύλο, τρύπημα κεφάλια τῶν παιδιῶν καὶ τῆς ἴδιας μου μητέρας καὶ ἔφευγα μέσα τὶς ράχες. Καὶ μ᾿ αὐτὸ βαρέθηκαν καὶ μὲ λευτέρωσαν, ὅτι αὐτείνη ἡ ῾πηρεσία μ᾿ εἶχε καταντήση νὰ χαθῶ.

Ἔγινα ὡς δεκατέσσερων χρονῶν καὶ πῆγα εἰς ἕναν πατριώτη μου εἰς Ντεσφίνα. Ἦταν ὁ ἀδελφός του μὲ τὸν Ἀλήπασια καὶ ἦταν ζαπίτης αὐτὸς εἰς τὴν Ντεσφίναν. Στάθηκα μὲ ἐκεῖνον μίαν ἡμέρα. Ἦταν γιορτὴ καὶ παγγύρι τΆγιαννιου. Πήγαμεν εἰς τὸ παγγύρι, μὄδωσε τὸ ντουφέκι του νὰ τὸ βαστῶ. Ἐγὼ θέλησα νὰ τὸ ρίξω, ἐτζακίστη. Τότε μ᾿ ἔπιασε σὲ ὅλον τὸν κόσμον ὀμπρὸς καὶ μὲ πέθανε εἰς τὸ ξύλο. Δὲν μ᾿ ἔβλαβε τὸ ξύλο τόσο, περισσότερον ἡ ντροπὴ τοῦ κόσμου. Τότε ὅλοι τρώγαν καὶ πίναν καὶ ἐγὼ ἔκλαιγα. Αὐτὸ τὸ παράπονον δὲν ηὗρα ἄλλον κριτὴ νὰ τὸ εἰπῶ νὰ μὲ δικιώση, ἔκρινα εὔλογον νὰ προστρέξω εἰς τὸν Ἀϊγιάννη, ὅτι εἰς τὸ σπίτι τοῦ μό᾿ ῾γίνε αὐτείνη ἡ ζημία καὶ ἡ ἀτιμία. Μπαίνω τὴν νύχτα μέσα εἰς τὴν ἐκκλησιά του καὶ κλείω τὴν πόρτα κι᾿ ἀρχινῶ τὰ κλάματα μὲ μεγάλες φωνὲς καὶ μετάνοιες, τ᾿ εἶναι αὐτὸ ὁποῦ ῾γινε ῾σ ἐμέναν, γομάρι εἶμαι νὰ μὲ δέρνουν; Καὶ τὸν περικαλῶ νὰ μοῦ δώσῃ ἄρματα καλὰ κι᾿ ἀσημένια καὶ δεκαπέντε πουγγιὰ χρήματα καὶ ἐγὼ θὰ τοῦ φκιάσω ἕνα μεγάλο καντήλι ἀσημένιον. Μὲ τὶς πολλὲς φωνὲς κάμαμεν τὶς συμφωνίες μὲ τὸν ἅγιον. Σὲ ὀλίγον καιρὸν γράφει ὁ ἀδελφός του ἀφέντη μου ἀπὸ τὰ Γιάννενα ὅτι θέλει ἕνα παιδὶ νὰ τοῦ κάνη χοσμέτι. Μ᾿ ἔστειλαν ἐμένα, τὰ 1811. Τὸν πάντρεψε αὐτὸν ὁ Ἀλήπασσας εἰς τὴν Ἄρτα. Ἔκατζε κάμποσον καιρὸν εἰς Ἄρτα, τὸν γύρεψε ὁ Ἀλήπασσας νὰ πάγη, ὅτι τὸν ἀγαποῦσε καὶ τὸν εἶχε εἰς τὰ μυστικὰ τοῦ γράμματα. Ἦταν τίμιος ἄνθρωπος, τὸν λένε Θανάση Λιδορίκη. Τότε γυρεύει νὰ μ᾿ ἀφήση εἰς τὸ σπίτι τοῦ ἐμένα, δὲν ἤθελα νὰ κάτζω. Μοῦ εἶπε: «Θὰ κάτζης καὶ μὲ τὸ στανιόν». Αὐτὸ δὲν μποροῦσα νὰ τὸ ἀποφύγω, ὀτΈιχε τὴν δύναμη. Ἔκατζα μὲ συμφωνίες ὅτι ἐγὼ ὡς δοῦλος δὲν κάθομαι. «Κάνω τὴν ῾πηρεσία τοῦ σπιτιοῦ σου, ὅμως θὰ γνωριστῶ καὶ μὲ τοὺς κατοίκους νὰ δανειστῶ, νὰ κάμω καὶ ἐμπόριο, ὅτ᾿ εἶμαι γυμνός, νὰ ντυθῶ. Αὐτὸς ἦταν φιλάργυρος, δὲν μό ῾δινε τίποτας). Πρώτη συμφωνία αὐτείνη, τοῦ εἶπα, καὶ δεύτερον τὰ ψώνια τοῦ σπιτιοῦ σου νὰ βαστάη ἡ γυναίκα σου τὰ χρήματα καὶ τὸν λογαριασμόν, ξέρει γράμματα, καὶ νὰ μοῦ δίνη νὰ τῆς ψωνίζω, νὰ ζυάζη ὅταν φέρνω τὸ ψώνιο καὶ ὅ,τι κάνει νὰ πλερώνη. Τὸ ἴδιον καὶ εἰς τ᾿ ἄλλα τὰ ψώνια, νὰ μὴν μὲ λέτε ὅτι σας ἔκλεψα, ὅτι τώρα μὲ βλέπετε γυμνὸν καὶ αὔριον ντυμένον καὶ θὰ λέτε ὅτ᾿ εἶμαι κλέφτης. Ἔκατζα μ᾿ ἐκεῖνες τὶς συμφωνίες ὁποῦ τοῦ εἶπα καὶ ἔκαμα ῾σ αὐτὸν δέκα χρόνους. Μό᾿ ῾δῶσε καὶ αὐτὸς διὰ μιστὸν τετρακόσια γρόσια ὅλα. Τοῦ ζήτησα ἕνα δάνειο καὶ μοῦ τὸ᾿ ῾δῶσε μὲ τόκον τὰ δέκα δώδεκα τὸν χρόνον. Τοῦ ῾φκιασα ὁμολογία καὶ τὴν ἔχω ὡς σήμερον. Αὐτὸ τὸ τζιρακλίκι μό᾿ ῾κᾶμε κι᾿ αὐτός.

Ἐκεῖ ῾μπρός εἰς τὸ σπίτι τοῦ ἦταν μία πιάτζα καὶ μαζώνονταν οἱ ἄρχοντες, οἱ ἔμποροι, καὶ κάθονταν ὡς τὰ μεσάνυχτα τὸ καλοκαίρι. Τότε ἐγὼ ἔβανα καὶ καθάριζαν τὸ μέρος ἐκεῖνο, τοὺς ἔδινα καὶ ὅ,τι τοὺς χρειάζονταν, τοὺς καλόπιανα. Γνωρίστηκα μ᾿ ὅλους αὐτοὺς καὶ μὲ τοὺς προεστοὺς τῶν χωριῶν. Ζήτησα ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς προεστοὺς καὶ ἐμπόρους ἕνα δάνειον καὶ μὲ δάνεισαν πεντέξι χιλιάδες γρόσια, εἶχα καὶ ἐγὼ ὡς τότε καπετάλι εἰκοσιτέσσερα γρόσια, τὰ προστοίχησα εἰς τοὺς χωργιάτες καὶ ἔπιασα βρώμη τὸν χειμώνα, νὰ τὴν λάβω εἰς τ᾿ ἁλώνια. Τὴν πιάνω τέσσερα γρόσια τὸ ξάι, τὴν σύναξα εἰς τ᾿ ἁλώνια (καὶ ἦταν ἔλλειψη) καὶ τὴν πουλῶ δεκαέξι. Πιάνω ὅλα αὐτὰ τὰ χρήματα. Τὴν ἄλλη χρονιὰ τὸν χειμώνα τὰ πιάνω ἀραποσίτι ἀπὸ ἕντεκα γρόσια τὸ ξάι, τὸ συνάζω εἰς τΆλωνια, τὸ πουλῶ εἰς τὴν Ἄρτα τριάντα τρία. Ὅτ᾿ ἦταν πανούκλα εἰς τὴν Ἄρτα καὶ ἦταν ἔλλειψη τὸ ψωμί. Τότε ἔφκιασα ντουφέκι ἀσημένιον, πιστιόλες καὶ ἄρματα καὶ ἕνα καντήλι καλό. Καὶ ἀρματωμένος καλὰ καὶ συγυρισμένος τὸ πῆρα καὶ πῆγα εἰς τὸν προστάτη μου καὶ εὐεργέτη μου κι᾿ ἀληθινὸν φίλον, τὸν Ἀϊγιάννη, καὶ σώζεται ὡς τὸν σήμερον – ἔχω καὶ τ᾿ ὄνομά μου γραμμένο εἰς τὸ καντήλι. Καὶ τὸν προσκύνησα μὲ δάκρυα ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὰ σπλάχνα μου, ὅτι θυμήθηκα ὅλες μου τὶς ταλαιπωρίες ὁποῦ δοκίμασα…3

Ὕστερα ἄρχισα τὸ ἐμπόριον καὶ μ᾿ εἶχαν οἱ κάτοικοι Ρωμαῖγοι καὶ Τοῦρκοι ὡς ταμίαν καὶ καζάντησα τοῦ Θεοῦ τὰ ἐλέγη καὶ ἔφκιασα ἐκεῖ σπίτι, ὑποστατικά, καὶ εἶχα καὶ μετρητὰ καὶ ὁμολογίες πλῆθος καὶ τὶς ἔχω ὡς σήμερον περίτου ἀπὸ σαράντα χιλιάδες γρόσια. Καὶ τὸ κιμέρι μου γιομάτο. Ἀπόχτησα ὅ,τι ἤθελα καὶ δὲν εἶχα τὴν ἀνάγκη ἀλλουνοῦ. Ἔκατζα εἰς Ἄρτα ὡς δέκα χρόνια, ἔκαμα πολλοὺς φίλους. Ἐκεῖ εἶχα φίλον καὶ ἕναν σακελλάριον ὕστερα ἔγινε οἰκονόμος. Τὸν εἶχα στενὸν φίλον, ὅτι ἡ συντροφιά μου ἦταν μὲ τοὺς καλύτερούς μου. Αὐτὸς ὁ οἰκονόμος μ᾿ εἶχε καλύτερα ἀπὸ τὰ παιδιά του, καὶ νύχτα καὶ ἡμέρα ἀπὸ τὸ σπίτι του δὲν ἔλειπα. Ὅτ᾿ ἦταν ἕνας τοῖχος μὲ τὸ σπίτι τοῦ πατριώτη μου καὶ πλησίον καὶ ἐκεῖνο ὁποῦ ἀγόρασα ἐγὼ δικό μου ἀπὸ ῾ναν δυστυχῆ ἄρχοντα. Πολὺ προκομμένος οἰκονόμος, δὲν ἦταν ἄλλος εἰς τὴν Ἄρτα τοιοῦτος καὶ εἶχε καὶ τέσσερα παιδιὰ σερνικά. Τὸ ἕνα ἀπ᾿ αὐτὰ ἦταν εἰς τὴν Εὐρώπη ὁποῦ σπούδαζε, καὶ ἦταν φίλος καὶ ἀγαπημένος τοῦ Καποδίστρια. Τὸ παιδὶ ἔσωσε τὰ ἔξοδά του καὶ ζήτησε τοῦ Καποδίστρια νὰ πάγη νὰ σπουδάξη τὴν γιατρική. Τοῦ λέγει ὁ Καποδίστριας, ὅτι κάτι καταγινόμαστε νὰ λευτερώσωμεν τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἂν τελειώση αὐτό, δὲν σοῦ χρειάζεται ἡ γιατρική, καὶ ἂν μείνη, σοῦ στέλνω ἀπὸ τὴν Ρωσσίαν τὰ μέσα καὶ πᾶς καὶ σπουδάζεις. Καὶ ἂν γίνη αὐτό, σοῦ γράφω καὶ ἀνταμωνόμαστε. Τὸ παιδὶ ἦρθε εἰς Ἄρτα, τὸ εἶπε τοῦ πατέρα τοῦ αὐτὸ καὶ ἔφυγε πίσω διὰ Κορφούς. Πέρασε κάμποσος καιρός, τοῦ γράφει ὁ Καποδίστριας καὶ πῆγε κι᾿ ἀνταμώθηκαν, καὶ τὸν κατήχησε διὰ τὴν πατρίδα τὸ μυστικόν.

Καὶ ἐπειδὴ ὁ Ἀλήπασσας ἦταν πολλὰ δυνατὸς καὶ ἀγόρασε τὴν Πάργα καὶ ἄλλες ἀκαταστασίες ἔκανε, τοῦ ἐπισώρεψαν ἐγκλήματα ἀναντίον του νὰ μαχευτῆ μὲ τὸν Σουλτάνον. Τοῦ ἐνέργησαν πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ καὶ ἄξαινε ἡ διχόνοια τοῦ Σουλτάνου καὶ αὐτεινοῦ. Ἦρθε τὸ παιδὶ εἰς Ἄρτα κατηχημένο, ὁρκίζει τὸν πατέρα του καὶ φεύγει ὀπίσω. Ὁ πατέρας τοῦ θέλει νὰ βάλη κ᾿ ἐμένα εἰς τὸ μυστήριον. Παίρνει νὰ μ᾿ ὁρκίση καὶ πάλι μετανογοῦσε καὶ αὐτό μου τὸ᾿ ῾κᾶμε πολλὲς φορές. Τότε καὶ ἐγὼ πείσμωσα ἀναντίον του καὶ τοῦ λέγω: «Σοῦ πέρασε ὑποψία ὅτ᾿ εἶμαι ἄτιμός του σπιτιοῦ σου καὶ ντρέπεσαι νὰ μοῦ τὸ πεῖς; Καὶ ὄντως εἶμαι ἄτιμος ἂν ματαπατήσω εἰς τὴν πόρτα σου!» Καὶ σηκώθηκα καὶ ἔφυγα. Φωνάζει ὁ παπάς, ἐγὼ δὲν ματαγύρισα ὀπίσω. Πέρασαν δυὸ τρεῖς ἡμέρες, ἦρθε, ξαναῆρθε, δὲν ματαζύγωσα.

Ἀφοῦ ἦρθε πολλὲς φορές, μὲ δάκρυα εἰς τὰ μάτια μου τ᾿ ἀποκρίθηκα: «Δία μένα νὰ σοῦ περάσει κακὴ ἰδέα, τὸ παιδί σου;» Ἔκλαψε κι᾿ αὐτὸς καὶ μὲ περικάλεσε νὰ πᾶμε μαζὶ καὶ ὕστερα νὰ μὴν ματαπάγω, σάν μου ξηηθῆ. Πῆγα. Κατεβάζει τὶς εἰκόνες ὅλες καὶ μ᾿ ὁρκίζει καὶ ἀρχινάγει νὰ μὲ βάλη εἰς τὸ μυστήριον. Ἀφοῦ προχώρεσε, τότε τ᾿ ὁρκίστηκα ὅτι δὲν θὰ τὸ μαρτυρήσω κανενού, ὅμως νὰ μοῦ δώση καιρὸν ὀχτὼ ἡμέρες νὰ συλλογιστῶ ἂν εἶμαι ἄξιος δι᾿ αὐτὸ τὸ μυστήριον καὶ ἂν μπορῶ νὰ ὠφελήσω, νὰ τὸ λάβω, ἢ νὰ κάτζω, εἶναι σὰ νὰ μὴν τὸ ξέρω ὁλότελα. Πῆγα στοχάστηκα καὶ τάβαλα ὅλα ὀμπρὸς καὶ σκοτωμὸν καὶ κιντύνους καὶ ἀγῶνες – θὰ τὰ πάθω διὰ τὴν λευτερίαν τῆς πατρίδος μου καὶ τῆς θρησκείας μου. Πῆγα καὶ τοῦ εἶπα: «Εἶμαι ἄξιος». Τοῦ φίλησα τὸ χέρι, ὁρκίστηκα. Τὸν περικάλεσα νὰ μή μου μαρτυρήση τὰ σημεῖα τῆς κατήχησης, ὅτ᾿ εἶμαι νέος καὶ νὰ μὴν ἀντέσω καὶ λυπηθῶ τὴν ζωή μου καὶ προδώσω τὸ μυστήριον καὶ κιντυνέψη ἡ πατρίς. Συφωνήσαμεν καὶ εἰς αὐτὸ καὶ μοῦ εἶπε ὅτι ὅθεν δουλέψω, χρήματα… καὶ κατάχρησες δὲν μπορῶ νὰ κάμω, ὅμως νὰ παίρνω ἀπὸ ῾να ἀποδειχτικόν, αὐτὰ τὰ πλούτη νὰ κάνω. Καὶ ἡ εὐκὴ τοῦ παπᾶ τοῦ εὐλογημένου καὶ τῆς πατρίδος μου καὶ θρησκείας μου, ὡς τὴν σήμερον δὲν μ᾿ ἄφησε ὁ Θεὸς νὰ ντροπιαστώ. Τράβησα δεινά, πληγὲς καὶ κιντύνους, ὅμως εἶμαι καλὰ σὰν θέλει ὁ Θεός. Τοῦ εἶπα: «Ὅλα θὰ πᾶνε καλά, ὅμως ὁ Ἀλήπασσας εἶναι πολὺ δυνατὸς καὶ θὰ μᾶς κιντυνέψη αὐτός, ὅτι εἶναι οἱ καπεταναῖοι μ᾿ αὐτόν». Μοῦ εἶπε τὰ αἴτια καὶ σὲ ὀλίγον καιρὸν θέλησε ὁ Θεὸς καὶ τὸν κλείσανε παντοῦ, εἰς τὰ 1820.

Μπῆκα ῾στὸ μυστικὸν καὶ ἀναχώρησα ἀπὸ τὸν πατριώτη μου καὶ πῆγα εἰς τὸ σπίτι μου καὶ ἐργαζόμουνε διὰ τὴν πατρίδα μου καὶ θρησκείαν μου νὰ τὴν δουλέψω ῾λικρινώς, καθὼς τὴν δούλεψα, νὰ μὴν μὲ εἰπῆ κλέφτη καὶ ἅρπαγον, ἀλλὰ νὰ μὲ εἰπῆ τέκνο της καὶ ἐγὼ μητέρα μου. Ὁ Σουλτάνος διόρισε τὸν Χουρσὶτ πασσὰ ἀρχιστράτηγον μὲ πολλοὺς πασιάδες νὰ πολιορκήσουνε τὸν Ἀλήπασια καὶ γιόμωσαν τὰ Γιάννενα καὶ ἡ Ἄρτα Τούρκους καὶ Ἀρβανίτες καὶ ἅρπαγους καὶ παραλυμένους, πῆραν πολλὲς γυναῖκες Ρωμαίγισσες στανικῶς, πῆραν καὶ μίαν δούλα τοῦ πατριώτη μου καὶ ἤθελαν νὰ τοῦ πάρουν καὶ τὴν γυναίκα του. Ἦταν ὡραῖα καὶ θὰ τὴν ἔπαιρνε ἕνας πασσᾶς ὁποῦ ἦταν εἰς τὴν Ἄρτα, τὸν ἔλεγαν Χασάνπασια, κακὸς ἄνθρωπος, αὐτὸς καὶ ἕνας, τὸν ἔλεγαν Μπαμπάπασια, ἀφάνισαν τὴν τιμὴ καὶ πλούτη τῶν ἀνθρώπων. Αὐτὸς ὁ Μπαμπάπασιας ἔπιασε τὸν πατριώτη μου κ᾿ ἐμένα καὶ μᾶς φυλάκωσε καὶ γύρευε νὰ μᾶς χαλάση, καὶ μὲ πολλὲς πλερωμὲς ὁποῦ ῾καμε ὁ πατριώτης μου σωθήκαμε. Καὶ ἀφοῦ σωθήκαμε, τοῦ εἶπα νὰ φύγωμε νὰ πᾶμε εἰς τὴν πατρίδα μας, εἰς τὸ Λιδορίκι, νὰ σωθοῦμε. Δὲν μ᾿ ἄκουσε, ἄκουγε τὶς γυναῖκες καὶ ἔπαθε πολλά. Καὶ ἀπὸ αὐτὸ ἀναχώρησα ἀπὸ αὐτόν. Ὕστερα τὸν κιντύνεψε καὶ ὁ Χασάνπασσας καὶ ἔφυε κρυφίως καὶ ἄφησε τὴν φαμελιὰ τοῦ εἰς Ἄρτα, καὶ θὰ τοῦ τὴν ἔπαιρνε αὐτὸς γυναίκα. Καὶ ἦταν γκαστρωμένη, ἑτοιμόγεννη, καὶ τὴν ἄφησε ὅσο νὰ γεννήση, νὰ τὴν πάρη.

Ἀφοῦ ἦταν πολλὴ Τουρκιὰ εἰς Ἄρτα καὶ Πρέβεζα καὶ Σούλι καὶ ἄλλα μέρη τῆς Ἤπειρος ὁποῦ τὰ βαστοῦσε ὁ Ἀλήπασσας, καθὼς καὶ ῾σ τὰ Γιάννενα, ἦταν παντοῦ δύναμες μεγάλες του Σουλτάνου καὶ βάλαν καὶ σφίξη καὶ μάζωναν καὶ τ᾿ ἄρματα τῶν Ρωμαίγων καὶ νὰ βουλώσουνε καὶ τὸν πάλτο τῆς μπαρούτης, τοῦ μολυβιοῦ, τῶν στουρναριῶν τῆς Ἄρτας. Καὶ αὐτὸν τὸν πάλτο τὸν εἶχε ἕνας ἀγαθὸς ἄνθρωπος, φίλος μου στενός, κάναμε ἐμπόριον μαζί, Γιωργάκη Κοράκη τὸν ἔλεγαν, συγγενὴς τῶν ἀγαθῶν καὶ καλῶν πατριώτων Ζωσιμάδων. Ἀφοῦ τὸν ἤξερα τίμιον ἄνθρωπον, ρώτησα τὸν Οἰκονόμο καὶ τὸν μακαρίτη Γῶγο Μπακόλα καὶ Σκαρμίτζο, ὅτι μπῆκαν καὶ αὐτεῖνοι εἰς τὸ μυστήριον (γενναῖοι ἄντρες καὶ ἀγαθοὶ πατριῶτες) καὶ ἀφοῦ τοὺς ρώτησα, δὲν ἤθελαν νὰ τὸν βάλουν εἰς τὸ μυστήριον τὸν Κοράκη, ὅτι φοβώνταν νὰ μὴν τοὺς προδώση τὸ μυστήριον. Καὶ πολεμοφόδια δὲν εἴχαμε τελείως ῾σ ἐκεῖνα τὰ μέρη, καὶ ὁ τόπος ὅλος πιασμένος, καὶ θὰ κάναμε ἐπανάστασιν χωρὶς πολεμοφόδια, καὶ τὰ περισσότερα ντουφέκια μὲ σκοινιὰ δεμένα. Τότε ἀποφασίζω μόνος μου, χωρὶς νὰ ρωτήσω τοὺς ἄλλους, καὶ ὁρκίζω τὸν παλταδόρο, τὸν ἀγαθὸν πατριώτη, καὶ ἀδειάσαμε ὅλον τὸν πάλτο καὶ πήραμε τὸ μπαρούτι, μολύβι καὶ στουρνάρια. Καὶ εἶχα δυὸ κρυψῶνες εἰς τὸ σπίτι μου καὶ αὐτὸς εἰς τὸ σπίτι του καὶ τὰ κουβαλήσαμε ἐκεῖ καὶ κάτι ὀλίγον ἀφήσαμε μέσα εἰς τὸν πάλτο. Καὶ ἡ θεία χάρη, δόξα νὰ ἔχει, στράβωνε τοὺς Τούρκους καὶ δὲν βλέπαν ὁποῦ τὰ κουβαλάγαμε. Καὶ ἔβαλε χρήματα ὁ ἀγείμνηστος Κοράκης – ὅτι ὕστερα ἐχάθη– καὶ ἐγὼ καὶ ἀγοράζαμε μὲ τρόπον ἄρματα καὶ τὰ κρύβαμε ἐκεῖ ὁποῦ ῾χαμε τὸ μπαρούτι καὶ εἰς τὰ ταβάνια τῶν σπιτιῶν μας, καὶ ἀρματώναμε τοὺς Ἑφτανησιῶτες καὶ ἄλλους καὶ τοὺς δίναμε καὶ πολεμοφόδια καί τους… εἰς τοὺς καπεταναίους, ὅθεν ἔκανε χρεία, δίναμε καὶ τῶν ἴδιων καπεταναίων.

Ἀφοῦ ἐβῆκε ὁ Χουρσὶτ πασσᾶς ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο, ὁποῦ ῾ταν ἐκεῖ, καὶ διατάχτη διὰ τὸν Ἀλήπασσα καὶ πῆρε καὶ ὅλα τ᾿ ἀσκέρια μαζί του, καὶ εἰς τὴν Πελοπόννησο μείναν πολλὰ ὀλίγοι, ἄρχισαν νὰ ὑποπτεύωνται ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο οἱ ντόπιοι Τοῦρκοι, ὅτι ἄρχισαν οἱ Πελοποννήσιοι καὶ κομμανταρίζονταν διὰ τὴν ἐπανάσταση. Ἔβαιναν ὑποψία καὶ διὰ τὴν Ρούμελη. Ἐμεῖς λέγαμε, δὲν εἶναι τίποτας, ἀλλὰ ἀγρίεψε ὁ ραγιὰς εἰς τὴν Ρούμελη ἀπὸ τόσον πλῆθος τουρκιᾶς, ὁποῦ γιόμωσε ὅλος ὁ τόπος ἐξ αἰτίας τοῦ Ἀλήπασσα καὶ ἀφανίστη ὁ τόπος ἀπὸ τὶς ἀγγάρειες καὶ γύμνωμα τῶν κόσμων. Καὶ μὲ ταῦτο τοὺς ἀποκοιμούσαμε. Ὅμως ἀφανίστη καὶ ὄντως ὁ τόπος ὅλος της Ρούμελης καὶ κατεξοχὴ Γιάννενα καὶ Ἄρτα καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέρη τὰ ρήμαξαν ὅλως διόλου. Οἱ ντόπιοι Τοῦρκοι τῆς Πελοπόννησος ἔγραφαν τὴν ὑποψίαν γιὰ τοὺς Ρωμαίγους τοῦ Χουρσὶτ πασσᾶ καὶ νὰ πάρη μέτρα δι᾿ αὐτὸ ὁ Χουρσὶτ πασσᾶς. Τότε ἐμεῖς στενὰ πολιορκημένοι ἀπὸ τοὺς Τούρκους παντοῦ, καὶ δὲν μαθαίναμε καὶ τίποτας, εὑρέθη εὔλογον ἀπὸ τὸν Οἰκονόμο τῆς Ἄρτας καὶ Γῶγο καὶ Σκαρμίτζο νὰ στείλουν ἐμένα ὡς πραματευτὴ νὰ πάγω εἰς Πάτρα καὶ ἀπὸ ῾κεῖ νὰ περάσω εἰς τὴν ἀνατολικὴ Ἑλλάδα ν᾿ ἀνταμώσω πρῶτα τὸν Διάκο, νὰ τὸν ρωτήσω διὰ τὰ τρέχοντα καὶ νὰ τοῦ εἰπῶ νὰ βαρέσουνε σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ μέρη, καὶ νὰ πάγω νὰ μιλήσω καὶ μὲ τὸν Πανουργιὰ καὶ ἄλλους καπεταναίους νὰ βαρέσουνε αὐτεῖνοι καὶ οἱ Πελοποννήσιοι, νὰ τραβηχτὴ κάμποση Τουρκιά, νὰ βαρέσουμε καὶ ἐμεῖς ἐκεῖ τότε.

Τὸν Μάρτιον μήνα, τὰ 1821, πῆρα κάμποσα χρήματα καὶ πέρασα εἰς τὴν Πάτρα. Οἱ Τοῦρκοι ὑποψιασμένοι, νά ῾βλεπαν Ρουμελιώτη, κιντύνευε, ἄρχισαν νὰ μὲ ξετάζουν οἱ Ρωμαῖγοι ἀνόγητα μέσα εἰς τὸ κονσουλάτο τὸ Ρούσσικο ὁποῦ ῾ταν κόνσολας ὁ Βλασσόπουλος. Ἤμουν κονεμένος ῾στοῦ Ταταράκη τὸ χάνι ὀνομαζόμενον. Ἦταν ἐκεῖ καὶ Γιαννιῶτες, ὁποῦ κάθονταν, καὶ Ἀρτηνοί. Πῆγα εἰς τὸ κονσουλάτο, τοὺς εἶπα τὰ τρέχοντα τῆς Ρούμελης καὶ τὸ κακὸ ὁποῦ ῾παθε ὁ Ἀλήπασσας, εἶχαν βγῆ ἀπὸ τὸ κάστρο ἀναντίον τῶν βασιλικῶν εἰ τὴν πολιτείαν τῶν Γιαννίνων καὶ τοῦ σκότωσαν πλῆθος τοῦ Ἀλήπασσα, τοῦ χάθη ὅλο τ᾿ ἄνθος ὁποῦ ῾χε. Αὐτεῖνοι δὲν πίστευαν τίποτας ἀπ᾿ ὅσα τοὺς ἔλεγα, ἀλλὰ τὸν ἤθελαν νικητὴ νὰ τοὺς λευτερώση, αὐτὸς ὁ τύραγνος νὰ φέρη τὸ Ρωμαίγικον καὶ τὴν λευτεριὰ τῆς πατρίδος – καὶ ἂν ἔβγαινε αὐτός, δὲν θ᾿ ἄφινε μήτε ρουθούνι ἀπὸ ῾μάς. Σὰν τοὺς εἶπα πολλὰ καὶ δὲν πίστευαν, ἀναχώρησα καὶ πῆγα ῾σ ἕναν μεγάλον ἔμπορον πὼς ψωνίζω πράμα, νὰ σηκώνω κάθε ὑποψία ὅσο νὰ ξετάξω τὰ τρέχοντα ἐκεῖ, νὰ μάθω. Ἀφοῦ πῆγα εἰς τΆργαστηρί του, μοῦ εἶπε ὁ ἔμπορος: «Ψώνισε ὅ,τι θέλεις καὶ ὅ,τι σὲ βαστάξη ἡ ψυχὴ πλέρωσε». Ἀφοῦ ψώνισα ὅ,τ᾿ ἤθελα, μὲ πῆρε νὰ πάγω εἰς τὸ σπίτι του νὰ φάγω καὶ νὰ κοιμηθῶ ἐκεῖ. Πῆγα, μὲ ρώτησε. Ἄρχισε νὰ μοῦ κάνη τὰ σημεῖα τῆς Ἐταιρίας, τότε ἄρχισα νὰ τὸν ὁρκίζω καὶ τοῦ εἶπα πὼς δὲν τά ῾μαθα ἀπὸ τὸν σακελλάριον. Τότε τοῦ εἶπα ὅσα ἐγὼ ἤξερα ἀπὸ τὴν Ρούμελη καὶ αὐτὸς τῆς Πελοπόννησος. Τὸν ρώτησα ἂν εἶναι ἄργητα ἀκόμα καὶ ἂν ἔχουν ἑτοιμασίες. Μοῦ εἶπε: «Οἱ Τοῦρκοι ἄρχισαν νὰ ὑποπτεύωνται καὶ δὲν εἶναι δέκα ἡμέρες ὁποῦ ζήτησαν ἕνα δάνειον καὶ τοὺς ἔδωσα ἑκατὸν πενήντα χιλιάδες γρόσια ὡς δανεικὰ νὰ τοὺς ἀποκοιμᾶμε. Ὅμως, μοῦ λέγει, τὸ πράμα δὲν δέχεται ἄργητα» Τοῦ λέγω: «Σὰν εἶναι αὐτό, τί ἑτοιμασία ἔχετε;» Μοῦ εἶπε: «Τοῦ Κολοκοτρώνη στείλαμε κάμποσα χρήματα εἰς τὴν Ζάκυθο καὶ ἦρθε μὲ καμμίαν τριανταριὰ ἀνθρώπους καὶ εἶναι εἰς τὴν Μάνη. Καὶ ἄλλη ἑτοιμασίαν δὲν ἔχομε». Τοῦ λέγω: «Αὐτὰ τὰ χρήματα, ὅπου βλέπω θεμωνιὰ τάλλαρα (καὶ γράφαν καὶ πέντ᾿ ἕξι γραμματικοί), δὲν τὰ στέλνεις πουθενὰ νὰ χρησιμέψουν διὰ τοῦ λόγου σου καὶ διὰ τὴν πατρίδα;» Μοῦ λέγει: «Τί στοχάζεσαι, αὐτὸ τὸ Ρωμαίγικο θὰ κάμη ἄργητα νὰ γένη; Θὰ κοιμηθοῦμε μὲ τοὺς Τούρκους καὶ θὰ ξυπνήσουμε μὲ τοὺς Ρωμαίγους» Εἶπα καὶ ἐγώ: «Μεγάλοι ἄνθρωποι, ξέρετε μεγάλα πράγματα. Ἐγὼ μικρός, ξέρω ὀλίγα, κάμετε ὅ,τι σας φωτίση ὁ Θεός». Κοιμήθηκα. Τὴν αὐγὴ πῆγα νὰ ψωνίσω ὅ,τι μόλειπε. Ὁ ζαπίτης ἔμαθε ὁποῦ πῆγα καὶ μὲ γύρευε παντοῦ. Ἀντὶς ἐμένα, ἔπιασαν ἕναν του Βαρνακιώτη καὶ τὸν πῆγαν. Τὸν ξέτασε, εἶδε ὅτι δὲν ἦταν ἐκεῖνος. Εἶπε: «Ὄχι αὐτόν, ἕναν ἄλλον. Ἐκεῖνος εἶναι τζασίτης φερμένος ἐδῶ καὶ νὰ τὸν πιάσετε νὰ τὸν κρεμάσω, νὰ πάθη ὅ,τ᾿ ἦρθε γυρεύοντας ἐδῶ». Τὰ εἶπε ὁ ἄνθρωπος τοῦ Βαρνακιώτη αὐτὰ εἰς τὸ χάνι καὶ ἦρθαν οἱ Ἀρτηνοὶ καὶ μοῦ τὸ εἴπανε καὶ πῆγα εἰς τὸ κονσουλάτο τὸ Ρούσσικον καὶ εἶπα τὰ αἴτια καὶ νὰ μείνω ἐκεῖ φυλαμένος. Δὲν μὲ βάσταγε ὁ κόνσολας. Μοῦ λέγει, τέτοιες ὧρες κιντυνεύει καὶ αὐτός. Μὲ τὸ στανιὸ ἔμεινα ὡς τὸ βράδυ καὶ σουρπώνοντας νὰ βγῶ. Μ᾿ ἔβαλαν σὲ μία κάμαρη μέσα καὶ μὲ κλείσανε χωρὶς νὰ ζυγώνη κανείς. Μοῦ ῾ρθε νὰ κατουρήσω, ἦταν μία τρυπούλα εἰς τὸ πάτωμα καὶ κατούραγα. Ἦρθε ἕνας δοῦλος καὶ μ᾿ ἔβρισε. Τοῦ εἶπα, εἶμ᾿ ἄνθρωπος καὶ δὲν μπόρεσα νὰ ὑποφέρω. Μὲ ρωτάγει ὁ δοῦλος ποῦθεν εἶμαι. Τοῦ εἶπα ἀπὸ τὴν Ρούμελη. Μοῦ λέγει, καὶ αὐτὸς εἶναι ἀπὸ τὸ Βραχώρι. Τὸν περικάλεσα νὰ μοῦ εἰπῆ ἂν ξέρη τὸν Κωνσταντῖνο Γερακάρη (ὅτ᾿ ἦταν ἐκεῖ ῾στὸ κονσουλάτο, ὅταν μὲ ξέταζε ὁ κόνσολας), νὰ τοῦ εἰπῆ νὰ ῾ρθῆ νὰ τὸν ἀνταμώσω. Μοῦ λέγει ὁ δοῦλος: «Ἐψὲς ἦταν ὁ Δυσσέας ἐδῶ καὶ ἔφυγε. – Σύρε πὲς τοῦ Γερακάρη», τοῦ εἶπα. Πῆγε τοῦ εἶπε καὶ ἦρθε. Τοῦ λέγω: «Νὰ μὲ πᾶς βράδυ ἐκεῖ ὁποὖναι ὁ Δυσσέας καὶ θέλει μάθης χαμπέρια πλῆθος, ὅτ᾿ ἦρθα διὰ τὸν Δυσσέα» Μου εἶπε νὰ τοῦ τὰ πῶ πρῶτα. Τοῦ εἶπα: Εἶμαι ὁρκισμένος καὶ δὲν τὰ λέγω ἀλλουνοῦ». Ἔφυγε ὁ Γερακάρης. Πῆρε νὰ νυχτώση. Μ᾿ ἔβιαζαν νὰ φύγω ἀπὸ τὸ κονσουλάτο. Ἴσασα τὶς πιστιόλες μου, τὸ γιαταγάνι μου, ἔκαμα τὴν προσευκή μου, εἶπα καὶ τοῦ παιδιοῦ, μὄφερε κάμποσο ρακὶ καὶ ἤπια ν᾿ αὐγατήσῃ τὸ σπίρτο καὶ νὰ βγῶ μὲ τὸ γιαταγάνι ἔξω, ἂς ἤμουν καὶ κιοτής. Φύλαγαν ἀπόξω τὴν πόρτα οἱ διασαχτζῆδες οἱ Τοῦρκοι τοῦ κονσόλου καὶ ἄλλοι Τοῦρκοι, ὅτι τὄμαθαν ὁποῦ ἤμουν μέσα καὶ ἤθελαν νὰ βγῶ νὰ μὲ πιάσουνε. Καὶ ἐγὼ ἔλεγα νὰ μὴν πιαστῶ ζωντανὸς καὶ μὲ παιδέψουνε καὶ βρεθῶ μπόσικος καὶ προδώσω τίποτας – καλύτερα νὰ σκοτωθῶ. Ἐκεῖ ὁποῦ ἑτοιμάζομουν νὰ βγῶ, ἔρχεται ἕνας Κεφαλλωνίτης, μοῦ λέγει: «Ἐσεῖσαι ὁποῦ ἤσουν ῾δῶ μέσα;» Τοῦ λέγω «Ἐδῶ εἶναι πολλοί, ποιὸν γυρεύεις; ποιὸς σ᾿ ἔστειλε;» Μοῦ λέγει: « Ὁ Γερακάρης. – Ἐγὼ εἶμαι» τοῦ εἶπα. Μοῦ εἶπε: «Πᾶμε νὰ κάνουμε δουλειά μας». Τοῦ λέγω: «Στὴν πόρτα φυλᾶνε Τοῦρκοι καὶ τήρα ἀπὸ τοῦ περιβολιοῦ τὸν τοῖχο θὰ πέσω ἐγὼ κάτου καὶ ἐσὺ νὰ πᾶς ἀπόξω νὰ φυλᾶς ἐκεῖ ὁποῦ θὰ πέσω, νὰ φύγωμε, ὅτι δὲν ξέρω τὰ σοκάκια». Πῆγε ἀπόξω. Ρίχτηκα ἀπὸ τὸν τοῖχο, ἦταν ψηλός, μισοτσακίστηκα ἀπὸ τ᾿ ἅρματά μου. Ὁ φόβος μ᾿ ἔτρεχε καλύτερα ἀπὸ γερόν. Πήγαμε κάτου κατὰ τὴν θάλασσα. Τοῦ εἶπα νὰ πᾶμε ἀπὸ τὸ μέρος τῶν σταφίδων, μ᾿ ἄκουσε, ὅτι ῾στὴν Ντογάνα ἦταν Τοῦρκοι καὶ θὰ μᾶς πιάναν. Τοῦ εἶπα νὰ κρυφτῶ εἰς τὰ χαντάκια νὰ φωνάξη τὴν βάρκα. Ὅτι ὁ Δυσσέος ἦταν μέσα ῾σ ἕνα μαρτίγο. Σὰν τοῦ εἶπα νὰ κρυφτῶ, μοῦ λέγει: «Τί βρωμόκωλοι εἶσται ἐσεῖς οἱ… Φοβάστε καὶ ἀπὸ τὸν ἴσκιον σας» Ντράπηκα πῆγα μαζί του. Φωνάζει διὰ τὴν φελούκα, μᾶς βλέπουν οἱ Τοῦρκοι καὶ μᾶς στρώνουν νὰ μᾶς πιάσουνε. Θέλησε ὁ Θεὸς καὶ ἦταν μία φελούκα. Τοὺς μίλησα καὶ ριχτήκαμε μέσα καὶ μᾶς βάλαν ἀπάνου ῾στὴν γολέττα τους. Πλάκωσαν καὶ οἱ Τοῦρκοι. Πῆραν καὶ αὐτεῖνοι τὰ τριμπόνια τους καὶ ἀντιστάθηκαν.

Ὕστερα μὲ πήγανε κι᾿ ἀνταμώθηκα μὲ τὸν Δυσσέα καὶ τοῦ εἶπα ὅλα τὰ τρέχοντα, καὶ τοῦ εἶπα ὁποῦ θὰ πάγω καὶ εἰς τὸν Διάκο καὶ ἀλλουνοὺς καὶ μοῦ εἶπε ὅτι ἀγροικήθη αὐτὸς καὶ θὰ χτυπήσουνε, καὶ πῆρε πολεμοφόδια νὰ πάγη εἰς τὸ Ξερόμερον εἰς τὴν Ζάβιτζα. Καὶ μοῦ εἶπε νὰ πᾶμε ἀντάμα. Τοῦ εἶπα: «Θὰ ἰδῶ τὸ τέλος ἐδῶ καὶ νὰ πάρω καὶ τὸ ντουφέκι μου, ὅπου εἶναι ῾στὸ χάνι. Καὶ θὰ πάγω χαμπέρι ἔξω ὅ,τι μάθω καὶ μοῦ εἶπες». Καὶ ἀνεχώρησε τὴν νύχτα.

Σὲ δυὸ ἡμέρες χτύπησε ντουφέκι ῾στὴν Πάτρα. Οἱ Τοῦρκοι κάμαν κατὰ τὸ κάστρο καὶ οἱ Ρωμαῖγοι τὴν θάλασσα. Τότε πῆρα καμμιὰ δεκαριὰ παιδιὰ ἀπὸ τὸ καράβι μὲ τ᾿ ἅρματά τους καὶ βήκαμε ἔξω. Εἰς τὴν Ντογάνα κουβαλιώνταν ὁ κόσμος καὶ γιόμωσε ἡ θάλασσα γυναικόπαιδα, ὡς τὸ λαιμὸ μέσα. Τότε βλέπω καὶ τὸν φίλο μου τὸν πραματευτή, ἔφερνε ῾στό ῾να τοῦ χέρι τὴν φαμιλιά του καὶ ῾στ᾿ ἄλλο τὰ παιδιά του καὶ τίποτας ἄλλο ἀπὸ τόσο βίον ὁποῦ ῾χε – ὁποῦ θὰ ξύπναγε νὰ βρῆ Ρωμαίικον. Μεγάλοι ἄνθρωποι, μεγάλα λάθη, οἱ μικροὶ θὰ κάμουν μικρά. Τοὺς πῆρα καὶ τοὺς πῆγα μέσα εἰς τὸ καράβι καὶ τοὺς παρηγοροῦσα. Στάθηκα ἐκεῖ καὶ τὴν ἄλλη ἡμέρα καὶ πέρασα εἰς Μισολόγγι. Ψώνισα λαμπάδες ἄσπρες, ὁποῦ εἶχε ἔρθη ἕνα καράβι ἀπὸ Τριέστι, καὶ ροῦμες καὶ λάδι καὶ καπνὸν νὰ πάγω ὡς πραματευτὴς εἰς τὴν Ἄρτα, νὰ ἰδοῦνε οἱ Τοῦρκοι καὶ νὰ μὴν ὑποψιαστοῦν. Φόρτωσα τὸ καΐκι, βήκα ἀπόξω ἀπὸ τὸ Βασιλάδι ῾σ ἕνα λιμάνι πλησίον ἐκεῖ, τὸ λένε Βούκεντρο. Ξημερώνοντας τῶν Βαγιῶν, τὴν νύχτα (ὅτ᾿ ἦταν καιρὸς ἀνάντιος) βλέπομε ἀπὸ ἀγνάντια ῾στὴν Πάτρα φωτιὰ πολλή, καὶ κανονισμὸς καὶ ντουφεκίδι. Τὸ γιόμα ἔρχεται ἐκεῖ εἰς τὸ πόρτο ὁ Βλασσόπουλος καὶ ἄλλα καΐκια μὲ φαμιλιές. Ρώτησα, μοῦ εἶπαν, μπῆκε ὁ Ἰσοὺφ πασσᾶς μέσα εἰς τὴν Πάτρα καὶ τὴν ρήμαξε καὶ ἀφάνισε τοὺς κατοίκους.

Ἔφυγα ἀπὸ ἐκεῖ τὴν Μεγάλη Παρασκευή. Πῆγα εἰς Πρέβεζα, πούλησα τὶς λαμπάδες καὶ ροῦμες καὶ καπνὸ μὲ μία μεγάλη τιμή. Τὸ μεγάλο Σαββάτο τὴν νύχτα, ξημερώνοντας Λαμπρή, πῆγα εἰς Ἄρτα, ἀντάμωσα τοὺς δικούς μας, τοὺς εἶπα τὰ τρέχοντα. Φέραν καὶ τὰ κεφάλια τῶν Πατρινῶν ἐκεῖ, νὰ τὰ πάνε του Χουρσὶτ πασσᾶ. Τότε πιάνουν κ᾿ ἐμένα ὡς χαΐνην τοῦ Σουλτάνου, ὁποῦ ἤμουν εἰς Μωριά, μὲ πᾶνε εἰς τὸ κάστρο τῆς Ἄρτας. Μοῦ περνοῦνε σίδερα εἰς τὰ ποδάρια καὶ ἄλλους παιδεμούς, νὰ μαρτυρήσω τὸ μυστικόν. Ἑβδομήντα πέντε ῾μέρες παιδεμούς.

Μᾶς πᾶνε εἴκοσιεξι ἀνθρώπους νὰ μᾶς κρεμάσουνε καὶ ὁ Θεὸς γλύτωσε μόνον ἐμένα. Ἦταν Βονιτζάνοι καὶ ἀπ᾿ ἄλλα μέρη καὶ τοὺς κρέμασαν ὅλους ῾στὸ παζάρι. Δία νὰ μὲ ξετάξουνε ἀκόμα καὶ νὰ τοὺς μαρτυρήσω τὸ βίον μου μὲ γύρισαν ὀπίσω ἀπὸ τὴν καταδίκη εἰς τὸν πασιὰ καὶ μὲ ξέταζε διὰ τὸ δικό μου βίον καὶ τοῦ πατριώτη μου. Μὲ πῆγαν πίσω εἰς τὸ κάστρο, ἄλλη βολὰ νὰ μὲ χαλάσουνε, καὶ μ᾿ ἔβαλαν ῾σ ἕνα μπουντρούμι. Καὶ ἤμαστε ἑκατὸν ὀγδόντα ἄνθρωποι. Καὶ ἦταν σάπιο ψωμὶ μέσα καὶ μαγαρίζανε ἀπάνου ῾στὸ ψωμί, ὅτι ἀλλοῦ δὲν εἴχαμε τόπον. Καὶ ἡ ἀκαθαρσία ἐκείνη καὶ τὰ χνῶτα ἔκαναν μίαν βρῶμα, ὁποῦ δὲν εἶναι ῾στὴν γῆς ἄλλη χειρότερη. Καὶ ἀπὸ τὴν κλειδωνότρυπατης πόρτας βαίναμε τὴ μύτη μας καὶ παίρναμε ἀγέρα. Καὶ μόριχναν ἐμένα ξύλο καὶ παιδεμοὺς πλῆθος, καὶ ἀφοῦ πῆγαν νὰ μὲ χαλάσουνε. Καὶ ἀπὸ τὰ χτυπήματα ἐπρίστηκε τὸ σῶμα μου καὶ καντήλιασε καὶ ἤμουν εἰς θάνατο. Ἔταξα ἀρκετὰ χρήματα ἑνοῦ Ἀρβανίτη νὰ βγῶ νὰ μὲ ἰδῆ γιατρὸς καὶ νὰ πάρω καὶ γιατρικὰ καὶ τὰ χρήματα. Μοῦ δίνει ἕναν Τοῦρκον νὰ πᾶμε εἰς τὸ σπίτι μου. Καθὼς πηγαίναμε ῾στὸν δρόμον, πήγαινα κρατώντας καὶ πολὺ κουτζαίνοντας καὶ βογγώντας. Ὁ Τοῦρκος, βόδι θεοτικόν, καὶ παντήχαινε θὰ μοῦ βγῆ ἡ ψυχή μου – δὲν ἤξερε ὅτ᾿ εἶναι βαθιά. Πῆγα εἰς τὸ σπίτι, ξαπλώθηκα τοῦ πεθαμοῦ. Ἦρθε ὁ γιατρός, ἐγὼ στοχάζομουν τὸν Τοῦρκο, πὼς νὰ τοῦ φύγω. Βγάνω καὶ τοῦ δίνω τὰ χρήματα καὶ τοῦ λέγω, τοῦ Τούρκου: «Σύρ᾿ τὰ (τάχα κρυφά). Μοῦ εἶπε νὰ τοῦ τὰ δώσης νὰ μὴν εἶναι ἄλλος». Τὄδωσα καὶ ἐκεινοῦ καμμιὰ ἑκατοστὴ γρόσια. Τὰ πῆρε, τοῦ λέγω: «Σύρ᾿ τὰ (τάχα) εἰς τὸ κάστρο καὶ ἔλα ὅσο νὰ μοῦ φκειάση τὸ γιατρικὸ ὁ γιατρός, νὰ πᾶμε μαζὶ εἰς τὸ κάστρο, ὅτι μόνος μου δὲν βγαίνω ἔξω. Φοβῶμαι ἀπὸ τοὺς ντόπιους Τούρκους». Τὰ πῆρε. Αὐτὸς βγαίνοντας ἀπὸ τὴν πόρτα, ἑτοιμάστηκα ἐγώ. Τοῦ δίνω ἕνα φευγάκι καὶ πάγω εἰς τὸ κονάκι ἑνοῦ ξαδέρφου τοῦ Ἀλήπασσα, τὸν λέγαν Σμαήλμπεη Κόνιτζα, ὁ Θεὸς μακαρίση τὴν ψυχή του. Ἀφοῦ μ᾿ εἶδε, μὲ λυπήθη πολύ. Τοῦ εἶπα τί δοκίμασα καὶ ἂν μὲ φυλάγη, νὰ μὴ μὲ δώση πίσω. «Ντουφέκι, εἶπε, ἔχω μὲ τοὺς Κονιάρους, ἐσένα δὲν σὲ δίνω». Εὐτὺς μὄδωσε ἄρματα καὶ μὲ πῆρε μὲ τ᾿ ἀσκέρι του καὶ πήγαμε εἰς τὸ Κομπότι. Ἦταν τὸ Τούρκικον ὀρδὶ ἐκεῖ, εἶναι τρεῖς ὧρες ἀπὸ τὴν Ἄρτα.

Ἀφοῦ καθίσαμε ἐκεῖ κάμποσες ἡμέρες, αὐτὸς ὁ δυστυχὴς ἀρρώστησε βαριὰ καὶ ὡς εὐεργέτης δικός μου τὸν συγύριζα καλύτερα ἀπὸ τὸν γονιόν μου. Ἂν ἤθελα, ἀπὸ ῾κεῖ ἔφευγα, ἕνα κάρτο ἦταν οἱ δικοί μας ἀλάργα. Ὅμως εἶπα τοῦ εὐεργέτη μου νὰ μὴν τοῦ γένω ἄπιστος καὶ τὸν ἀφήσω ἄρρωστον. Σηκώθη ἄρρωστος καὶ ἐγὼ μαζί του καὶ πήγαμε πίσω εἰς τὴν Ἄρτα – καὶ αὐτὸν νὰ δουλέψω ὄσο– νὰ γερέψη καὶ νὰ γλυτώσω καὶ τὴν γυναίκα τοῦ ἀλλουνοῦ εὐεργέτη μου, τοῦ πατριώτη μου, ὁποῦ ῾χα φάγη τὸ ψωμί του τόσα χρόνια, καὶ θὰ τὴν ἔπαιρναν οἱ Τοῦρκοι νὰ τὴν τουρκέψουν. Καὶ δι᾿ αὐτοὺς τοὺς δυὸ εὐεργέτες μου πῆγα πίσω εἰς τὸν κίντυνον, μέσα εἰς τὴν Ἄρτα. Ἀφοῦ πήγαμε μέσα εἰς τὴν Ἄρτα, μιὰ ἡμέρα ἦρθαν οἱ πασσάδες εἰς τὸ κονάκι τοῦ μπέγη καὶ ὅλοι ὁ σερασκέρηδες οἱ Ἀρβανίτες νὰ τὸν ἰδοῦν. Τοῦ λέγω τοῦ μπέγη διὰ τὴν γυναίκα τοῦ πατριώτη μου, ὁποῦ θὰ τὴν πάρη ὁ Χασάνπασιας. Μιλεῖ τῶν πασσάδων κι᾿ ἀλλουνῶν, ὀτζάκια τῆς Ἀρβανιτιᾶς, τοὺς λέγει:

«Πασσάδες καὶ Μπέηδες, θὰ χαθοῦμε. Θὰ χαθοῦμε! ὁ μπέγης τοὺς λέει, ὅτι ἐτοῦτος ὁ πόλεμος δὲν εἶναι μήτε μὲ τὸν Μόσκοβον, μήτε μὲ τὸν Ἐγγλέζο, μήτε μὲ τὸν Φραντζέζο. Ἀδικήσαμεν τὸν ραγιὰ καὶ ἀπὸ πλούτη καὶ ἀπὸ τιμὴ καὶ τὸν ἀφανίσαμε, καὶ μαύρισαν τὰ μάτια του καὶ μᾶς σήκωσε ντουφέκι. Καὶ ὁ Σουλτάνος τὸ γομάρι δὲν ξέρει τί τοῦ γίνεται, τὸν γελᾶνε ἐκεῖνοι ὁποῦ τὸν τρογυρίζουν. Καὶ ἡ ἀρχὴ εἶναι τούτη, ὁποῦ θὰ χαθῆ τὸ βασίλειόν μας. Πλερώνομε βαριὰ νὰ βροῦμε προδότη καὶ δὲν στέκει τρόπος νὰ μαρτυρήση κανένας τὸ μυστικόν, νὰ μάθωμε μόνος του ὁ ραγιὰς μᾶς πολεμεῖ ἢ καὶ οἱ Δυνάμες. Δι᾿ αὐτὸ πλερώνομε καὶ παλουκώνουμε καὶ σκοτώνομε καὶ ἀλήθεια ποτὲ δὲν μάθαμε».

Ἀφοῦ τοὺς εἶπε πολλὰ ὁ μπέγης ἀπὸ αὐτά, τοὺς λέγει ὕστερα πὼς ὁ Σουλτάνος στέλνει πασιάδες τοὺς πλέον παντίδους καὶ γύμνωσαν τὸν κόσμο καὶ τοῦ πῆραν καὶ τὶς γυναῖκες. «Αὐτεῖνοι θὰ φύγουν διὰ τὸν τόπο τους κ᾿ ἐμεῖς θὰ μείνουμεν ἐδῶ». Τότε ἔπιασε καὶ γιὰ τὴν γυναίκα τοῦ πατριώτη μου, πὼς γυρεύει νὰ τὴν πάρη ὁ πασσᾶς. Καὶ τότε ὅλοι μὲ μίαν φωνὴ εἴπανε καὶ πῆγαν καὶ τὴν πῆραν ἀπὸ ῾κεῖ ὁποῦ τὴν εἶχε καὶ τὴν πῆγαν εἰς τὸ Ἀγγλικὸν κονσολάτο νὰ εἶναι φυλαμένη.

Ἀφοῦ σιγούρεψα τὴν γυναίκα καὶ τοῦ ἀλλουνοῦ εὐεργέτη μου, μίαν ἡμέρα εἶχε κάψη πολλὴ ὁ δυστυχὴς μπέγης καὶ πῆγα διὰ τὸν γιατρό. Οἱ Τοῦρκοι φύλαγαν νὰ μὲ πιάσουνε ἐξ αἰτίας ὁποῦ τοὺς ἔφυγα ἀπὸ τὸ κάστρο, καὶ ὁ πασσᾶς ἔμαθε ὅτι ἐγὼ ῾νέργησα καὶ διὰ τὴν γυναίκα, φύλαγαν νὰ μὲ πιάσουνε νὰ μὲ κρεμάσουνε. Ἀφοῦ πῆγα διὰ τὸν γιατρό, μοῦ ρίχτηκαν οἱ Τοῦρκοι. Ἤμουν ἐλεύτερος εἰς τὰ ποδάρια καὶ τοὺς ἔφυγα. Μὲ πῆγαν κυνηγώντα ὡς τοῦ μπέγη τὸ κονάκι. Ἐκεῖ βγήκανε δικοί μας ἄνθρωποι, πιαστήκαμε ἀπὸ ἄρματα καὶ ἐσώθηκα.

Ἀφοῦ ξεγέρεψε ὁ μπέγης, τοῦ πῆρα τὴν εὐκή του καὶ τοῦ εἶπα: «θὰ φύγω». Δὲν μ᾿ ἄφινε. Τοῦ εἶπα: «Ἐγὼ σὰν ἤθελα ἔφευγα καὶ ἀπὸ τὸ Κομπότι, ὅμως δὲν τὄκανα διὰ τὴν τιμή μου». Ἀφοῦ εἶδε ὅπου δὲν θὰ καθώμουν, μὄδωσε τὴν εὐκή του καὶ μοῦ εἶπε νὰ εἰπῶ τῶν καπεταναίων ἔξω ῾στοῦ Πέτα καὶ ἀλλοῦ νάχουν δικαιοσύνη εἰς τὸν κόσμον, νὰ πᾶνε ὀμπρός. Ὅτι τοιούτως ἔκαναν ἀδικίγες οἱ Τοῦρκοι καὶ θὰ χαθοῦν: «Νἄχουν αὐτεῖνοι δικαιοσύνη, νὰ πάρη τέλος νὰ ἡσυχάσουμε καὶ ἐμεῖς οἱ Τοῦρκοι, ὅτι πλέον μας ἔγινε χαράμι ἀπὸ τὸν Θεὸν τὸ βασίλειόν μας, ὅτι φύγαμε ἀπὸ τὴν δικαιοσύνη του». Τοῦ φίλησα τὸ χέρι νὰ φύγω, μὄδωσε χρήματα, τοῦ εἶπα: «Μπέγη μου, ἔχω καὶ δὲν θέλω, ὅτι ἔχεις ἔξοδα μεγάλα εἰς τοὺς ἀνθρώπους σου». Μὄδωσε ἄρματα καὶ μὲ διάταξε νὰ φέρνωμαι καλὰ καὶ νὰ πάγω μὲ τὸν Γῶγο, ὅτ᾿ εἶναι ἄξιος καὶ τίμιος καὶ φίλος του, καὶ νὰ τοὺς εἰπῶ τῶν καπεταναίων νὰ μὴν μποῦνε εἰς τὴν Ἄρτα, ὅτ᾿ εἶναι πολλοὶ Τοῦρκοι καὶ θὰ σκοτωθοῦν, ὅμως νὰ τοὺς κλείσουνε καὶ φεύγουν μόνοι τους, ὅτι δὲν ἔχουν ζαερέδες. Τὸν περικάλεσα καὶ διὰ τὴν γυναίκα τοῦ πατριώτη μου νὰ τὴν προσέχη καὶ ἀναχώρησα τὰ 1821, μπαίνοντας ὁ Αὔγουστος.

Ἀναρτήθηκε 28 Μαΐου 2011 ἀπὸ τὸν/τὴν Γιάννης Φαίλτωρ στὸ ΒΙΒΛΙΟ Α, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Εισαγωγή   Leave a comment

 

Η σφαγή της Χίου

 

1829 Φλεβαρίου 26, Ἄργος.

Εἶμαι διορισμένος ἀπὸ τὴν κυβέρνηση τοῦ Κυβερνήτη Καποδίστρια Γενικὸς Ἀρχηγὸς τῆς Ἐκτελεστικῆς δύναμης τῆς Πελοπόννησος καὶ Σπάρτης. Ὁ σταθμός μου εἶναι ἐδῶ εἰς Ἄργος. Κάθομαι καὶ ἀγροικιῶμαι μὲ τὴν Κυβέρνηση καὶ παντοῦ εἰς τὶς ἐπαρχίες μ᾿ ἀρχὲς κι᾿ ἀξιωματικοὺς καὶ ὅποτε κάνει χρεία, φέρνω καὶ γύρα σὲ ὅλα τὰ μέρη αὐτὰ διὰ τὴν γενικὴ ἡσυχία καὶ ξακολουθῶ τὰ χρέη μου καθήμενος τὸν περισσότερον καιρὸν ἐδῶ.

Καὶ γιὰ νὰ μὴν τρέχω εἰς τοὺς καφφενέδες καὶ σὲ ἄλλα τοιούτα καὶ δὲν τὰ συνηθῶ – (ἤξερα ὀλίγον γράψιμον, ὅτι δὲν εἶχα πάγη εἰς δάσκαλο ἀπὸ τὰ αἴτια ὁποῦ θὰ ξηγηθῶ, μὴν ἔχοντας τοὺς τρόπους) περικαλοῦσα τὸν ἕναν φίλον καὶ τὸν ἄλλον καὶ μ᾿ ἔμαθαν κάτι περισσότερον ἐδῶ εἰς Ἄργος, ὁποῦ κάθομαι ἄνεργος. Ἀφοῦ λοιπὸν καταγίνηκα ἕνα δυὸ μῆνες νὰ μάθω ἐτοῦτα τὰ γράμματα ὁποῦ βλέπετε, ἐφαντάστηκα νὰ γράψω τὸν βίον μου, ὅσα ἔπραξα εἰς τὴν μικρή μου ἡλικία καὶ ὅσα εἰς τὴν κοινωνία, ὅταν ἦρθα σὲ ἡλικία, καὶ ὅσα διὰ τὴν πατρίδα μου, ὁποῦ μπῆκα εἰς τῆς Ἐταιρίας τὸ μυστήριον διὰ τὸν ἀγώνα τῆς λευτεριᾶς μας καὶ ὅσα εἶδα καὶ ξέρω ὁποῦ ῾γιναν εἰς τὸν Ἀγώνα, καὶ σὲ ὅσα κατὰ δύναμη συμμέθεξα κ᾿ ἐγὼ κ᾿ ἔκαμα τὸ χρέος μου, ἐκεῖνο ὁποῦ μποροῦσα.

Δὲν ἔπρεπε νὰ ἔμπω εἰς αὐτὸ τὸ ἔργον ἕνας ἀγράμματος, νὰ βαρύνω τοὺς τίμιους ἀναγνῶστες καὶ μεγάλους ἄντρες καὶ σοφοὺς κοινωνίας καὶ νὰ τοὺς βάλω σὲ βάρος, νὰ τοὺς κινῶ τὴν περιέργειά τους καὶ νὰ χάνουν τὶς πολυτίμητες στιμὲς εἰς αὐτά. Ἀφοῦ ὅμως ἔλαβα καὶ ἐγὼ ὡς ἄνθρωπος αὐτείνη τὴν ἀδυναμίαν, σᾶς ζητῶ συγνώμη εἰς τὸ βάρος ὁποῦ θὰ σᾶς δώσω.

Ἂν εἶμαι τίμιος ἄνθρωπος, θέλω γράψη τὴν ἀλήθεια, καθὼς ἔγιναν τὰ γραφόμενα, ὁποῦ θὰ σημειώσω. Ὅλοι οἱ ἀναγνῶστες ἔχετε χρέος πρῶτα νὰ ῾ρευνήσετε διὰ τὴν διαγωγή μου, πῶς φέρθηκα εἰς τὴν κοινωνία καὶ Ἀγώνα, καὶ ἂν τιμίως φέρθηκα, βάλετε βάση καὶ εἰς τὰ γραφόμενά μου, ἂν ἀτίμως φέρθηκα, μὴν πιστεύετε τίποτας. Καὶ ἀφοῦ μάθετε ὅτι φέρθηκα τιμίως καὶ ἰδῆτε σημειωμένα ἔγγραφα καὶ ἀπόδειξες, ἀρχὴ καὶ τέλος, ἀπὸ διαφόρους, ἀπὸ κυβέρνησες καὶ ἀπὸ ἀρχὲς καὶ ἀπὸ ἄλλους πολλούς, ὅθεν χρημάτισα ἐγὼ μὲ τοὺς ἀδελφούς μου συναγωνιστάς, ὁποῦ μ᾿ ἀξίωσε ὁ Θεὸς νὰ ἔχω εἰς τὴν ὁδηγίαν μου, ὅλο καλύτερούς μου εἰς τὸν ἀγώνα καὶ εἰς ὑπηρεσίες, ὅθεν διατάχτηκα.

Μὲ δεκοχτῶ ἀνθρώπους πρωτοκινήθηκα εἰς τὸν ἀγώνα, ὡς τοὺς χίλιους τετρακόσιους μ᾿ ἀξίωσε ὁ Θεὸς νά ῾χω εἰς τὴν ὁδηγίαν μου. Ποτὲ δὲν μολύθηκαν τ᾿ ἀρχεῖα τῆς πατρίδος μου, οὔτε εἰς τὴν κυβέρνησιν, οὔτε εἰς ἐπαρχίες, οὔτε εἰς ἄτομα, ὁποῦ ἀγωνιστήκαμεν εἰς τὴν Ρούμελη, Πελοπόννησον καὶ νησιὰ καὶ Σπάρτη, δὲν εἶναι πουθενὰ κατηγορία παραμικρὴ διὰ ἐμᾶς. Εὐκαριστήρια θὰ ἰδῆτε ἀπ᾿ οὖλα τὰ μέρη πλῆθος ἐδῶ μέσα σημειωμένα, καὶ παντοῦ εἰς τὸ κράτος καὶ εἰς τ᾿ ἀρχεῖα τῆς κυβέρνησης φαίνονται αὐτά. Καὶ μ᾿ ὅσους ἀνθρώπους μ᾿ ἀξίωσε ὁ Θεὸς καὶ διοίκησα, διάφορες ἀκαταστασίες καὶ ἁρπαγὲς ηὗραν τὴν πατρίδα, ἀρχὴ καὶ τέλος, δοξασμένο νὰ εἶναι τὸ πανάγαθον ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἐμᾶς δὲν μᾶς ἄφησε νὰ μολυθοῦμεν.

Καὶ αὐτὲς τὶς χάριτες πρέπει νὰ τὶς χρωστάγη ἡ πατρὶς εἰς τοὺς ἀξιότιμους καὶ ἀγαθοὺς καὶ γενναίους πατριῶτες τοὺς συναγωνιστᾶς μου, ὁποῦ ῾χα εἰς τὴν ὁδηγίαν μου εἰς τὸν ἀγώνα, ὁποῦ συνεισφέραμεν καὶ ἐμεῖς κατὰ δύναμιν εἰς τὶς ἀνάγκες πατρίδος. Εἶναι ἡ ἀρετὴ καὶ ὁ πατριωτισμός, ὁποῦ ἔδειξαν, αὐτείνων τῶν καλῶν πατριώτων, ὄχι ἐμένα. Ὅτι ἐγὼ δὲν εἶχα αὐτείνη τὴν ἀρετή, οὔτε τὴν ἔχω ἀκόμα, καθὼς εἰς τοὺς πολέμους, καὶ τώρα εἰς τὴν ῾πηρεσίαν εἶναι αὐτεῖνοι οἱ καλύτεροί μου.

Εἶναι καὶ τώρα εἰς τὴν ῾πηρεσία, εἰς τὴν ὁδηγία μου, οἱ γενναῖγοι καὶ ἀγαθοὶ ἀξιωματικοὶ Μισολογγιοὺ μὲ τὸν ἀγαθὸν καὶ γενναῖον ἀρχηγὸν τοὺς Μῆτρο Ντεληγιώργη, φρούραρχο εἰς τὸν ἀγώνα τοῦ Μισολογγιοῦ. Εἶναι πολλοὶ γενναῖγοι καὶ ἀξιότιμοι νησιῶτες καὶ Πελοποννήσιοι, ἀγαθοὶ ἀγωνισταί, εἶναι Ρουμελιῶτες. Εἶναι οἱ ἀγαθοὶ καὶ φιλόπατροι νοικοκυραῖοι καὶ ἀξιωματικοὶ Ἀθηνῶν, ὁποῦ ἀγωνιζόμαστε εἰς τὸ κάστρο τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἀλλοῦ εἰς τοὺς ἀγῶνες πατρίδος. Καὶ ἡ ἀρετὴ αὐτείνων ὅλων τῶν καλῶν πατριώτων – ἡ ἀγαθότη πρῶτα του Θεοῦ – μας γλύτωσε ἀπ᾿ ὅσα βλάβουν τὴν πατρίδα.

Ἡ ἀφεντειά σας, ἀγαθοὶ ἀναγνῶστες, σᾶς περικαλῶ, ἂν καὶ θέλετε νὰ μάθετε τὴν ἀλήθεια, ῾ρευνήσετε ὅλα αὐτὰ ὁποῦ θὰ ἰδῆτε, ἂν εἶναι ἀλήθεια ἢ ψέματα. Ἕνα σᾶς περικαλῶ, ὅλους τοὺς ἀξιότιμους ἀναγνῶστες, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ φέρετε καμμίαν κρίση οὔτε ὑπέρ, οὔτε κατά, ἂν δὲν τὸ διαβάσετε ὅλο – καὶ τότε εἶστε νοικοκυραῖοι νὰ κάμετε ὅ,τι κρίση θέλετε ἢ ὑπέρ, εἴτε κατά.

Ὅταν τὸ διαβάσετε ὅλο, ἀρχὴ καὶ τέλος, τότε νὰ κάμετε τὴν κρίση γιὰ ὅσους φέραν δυστυχήματα εἰς τὴν πατρίδα καὶ ἐμφύλιους πολέμους διὰ τὰ ἀτομικὰ τοὺς νιτερέσια καὶ τὴν ῾διοτέλειά τους καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἔπαθε καὶ παθαίνει ὡς σήμερον ἡ δυστυχισμένη πατρίδα καὶ οἱ τίμιοι ἀγωνισταί. Θὰ σημειώσω γυμνὴ τὴν ἀλήθεια καὶ χωρὶς πάθος.

Ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια εἶναι πικρὴ καὶ ὅσοι κάμαμεν τὸ κακό μας κακοφαίνεται, ὅτι καὶ τὸ κακὸ τὸ θέλομε καὶ τὸ νιτερέσιον νὰ τὸ κάνωμε καὶ καλοὺς πατριῶτες θέλομε νὰ μᾶς λένε. Καὶ αὐτὸ δὲν γίνεται, οὔτε θὰ τὸ κρύψω ἐγὼ καὶ νὰ μείνη κρυμμένο, ὅτι ἡ πατρὶς ζημιώθη, διατιμήθη καὶ ὅλο ῾σ αὐτὸ κατανταίνει, ὅτι μας ηὖρε ὅλους θερία. Καὶ τὰ αἴτια τοῦ κακοῦ θὰ τὰ εἰποῦνε κ᾿ ἱστορίες καὶ ῾φημερίδες καθημερινῶς τὰ λένε. Καὶ δὲν σημαίνουν τὰ δικά μου, καὶ πρέπει νὰ τὰ γράφουνε προκομμένοι κι᾿ ὄχι ἁπλοὶ ἀγράμματοι, καὶ νὰ τὰ γλέπουν οἱ νεώτεροι, καὶ οἱ μεταγενέστεροι νά ῾χουν περισσότερη ἀρετὴ καὶ πατριωτισμόν.

Ἡ πατρίδα τοῦ κάθε ἀνθρώπου καὶ ἡ θρησκεία εἶναι τὸ πᾶν καὶ πρέπει νὰ θυσιάζη καὶ πατριωτισμὸν καὶ νὰ ζῆ αὐτὸς καὶ οἱ συγγενεῖς του ὡς τίμιοι ἄνθρωποι εἰς τὴν κοινωνία. Καὶ τότε λέγονται ἔθνη, ὅταν εἶναι στολισμένα μὲ πατριωτικὰ αἰστήματα, τὸ ἀναντίον λέγονται παλιόψαθες τῶν ἐθνῶν καὶ βάρος γῆς. Καὶ διὰ τοῦτο ὡς πατρίδα γενικὴ τοῦ κάθε ἑνοῦ καὶ ἔργο τῶν ἀγώνων τοῦ μικρότερου καὶ ἀδύνατου πολίτη, ἔχει κι᾿ αὐτὸς τὰ συμφέροντά του εἰς αὐτείνη τὴν πατρίδα, εἰς αὐτείνη τὴν θρησκεία. Δὲν πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ βαρύνεται καὶ νὰ ἀμελῆ αὐτά, καὶ ὁ προκομμένος πρέπει νὰ φωνάζη ὡς προκομμένον ἀλήθεια, τὸ ἴδιον καὶ ὁ ἁπλός. Ὅτι κρικέλλα δὲν ἔχει ἡ γῆς νὰ τὴν πάρη κανεὶς εἰς τὴν πλάτη του, οὔτε ὁ δυνατός, οὔτε ὁ ἀδύνατος, καὶ ὅταν εἶναι ὁ καθεὶς ἀδύνατος εἰς ἕνα πράμα καὶ μόνος του δὲν μπορεῖ νὰ πάρη τὸ βάρος καὶ παίρνει καὶ τοὺς ἄλλους καὶ βοηθοῦν, τότε νὰ μὴν φαντάζεται νὰ λέγη ὁ αἴτιος ἐγώ, νὰ λέγη ἐμεῖς.

Ὅτι βάναμε ὅλοι τὶς πλάτες, ὄχι ἕνας. Οἱ ἄρχοντές μας, οἱ ἀρχηγοί μας ἔγιναν καὶ οἱ ντόπιοι καὶ οἱ φερτικοί, ὅμως τίποτας δὲν τοὺς ἀναπεύει. Ἤμασταν φτωχοί, ἐγίναμεν πλούσιοι. Ἦταν ὁ Κιαμίλμπεγης ἐδῶ εἰς τὴν Πελοπόννησο καὶ οἱ ἄλλοι οἱ Τοῦρκοι πλουσιώτατοι, ἔγινε ὁ Κολοκοτρώνης καὶ οἱ ἄλλοι οἱ συγγενεῖς καὶ φίλοι πλούσιοι ἀπὸ γές, ἀργαστήρια, μύλους, σπίτια, σταφίδες καὶ ἄλλα πλούτη τῶν Τούρκων. Ὅταν ὁ Κολοκοτρώνης καὶ οἱ συντρόφοι τοῦ ἦρθαν ἀπὸ τὴν Ζάκυθο, δὲν εἶχαν οὔτε πιθαμὴ γῆς, τώρα φαίνεται τί ἔχουν. Τὸ ἴδιον καὶ εἰς τὴν Ρούμελη, Γκούρας καὶ Μαμούρης, Κριτζώτης, Γριβαῖγοι, Στάικος καὶ οἱ ἄλλοι, Τζαβελαῖγοι καὶ ἄλλοι πολλοί. Καὶ τί ζητοῦνε ἀπὸ τὸ ἔθνος; Μιλλιούνια ἀκόμα διὰ τὶς μεγάλες δούλεψες. Καὶ σὲ αὐτὰ ποτὲς δὲν ἀναπεύονται, ὅλο νόμους καὶ φατρίες διὰ τὸ καλὸ τῆς πατρίδος, ὅλο αὐτὸ πασκίζουν.

Ὅσα ἔπαθε ἡ πατρὶς διὰ τοὺς «νόμους» καὶ τὸ καλὸ αὐτεινῶν καὶ ὅσα παληκάρια σκοτώθηκαν, δὲν τἄπαθε ἡ πατρὶς εἰς τὸν ἀγώνα τῶν Τούρκων. Κατοικίσαμεν τοὺς κατοίκους μέσα τὰ σπήλαια καὶ ζοῦνε μὲ τὰ θερία καὶ ρημώσαμε τοὺς τόπους καὶ ἐγίναμε ἡ παραλυσία τοῦ κόσμου. Ὅλα αὐτά μου δώσαν ἀφορμὴ νὰ μάθω γράμματα εἰς τὰ γεράματα, νὰ τὰ σημειώσω ὅλα. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἤμουν καὶ ἐγώ. Ἂς γράψῃ ἄλλος διὰ ῾μένα ὅ,τι γνωρίζη. Ἐγὼ τὴν ἀλήθεια θὰ τὴν εἰπῶ γυμνή. Ὅτι ἔχω τὸ μερίδιό μου, ῾σ αὐτείνη τὴν πατρίδα θὰ ζήσω ἐγὼ καὶ τὰ παιδιά μου. Ὅτ᾿ ἤμουν νέος καὶ στραβογέρασα ἀπὸ αὐτὰ τὰ δεινά της πατρίδας, πέντε πληγὲς πῆρα εἰς τὸ σῶμα μου εἰς διάφορους ἀγῶνες πατρίδος καὶ ἀποκαταστάθηκα μισὸς ἄνθρωπος καὶ τὸν περισσότερον καιρὸ εἶμαι εἰς τὰ ροῦχα ἀστενὴς ἀπὸ αὐτά.

Δοξάζω τὸν Θεὸν ὁποῦ δὲν μοῦ σήκωσε τὴν ζωή μου καὶ εὐκαριστῶ καὶ τὴν πατρίδα μου ὁποῦ μὲ τίμησε βαθμολογώντας κατὰ τὴν τάξη, κατὰ τὶς περίστασες, ὡς τὸν βαθμὸν τοῦ στρατηγοῦ καὶ ζῶ ὡς ἄνθρωπος μ᾿ ἐκεῖνο ὁποῦ εὐλόγησε ὁ Θεὸς χωρὶς νὰ μὲ τύπτῃ ἡ συνείδησή μου, χωρὶς νὰ γυμνώσω κανέναν οὔτε μίαν πιθαμὴ γῆς.

Ἀναρτήθηκε 28 Μαΐου 2011 ἀπὸ τὸν/τὴν Γιάννης Φαίλτωρ στὸ ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.